Την ερχόμενη Πέμπτη η Βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας διαλύεται. Άλλο κακό να μη μας βρει, θα σκεφτεί ειρωνικά κάποιος, αλλά θα προλάβω αυτή τη μοχθηρή σκέψη με την υπόδειξη ότι σ’ ένα μήνα «θα δεις τι σού ‘χουν για μετά».
Εν πάση περιπτώσει, ολοκληρώνεται η θητεία του συγκεκριμένου σώματος κι αυτό συνήθως φέρνει στην ατμόσφαιρα έναν αέρα τελετουργικής ανακούφισης και μια υπόνοια συλλογικής αμνησίας. Θα ειπωθούν τα ειωθότα, θα καταγραφούν τα προφανή, θα γίνουν οι απολογισμοί με τη γνωστή γαλαντομία και νοσταλγία που επιδεικνύουμε προς το παρελθόν όταν αυτό έχει ήδη καταστεί αβλαβές.
Ας ρίξουμε, όμως, την καθιερωμένη απολογιστική ματιά σε όσα έγιναν σχετικά με τον τομέα του πολιτισμού, όπου μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η απερχόμενη Βουλή αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα αντιφατικό, δηλαδή ταυτόχρονα αξιοσημείωτο και ημιτελές. Για να μην είμαστε άδικοι, το συγκεκριμένο Σώμα είναι αυτό στο οποίο πιστώνεται η ψήφιση του νομοσχεδίου για την ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού, γεγονός που όπως και να το δει κανείς αποτέλεσε τομή, από θεσμικής, πρακτικής και ψυχολογικής σκοπιάς.
«Πιστώνεται» ή «χρεώνεται», γιατί πάντα υπάρχουν και αντιρρησίες. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία και τα κιτάπια της ΚΔ έγραψαν ότι αυτό συνέβη στη βάρδια της απερχόμενης Βουλής, άσχετα αν λιγότερο ή περισσότερο εργάστηκαν και προηγούμενες, μέχρι να ωριμάσει το φρούτο και να το «απολαύσουμε» αισίως το 2022. Η ουσία είναι πως ήταν μια κίνηση που άργησε, αμφισβητήθηκε, ταλαιπωρήθηκε και μάς ταλαιπώρησε, αλλά τελικά συνέβη.
Έτσι, για πρώτη φορά ο πολιτισμός βγήκε, διοικητικά, από τη σκιά της παιδείας και απέκτησε μια αυτοτελή θέση στον κυβερνητικό μηχανισμό. Αν μη τι άλλο, έγινε περισσότερο ορατός πολιτικά, ανεξάρτητα αν η νέα δομή δίνει ορισμένες φορές την εντύπωση ότι δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσε. Ας το επιρρίψουμε αυτό στην ορατότητα.
Το εγχείρημα αποδείχτηκε μπελαλίδικο, όπως άλλωστε προεξοφλούσαν πολλοί, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη σημασία του. Αντιθέτως, ίσως την επιβεβαιώνει. Διότι μόνο ό,τι επιχειρεί να μετακινηθεί από τη βολική του ακινησία συναντά πραγματικές αντιστάσεις και δυναμικές τριβές.
Πρέπει να είμαστε δίκαιοι και να αναγνωρίσουμε ότι το Υφυπουργείο Πολιτισμού δεν γεννήθηκε σε παρθένο έδαφος. Πριν ακόμη την επίσημη έναρξη της λειτουργίας του, κλήθηκε να διαχειριστεί παγιωμένες δομές, θεσμικές αγκυλώσεις, καχυποψίες και μικρο-ισορροπίες δεκαετιών. Ας πούμε ότι κούτσα- στραβά και σε μια όχι και τόσο συνηθισμένη στιγμή θεσμικής τόλμης, η Βουλή διέβη τον Ρουβίκωνα -κι όχι τα καυδιανά δίκρανα- και ανέλαβε την ευθύνη αυτής της μετάβασης. Από εκεί και πέρα, όμως, άρχιζαν και τα δύσκολα κι εδώ είναι που ο απολογισμός γίνεται λιγότερο γενναιόδωρος.
Καταρχάς, παρά τις επανειλημμένες διακηρύξεις από τον ίδιο τον Πρόεδρο της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ή την Πρόεδρο της Βουλής, αλλά και αρκετών βουλευτών και πολιτικών δυνάμεων, αναπόφευκτα η Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού τίμησε πρωτίστως την πρώτη της συνιστώσα.
Δεν θα καθίσω να μετρήσω πόσες φορές απασχόλησε την ημερήσια διάταξη ο πολιτισμός σε σχέση με την παιδεία γιατί θα πέσει μεγάλη μελαγχολία, ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς ότι μιλάμε κιόλας για μια περίοδο που προωθούνταν νέα και κρίσιμα νομοσχέδια που αφορούσαν την ίδρυση του Υφυπουργείου και ζητήματα που προέκυψαν από τη λειτουργία του. Ελάχιστες εκλάμψεις έδωσαν την εντύπωση ότι ο πολιτισμός ξεπρόβαλλε για λίγο από το περιθώριο, πριν επιστρέψει στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Δεν μπορούμε, εξάλλου, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση του Υφυπουργείου και τρία μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη η βασικότερη και κρισιμότερη εξαγγελία μοιάζει να έχει βαλτώσει. Σε ό,τι αφορά το διαχρονικό και σχεδόν μυθολογικό ζήτημα της κατοχύρωσης της ιδιότητας του καλλιτέχνη χρειάζεται υπέρμετρη καλοπιστία για να ισχυριστεί κανείς ότι υπήρξε κάποια ουσιαστική πρόοδος. Το περιβόητο μητρώο εμφανίστηκε, συζητήθηκε, αποσύρθηκε, επανήλθε, ξαναξεχάστηκε. Και πριν ξεχαστεί άρχισε να μοιάζει με τον ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζεις.
Η έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι θεμελιώδης όχι μόνο για τους επηρεαζόμενους, αλλά για την ίδια την ουσία και την έννοια της πολιτιστικής πολιτικής. Διότι χωρίς έναν σαφή και χειροπιαστό ορισμό του ποιος και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι καλλιτέχνης, κάθε συζήτηση μοιάζει να αιωρείται στο κενό. Ούτε το Υφυπουργείο, ούτε η Βουλή κατάφεραν να τετραγωνίσουν τον κύκλο, με την αίσθηση της εκκρεμότητας να καθίσταται κεφαλαιώδης.
Δεν ξέρω αν -και πόσο- φταίει γι’ αυτό απαραίτητα το γεγονός ότι ο πολιτισμός συνυπάρχει κοινοβουλευτικά με την παιδεία και λειτουργεί ως «ψυχοπαίδι». Αρχίζω να υποψιάζομαι, όπως και στην περίπτωση που συνυπήρχε πολιτικά με την παιδεία στο τότε ΥΠΠΑΝ, ότι ο ισχυρισμός αυτός ενδεχομένως να έχει μετατραπεί σε άλλοθι και σε εύκολη δικαιολογία για την αδράνεια.
Δεν είναι δα και κανένα ριζοσπαστικό αίτημα. Είναι λίγο μοιρολατρική προσέγγιση και δηλώνω συνένοχος στη δημιουργία του συγκεκριμένου αφηγήματος. Επαναλαμβάνοντας το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο πολιτισμός δεν είναι παράρτημα κι έχει πλατύ πεδίο πολιτικής με τη δική του πολυπλοκότητα και τις δικές του ανάγκες, ενίοτε είναι σαν να το αμφισβητείς.
Η ανάγκη είναι δεδομένη. Αναγνωρίζεται ρητορικά, αλλά δεν μεταφράζεται σε συνεκτική πολιτική. Κάθε νέα Βουλή καλείται να «επιληφθεί», με νέο αέρα, όρεξη, ελπίδες. Η εμπειρία δεν επιτρέπει υπερβολική αισιοδοξία. Ούτε οι ιδιαιτερότητες που αναμένονται για το νέο μωσαϊκό της Βουλής.
Όμως, δεν έχουμε ούτε την πολυτέλεια της μοιρολατρίας. Η νέα Βουλή θα συγκροτηθεί σε σώμα, πρέπει να βρει τον ρυθμό της, να αρχίσει σύντομα να ενεργοποιείται και να μπαίνει στο πνεύμα. Κάπου το φθινόπωρο, ίσως στρέψει ξανά την προσοχή της στον πολιτισμό. Αλλά χωρίς ουσιαστική βούληση, είναι πιθανό σε πέντε χρόνια κάποιος να κάνει τη σούμα γράφοντας τα ίδια με άλλες λέξεις.
Πέρα από τη νομοθετική διάσταση, είναι ζήτημα νοοτροπίας μιας πολιτείας που χρειάζεται να εμπεδώσει ότι το να μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από αυτό που κάνει ένας μουσικός, ένας ηθοποιός, ένας εικαστικός είναι κυρίως ζήτημα επιβίωσης της ίδιας μας της ταυτότητας.
Ελεύθερα, 19.4.2026


