Πίσω από τη σχετική ηρεμία στις τιμές των καυσίμων στη Δύση, η παγκόσμια ενεργειακή αγορά πλησιάζει σε μια κρίσιμη καμπή.
Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, ο κόσμος βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από ένα ενεργειακό σοκ με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες, καθώς η κρίση στον Περσικό Κόλπο απογυμνώνει το σύστημα από τα τελευταία του «μαξιλάρια».
Η εικόνα των αγορών μπορεί να μοιάζει καθησυχαστική — αλλά είναι, όπως επισημαίνει ο Economist, βαθιά παραπλανητική.
Παρά τον πόλεμο με το Ιράν και τη μερική ή πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν εκτιναχθεί όσο θα περίμενε κανείς. Το Brent παραμένει περίπου 20 δολάρια κάτω από τα υψηλά του Μαρτίου, ακόμη και καθώς εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου έχουν χαθεί από την αγορά.
Όμως αυτό οφείλεται σε έναν λόγο: τα αποθέματα που βρίσκονταν ήδη καθ’ οδόν πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Αυτά τα αποθέματα πλέον εξαντλήθηκαν.
Το «μαξιλάρι» εξαφανίζεται
Περίπου 50 ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, ο κόσμος έχει ήδη χάσει περί τα 550 εκατ. βαρέλια πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο — σχεδόν το 2% της παγκόσμιας ετήσιας παραγωγής.
Τα τελευταία τάνκερ που είχαν διασχίσει τα Στενά του Ορμούζ πριν από τον πόλεμο έφτασαν στους προορισμούς τους μέσα στον Απρίλιο. Από εδώ και πέρα, δεν υπάρχει «μαξιλάρι» για να απορροφήσει το σοκ προσφοράς.
Την ίδια στιγμή, κάθε μήνα που τα Στενά παραμένουν κλειστά, χάνονται περίπου 7 εκατ. τόνοι LNG — ένα ακόμη πλήγμα 2% στην παγκόσμια προσφορά.
3 μέτωπα που σπρώχνουν την αγορά στον γκρεμό
Η ανάλυση του Economist εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση:
- Τα διαθέσιμα φορτία πετρελαίου εξαντλούνται με ταχύτητα ρεκόρ
- Τα διυλιστήρια μειώνουν δραστικά την παραγωγή καυσίμων
- Η ζήτηση παραμένει τεχνητά υψηλή, ιδιαίτερα στην Ευρώπη
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που δεν μπορεί να ισορροπήσει χωρίς μια βίαιη προσαρμογή.
Ασία: το πρώτο θύμα της κρίσης
Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στην Ασία, η οποία απορροφούσε περίπου το 80% των εξαγωγών του Κόλπου.
Τα εμπορικά αποθέματα εξαντλούνται, ενώ χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία αναγκάζονται να χρησιμοποιούν στρατηγικά αποθέματα — τα οποία όμως πλησιάζουν στο τέλος τους.
Ταυτόχρονα, τα διυλιστήρια μειώνουν την παραγωγή έως και κατά 10%, με τον κίνδυνο να φτάσει ακόμη και το 30% αν η κρίση συνεχιστεί.
Η Κίνα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «βαλβίδα εκτόνωσης», διαθέτοντας τεράστια αποθέματα. Ωστόσο, έχει περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων, επιδεινώνοντας τις ελλείψεις.
Οι τιμές το αντανακλούν ήδη: η βενζίνη πλησιάζει τα 120 δολάρια το βαρέλι, το ντίζελ τα 175 και τα καύσιμα αεροσκαφών τα 200.

Ευρώπη: προστατευμένη, αλλά ευάλωτη
Σε αντίθεση με την Ασία, η Ευρώπη έχει αποφύγει μέχρι στιγμής τη δραστική μείωση της ζήτησης.
Οι κυβερνήσεις επιδοτούν τα καύσιμα ή μειώνουν φόρους, προσπαθώντας να προστατεύσουν τα νοικοκυριά. Όμως αυτή η πολιτική, προειδοποιεί ο Economist, ενδέχεται να επιδεινώσει την ανισορροπία.
Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια ήδη αγοράζουν πετρέλαιο σε πολύ υψηλότερες τιμές από αυτές που δείχνουν τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Το πραγματικό κόστος —μεταφοράς και ασφάλισης— πλησιάζει τα 130-150 δολάρια το βαρέλι.
Αυτό συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και φέρνει πιο κοντά το ενδεχόμενο περικοπών στην παραγωγή.
Ο κίνδυνος ενός «παγώματος» της αγοράς
Καθώς τα αποθέματα μειώνονται, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο οι υψηλές τιμές, αλλά και η λειτουργική παράλυση της αγοράς.
Τα αποθέματα καυσίμων αεροπορίας στην Ευρώπη επαρκούν για περίπου 50 ημέρες. Αν η κατάσταση δεν εξομαλυνθεί έως το καλοκαίρι, ενδέχεται να μειωθούν απότομα.
Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση για LNG ενόψει χειμώνα θα εντείνει τον ανταγωνισμό με την Ασία.
Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μικρές διαταραχές μπορεί να προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Ακόμη και η αποκλιμάκωση δεν αρκεί
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν άμεσα, η πλήρης αποκατάσταση της αγοράς θα απαιτήσει μήνες.
Οι απώλειες σε παραγωγή και μεταφορές θεωρούνται ήδη σημαντικές και, σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται ο Economist, μπορεί να φτάσουν τα 1,5 δισ. βαρέλια — περίπου το 5% της ετήσιας παγκόσμιας παραγωγής.
Αν η κρίση παραταθεί, οι απώλειες αυτές θα μπορούσαν να διπλασιαστούν.
Το χρονικό παράθυρο κλείνει
Η τελευταία φορά που η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε απότομα —κατά περίπου 10%— ήταν το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τότε, η παγκόσμια οικονομία συρρικνώθηκε κατά περισσότερο από 3%.
Σήμερα, προειδοποιεί ο Economist, ο κόσμος πλησιάζει ξανά σε ένα τέτοιο σημείο καμπής.
Μόνο που αυτή τη φορά, η αιτία δεν είναι μια υγειονομική κρίση — αλλά μια ενεργειακή ασφυξία.
Και το περιθώριο για να αποφευχθεί μια πλήρης καταστροφή στενεύει επικίνδυνα.
naftemporiki.gr


