Ο γνωστός ηθοποιός αισθάνεται τυχερός που χρόνο με τον χρόνο ερωτεύεται το θέατρο όλο και περισσότερο.
Ανήκει στους ηθοποιούς που δεν αφήνουν στον εαυτό τους περιθώρια για ευκολίες. Κινείται ανάμεσα σε ρόλους που δοκιμάζουν τα όρια της έκθεσης και της αντοχής, σ’ ένα επαγγελματικό περιβάλλον που συχνά απαιτεί ταυτόχρονες παραστάσεις και πρόβες. Με αφορμή τη συμμετοχή στο σπονδυλωτό έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ «Glass. Kill. Bluebeard. Imp.» (Open Arts) και την παρουσία στον «Πατέρα» του Φλοριάν Ζελέρ (Θέατρο Δέντρο) και χωρίς να δραματοποιεί τις δυσκολίες, ο Αλέξανδρος Παρίσης μιλά για τη βαθιά του σχέση με το θέατρο, τη σωματική και πνευματική φθορά που συνεπάγεται η δημιουργία και την ανάγκη για απόλυτο δόσιμο.
–Ένα σπονδυλωτό έργο είναι κατά κανόνα πολλαπλή δοκιμασία; Κάθε έργο είναι μια δοκιμασία, πόσο μάλλον ένα σπονδυλωτό έργο με τέσσερα κεφάλαια. Η συγγραφέας έγραψε το έργο μέσα στην καραντίνα και στο peak του me too. Λες και είχε την ανάγκη να πει μόνο αυτά που πρέπει να ειπωθούν. Τίποτα περιττό. Λες και θα έγραφε για τελευταία φορά. Αγγίζει τη σκληρότητα της εφηβείας,τον αθεϊσμό, την κατάθλιψη, την ενοχή, την προδοσία, τον θυμό και τόσα άλλα. Είναι από εκείνα τα έργα που δουλεύουν και μετά το πέρας της παράστασης. Χωρίς κάποιο μοχλό πίεσης καταφέρνει να σε κάνει να σκεφτείς και να αναρωτηθείς πολλά για τη σύγχρονη κοινωνία που έχουμε φτιάξει οι άνθρωποι.
–Πού βρίσκεις σταθερό έδαφος για να διαπραγματευτείς μια αλήθεια σε κείμενα γεμάτα μετατοπίσεις όπως αυτά της Κάριλ Τσέρτσιλ; Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε φράσεις τύπου «σταθερό έδαφος» ή «κείμενα γεμάτα μετατοπίσεις». Η συγγραφέας δίνει τη δυνατότητα στην ομάδα δημιουργών να φτιάξει ένα κόσμο ολόκληρο, χωρίς να επεμβαίνει με «Μη» και με «Όχι». Το θέμα είναι να μετατοπίζεται το κοινό που παρακολουθεί. Όταν έχεις απόλυτη ελευθερία στη δημιουργία, κάποιες φορές αισθάνεσαι αμήχανος και βουτηγμένος στο σκοτάδι, αλλά όταν είσαι μέρος μιας ομάδας ανθρώπων με τους οποίους σκάβετε παρέα όλο και πιο βαθιά, τότε βρίσκεις θησαυρούς. Και στο τέλος της ημέρας γιατί η αλήθεια στο θέατρο να είναι μία και μόνο;
–Νιώθεις κι εσύ εύθραυστος; Ότι υπάρχει κίνδυνος να «σπάσει» κάτι μέσα σου όταν καταπιάνεσαι με τόσο μεγάλα ζητήματα; Δεν ξέρω αν νιώθω εύθραυστος. Ούτε αν σπάω. Σίγουρα έχω ραγίσματα. Ίσως δεν φαίνονται εκ πρώτης, αλλά κλέβοντας μια ατάκα της Churchill «το μάτι σου δεν έχει συνηθίσει ακόμα, όμως εγώ μπορώ να δω τις ενώσεις των ραγισμάτων», θα συμπληρώσω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τραύματα μέσα τους. Άλλοι δεν ξέρουν καν ότι τα έχουν. Άλλοι παλεύουν να τα ξορκίσουν. Άλλοι δουλεύουν για τα μάθουν και να τα αποδεχτούν. Η βία από μικρό παιδί μου προκαλούσε αποστροφή. Λάτρευα και λατρεύω να συζητάω για ένα πρόβλημα μέχρι τη λύση του ή μέχρι την οριστική μου διαφωνία με αυτό. Παλαιότερα η αδικία με φόρτωνε οργή. Σήμερα νιώθω όπως οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη, λες και βρίσκομαι στην ανοιχτή παλάμη ενός γίγαντα, ευχόμενος να μην την κλείσει με δύναμη και με συνθλίψει. Άρα βρίσκομαι στον δρόμο προς την ευθραυστότητα.
-Ανεβαίνει σε κτήριο στην παλιά Λευκωσία. Πώς διαμορφώνει η επιλογή αυτή τη σχέση με τον χώρο και τον θεατή; Αυτομάτως ο χώρος είναι ο πρωταγωνιστής. Ορίζει το παίξιμο, το στήσιμο. Ένα έργο δημιουργεί πάντα μια σχεδόν ερωτική ατμόσφαιρα σε σχέση με τον χώρο που ανεβαίνει. Στην Open Arts αυτό είναι πάντα μια επιθυμητή πρόκληση. Το κάνει περιπετειώδες.
–Βρίσκεις κάτι κοινό ανάμεσα στην αποσύνθεση της μνήμης στον «Πατέρα» και στη ρευστότητα της πραγματικότητας και της αφήγησης που βλέπουμε στο έργο της Τσέρτσιλ; Ο Πατέρας είναι το masterpiece του Ζελλέρ. Δεν έχει γράψει κάτι άλλο τόσο βαθύ και ανθρώπινο που να συνδυάζει μάλιστα το χιούμορ και το σασπένς μέχρι την τελική του κάθαρση. Στο σπονδυλωτό έργο της Τσέρτσιλ έχουμε να κάνουμε με μια τόσο συμπυκνωμένη γραφή, με αλληγορίες και συμβολισμούς που ως αναγνώστης αν μπεις στο τριπάκι ντε και καλά να καταλάβεις κάτι, τότε πεθαίνει ακαριαία η υπαρξιακή αναζήτηση. Σαν κάτι γλυκά που όταν τα τρως μαγεύεσαι και στη συνταγή τους υπάρχει ένα μυστικό υλικό που αν στο μαρτυρήσουν μπορεί να μην το ξαναφας ποτέ. Έχουν ένα «what if» και η Τσέρτσιλ και η Κάσιου που μπορεί και τις καθιστά για πάντα παιδιά.
–Ως ηθοποιός, πόσο εκτίθεσαι πραγματικά πάνω στη σκηνή; Υπάρχει κάτι που αποφεύγεις συνειδητά πια, ενώ παλιότερα το κυνηγούσες; Από τη στιγμή που είσαι πάνω στη σκηνή, εκτίθεσαι. Αποφεύγω να συγκρούομαι πια γιατί είναι τελείως ανώφελο χωρίς να σημαίνει ότι παλαιότερα το κυνηγούσα. Επιζητώ συνεργασίες στις οποίες το μυαλό μου παθαίνει burnout από την ανάλυση του κειμένου και το σώμα μου λιώνει στην προσπάθεια να ξεχάσει ό,τι τόσο καλά το μυαλό είχε σκεφτεί. Τυχερός που χρόνο με το χρόνο ερωτεύομαι το θέατρο περισσότερο. Θέλω στην πρόβα να αισθάνομαι ότι μπορώ να πω στους συναδέλφους- συνδημιουργούς οτιδήποτε σκεφτώ χωρίς να κάνουν δεύτερες σκέψεις για μένα. Θέλει εμπιστοσύνη κι αγάπη το πράγμα.

–Η πραγματικότητα ενός επαγγελματία ηθοποιού στην Κύπρο τον θέλει συχνά να παίζει σε έργα ταυτόχρονα ή να παίζει και να κάνει παράλληλα πρόβες. Πόσο αυτό επηρεάζει το «δόσιμο» σε μια δουλειά; Ποια είναι η θετική πλευρά; Όλα έχουν να κάνουν με το γιατί επιλέγεις να κάνεις κάτι. Αν κατάλαβα καλά, το ερώτημα κρύβει μια μομφή για το πώς αντέχουν οι επαγγελματίες του θεάτρου και κατ’ επεκταση οι περισσότεροι καλλιτέχνες να «πρέπει » να δουλεύουν σε δύο και τρία πράγματα ταυτόχρονα. Δυστυχώς, οι οικονομικές απολαβές είναι χαμηλές κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δουλέψεις περισσότερο. Αισθάνομαι καλά να δουλεύω σε πολλά concept ταυτόχρονα. Ευλογημένος που επιβιώνω από αυτό που αγαπώ να κάνω. Όσο μεγαλώνω, το δόσιμό μου γίνεται ισχυρότερο από δική μου ανάγκη.
–Σε φοβίζει η νοσταλγία ή τη βρίσκεις πηγή ερεθισμάτων; Η νοσταλγία είναι το υπόστρωμα μιας ανάμνησης. Η μνήμη δε σε ρωτάει. Υπάρχει. Θυμάσαι κάτι επειδή σου ήρθε να το θυμηθείς. Το να θέλεις να την επαναφέρεις στο σήμερα το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Μπορείς να ζωντανέψεις μια φωτογραφία από το μακρινό παρελθόν σου; Όχι. Είναι χρησιμότερο να κάνεις κάτι για το σήμερα. Στην υποκριτική όσο περισσότερα βιώματα έχεις, όσο μεγαλώνεις δηλαδή, τόσο το λιγότερο χρειάζεται να φανταστείς τα πράγματα. Εννοώ πως κάποιες απαντήσεις σου έχουν δοθεί ήδη, άρα η φαντασία πάει περίπατο.
–Δεκαπέντε χρόνια μετά την εγκατάστασή σου στην Κύπρο, νιώθεις ότι αυτός ο τόπος σ’ έχει μετατοπίσει ως άνθρωπο κι ως ηθοποιό; Μ’ έχει βοηθήσει να μπορώ να εξελιχτώ σ’ αυτό που αγαπώ να κάνω. Από εκεί και πέρα όταν ζεις σ’ ένα ειρηνικό περιβάλλον που δεν βρέχει βόμβες, τότε τον δρόμο σου τον χαράζεις ο ίδιος μέσα από την προσωπική σου αναζήτηση. Δεν αισθάνομαι ότι μου χαρίστηκε κάτι. Δεν αισθάνομαι αδικημένος για κάτι. Ούτε προσμένω το παραμικρό. Η μόνη στιγμή μετατόπισης που αισθάνθηκα ήταν η πατρότητα.
–Υπάρχει κάτι που ακόμη αντιστέκεται και δεν έχει «ριζώσει» μέσα σου εδώ; Δεν μου αρέσει το «ριζώσει». Δεν ήρθα για να ριζώσω. Ούτε ξέρω τι κρύβει το μέλλον. Δεν μου αρέσει να αντιστέκομαι γιατί δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να αντισταθώ και να βγάλω ρίζες. Πόσο υποκριτικό θα ήταν να πω «ρίζωσα»; Δεν γεννήθηκα εδώ. Άρα δεν έχω ρίζες εδώ. Τόσο απλό. Δεν είναι αντίσταση. Είναι πραγματικότητα. Ξέρεις; Η αντίσταση είναι θεωρητικά επαναστατική σκέψη-λέξη που όλο και πιο σπάνια γίνεται πράξη. Αυτό παρατηρώ γύρω μου. Δεν είμαι αισιόδοξος. Θα ήμουν ψεύτης.
INFO
Ελεύθερα, 19.4.2026


