Μεγάλος κίνδυνος για τη δημοκρατία και την ελεύθερη σκέψη είναι να θεωρούνται μυθομανείς και μυθοπλάστες συλλήβδην όσοι κομίζουν άσχημα νέα.
Με τόση φρίκη γύρω μας, αληθινή, πραγματική βία που την αντικρίζουμε και τη ζούμε καθημερινά, απορούν πολλοί γιατί κάποιος να περνά τον ελεύθερο χρόνο του διαβάζοντας βιβλία ή παρακολουθώντας ταινίες με επινοημένη βία. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν αυτό το είδος της λογοτεχνίας θεωρούν πως όσοι διαβάζουν τέτοια βιβλία είναι αιμοχαρείς ή και αναισθητοποιημένοι. «Πλάνη», λέει ο Γερμανός συγγραφέας Σεμπάστιαν Φίτζεκ, από τους μετρ του είδους: «Η φρίκη του πραγματικού κόσμου είναι συχνά τόσο τρομερή επειδή οι τίτλοι των εφημερίδων και τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης μας κάνουν να νιώθουμε ανήμποροι και μπερδεμένοι. Τα αστυνομικά και τα θρίλερ ασχολούνται με τα κίνητρα και προσπαθούν να εξηγήσουν το αδιανόητο. Και συχνά έχουν καλό τέλος. Η μεγάλη διαφορά τους από την πραγματική ζωή».
Ωστόσο, τα πραγματικά μεγάλο πρόβλημα είναι μάλλον το αντίθετο: Δεν μας ενδιαφέρει τόσο το γιατί κάποιοι διαβάζουν ή όχι θρίλερ και βιβλία με φρίκη και τρόμο, όσο το ότι πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν την αληθινή βία και φρίκη ως μη πραγματική. Παρακολουθούν τη σχετική ειδησεογραφία όπως θα έβλεπαν μια σειρά στην τηλεόραση ή σαν να διαβάζουν ένα τέτοιο βιβλίο. Το αποτέλεσμα, από αυτή την τάση ενός μεγάλου μέρους του κοινού, είναι να απαξιώνουν και να αμφισβητούν τους φορείς τέτοιων ειδήσεων, δηλαδή τους δημοσιογράφους – άρα και τις ίδιες τις ειδήσεις. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, για τη δημοκρατία και την ελεύθερη σκέψη, είναι να θεωρούνται, από ένα μέρος του κοινού, μυθομανείς και μυθοπλάστες συλλήβδην όσοι κομίζουν άσχημα νέα.
Δεν παραγνωρίζω καθόλου τον ρόλο του «κίτρινου» Τύπου, ο οποίος συμβάλλει στο να αντιμετωπίζονται πολλά συμβάντα της αληθινής ζωής ως μυθεύματα, σε συνδυασμό με το αντίθετό του, να θεωρούνται δηλαδή ως γεγονότα αδιαμφισβήτητα ένα σωρό fake news και θεωρίες συνωμοσίας. Ο σύγχρονος πολίτης σήμερα, στην εποχή που κάθε λογής πληροφορίες του «επιτίθενται» με σφοδρότητα σαν drones που μεταφέρουν βόμβες διασποράς, βρίσκεται στην επισφαλή θέση να διαλέξει ανάμεσα σε αλήθεια και ψέματα. Το γιατί είναι ευκολότερο σε πολλούς να πιστέψουν τα πιο απίθανα πράγματα χωρίς καμιά απόδειξη ή τεκμηρίωση, ενώ μάλιστα πολλά από αυτά είναι τόσο εξωφρενικά και χοντροκομμένα που δεν ξεγελούν ούτε μικρά παιδιά, είναι ένα μυστήριο το οποίο ανήκει στο πεδίο των ειδικών να το εξηγήσουν. Και όμως, συμβαίνει…
Εδώ και δυο εβδομάδες περίπου παρακολουθούμε μια τρομακτική υπόθεση διαφθοράς και διαπλοκής, η οποία εξελίσσεται με βάση τις αποκαλύψεις μιας κοπέλας που αποκαλείται «Σάντη», τόσο απίστευτες που μοιάζουν με καλοστημένο σκηνοθετικά θρίλερ, στο οποίο εμπλέκονται πολιτικοί, δικαστές, τραπεζίτες, οικονομικοί και άλλοι ισχυροί παράγοντες ως συμμορία – με μια διαφορά: Συνοδεύεται από εκατοντάδες τεκμήρια που την υποστηρίζουν, τα οποία, αν δεν αποδειχθούν πλαστά, είναι συντριπτικά και αληθοφανή. Από την άλλη, όμως, η εκδοχή που παρουσιάζει η Αστυνομία (μυθομανής η κοπέλα, κατασκευασμένα από αυτήν τα sms και όλα τα τεκμήρια) είναι ακόμα πιο απίστευτη. Εδώ, βεβαίως, ισχύει ο «κανόνας» που προανέφερα: Το αληθοφανές θεωρείται σχεδόν εξ ορισμού ψευδές από το μέρος εκείνο του κοινού που περιέγραψα, παρά το ότι, εκτός από την παράξενη ομολογία (;) της «Σάντης» και κάποιες ανακολουθίες, δεν υπάρχουν ενδείξεις περί του αντιθέτου – εκτός από τις αναμενόμενα οργισμένες διαψεύσεις όσων κατονομάζονται, μαζί με εκφοβιστικές, τύπου SLAPPs, αγωγές κατά δημοσιογράφων και των Μέσων που δημοσιεύουν τις αποκαλύψεις τους.
Αντιθέτως, έχουμε πολλές ενδείξεις οι οποίες εντείνουν την υποψία για μεγάλης έκτασης διαπλοκή και διαφθορά στα υψηλότερα επίπεδα: Πολιτική και δικαστική εξουσία είναι από απρόθυμες και νωθρές μέχρι φανερά παρελκυστικές όσον αφορά την έρευνα της υπόθεσης. Υπηρεσίες και θεσμοί όπως η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη, οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο κατηγοριών περί διαπλοκής, είναι αδύνατο να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη. Η τοποθέτηση του πρόεδρου της Δημοκρατίας, περίπου πως «αν αποδειχθεί» ότι έχουν βάση οι αποκαλύψεις, θα διορίσει ανεξάρτητους ανακριτές για… να αποδείξουν αν αυτές έχουν βάση, αν μη τι άλλο ενισχύουν την καχυποψία. Ο πρόεδρος έχει μια μεγάλη ευκαιρία στα χέρια του, την οποία δεν πρέπει να αφήσει να πάει χαμένη αν θέλει να ενισχύσει την αμφισβητούμενη αξιοπιστία του – άμα, βεβαίως, δεν θέλει να θεωρείται (ή να είναι;) και ο ίδιος μέρος της διαπλοκής: Να καλέσει ξένους ανακριτές ούτως ή άλλως, όχι «σε περίπτωση που προκύψει μια τέτοια ανάγκη», που να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στους πολίτες, δύσπιστους και ευκολόπιστους.
Σε κάθε περίπτωση, σκέφτομαι με φρίκη μπορεί τι περνά εκείνη η κοπέλα, την Αστυνομία να την πιέζει, χωρίς δικηγόρο, την ψυχολογική πίεση που υφίσταται, πόσο τρομοκρατημένη πρέπει να νιώθει, τον ενδεχόμενο κίνδυνο για τη ζωή της. Ο Στέλιος Ορφανίδης, ο δημοσιογράφος του OCCPR (Organized Crime and Corruption Reporting Project) ο οποίος είχε πρώτος μιλήσει επί μακρόν μαζί της, σε πρόσφατο άρθρο του την προτρέπει να φύγει για να σωθεί! Φυσικά, κανείς δεν είναι ασφαλής πουθενά, και η Αστυνομία που οφείλει να την προστατεύσει είναι άλλη μια εν δυνάμει απειλή, αν ισχύουν όσα μαθαίνουμε. Ο ίδιος δημοσιογράφος, με αφορμή τη δολοφονία του Καραϊβάζ στην Αθήνα, τις διώξεις και παρακολουθήσεις δημοσιογράφων, δήλωσε πριν τρία χρόνια πως τέτοιες πρακτικές, όπως και η καταχρηστική χρήση των θεσμών από τους εκπροσώπους τους, υπονομεύουν το κράτος δικαίου. Από την άλλη, τονίζει πως «η στρεβλή πληροφόρηση παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα, με συνεπακόλουθο τη δυσλειτουργία της δημοκρατίας. Και έτσι προσφέρει όχι μόνο κίνητρα στις πολιτικές ηγεσίες να διατηρήσουν τα ελλείμματα πλουραλισμού, αλλά και τα Μέσα να διατηρήσουν αυτά τα ελλείμματα». Και η κατάσταση ολοένα επιδεινώνεται…
chrarv@philelefheros.com
Minority Report, ΕΛΕΥΘΕΡΑ 19.04.2026


