Η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Cyprus Film Days (στα πλαίσια του προγράμματος Cinemas of Dissent) αποδομεί το σκληρό πρόσωπο της δικτατορίας μέσα από τον ελλειπτικό της συμβολισμό.
Είναι Σεπτέμβριος του 1970. Ο φέρελπις σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την «Αναπαράσταση» ανά χείρας. Η υποδοχή του έργου είναι θερμότατη: πέντε βραβεία ποιότητας και ύμνοι από τους κριτικούς.
Ο Αγγελόπουλος επινοεί μια νέα κινηματογραφική γλώσσα η οποία διαφεύγει από τη λογοκρισία των συνταγματαρχών. Στο καινοτόμο, αντιστασιακό του λεξιλόγιο κυριαρχούν η έλλειψη, η αποστασιοποίηση, το στυλιζάρισμα, το μεγάλο βάθος πεδίου, η αφαίρεση, ο συμβολισμός. Με αυτό τον τρόπο γεννιέται ο λεγόμενος «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος»…
Η υπόθεση
Φτάνουμε λοιπόν αισίως στο 1972 και στις «Μέρες του ’36». Η ταινία προβάλλεται με εξαντλημένα τα εισιτήρια, τρία χρόνια πριν από την εμφάνιση του αριστουργηματικού «Θιάσου». Η δράση λαμβάνει χώρα στις κρίσιμες μέρες πριν από τη δικτατορία του Μεταξά.
Η υπόθεση ξεκινά με τη δολοφονία ανώνυμου συνδικαλιστή σε μια πλατεία. Στο άκουσμα της πιστολιάς ο ομιλητής πέφτει νεκρός «σαν το σκυλί με συνθήματα σκισμένα», όπως θα τραγουδούσε μερικά χρόνια μετά ο Διονύσης Σαββόπουλος («Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ»). Αμέσως, το πλήθος τρέχει και εξαφανίζεται ενώ ο ύποπτος συλλαμβάνεται με συνοπτικές διαδικασίες.
Ο Σοφιανός, πρώην ναρκομανής και νυν χαφιές, καταλήγει στη φυλακή. Εκεί, αιχμαλωτίζει κάποιον επισκέπτη- πολιτευτή και απειλεί να τον σκοτώσει με ένα πιστόλι που βρίσκεται μυστηριωδώς στα χέρια του.
Η τυπική αστυνομική ταινία θα επικεντρωνόταν στην εξιχνίαση της δολοφονίας από κάποιο ντετέκτιβ ή στην αποκάλυψη της μηχανορραφίας που οδήγησε στο έγκλημα.
Όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει στις «Μέρες του ‘36». Εδώ, τα πιο αποκαλυπτικά και ενδιαφέροντα διαδραματίζονται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς την παρουσία μαρτύρων.
Χαρακτήρες σε παρτίδα σκάκι
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι ρεαλιστικό γεγονός. Είναι μία παρτίδα σκάκι. Η κάμερα κοιτάζει από ψηλά τις φιγούρες της σκακιέρας: ο «πύργος» είναι το σιδηρόφρακτο σωφρονιστικό ίδρυμα, οι «στρατιώτες» είναι οι δεσμοφύλακες, ο «λοχαγός» είναι ο διευθυντής της φυλακής, ο «βασιλιάς» είναι ο υπουργός, τα «άλογα» είναι οι γυαλιστερές λιμουζίνες που μεταφέρουν τους «προύχοντες».
Ενίοτε, κάποια μουσική συνοδεύει ηδονικά το εξουσιαστικό τους παιχνίδι, κατά προτίμηση βαλσάκι ή τανγκό. Παράδειγμα, το γλυκύτατο και ειρωνικό «Μην περιμένεις» σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, το οποίο ακούγεται από το γραμμόφωνο για χάρη, δήθεν, των φυλακισμένων.

Στον έξω κόσμο προβάλλουν ερειπωμένα σπίτια μέσα σε άδειες γειτονιές. Μονάχα μερικά παιδιά παίζουν κάτι σαν ποδόσφαιρο, με αυτοσχέδια μπάλα. Η όποια ζωή, εμφανίζεται σαν κιτς, κακοστημένη παράσταση: τα εγκαίνια του λεγόμενου «Νέου Ολυμπιακού Σταδίου», η απαγγελία στίχων με εθνικά μηνύματα από λευκοντυμένο τυφεκιοφόρο, πλάι στην παραλία…
Επιστρέφοντας στον αιχμάλωτο πολιτευτή, μαθαίνουμε πως πρόκειται για τον κύριο Κριεζή, αξιότιμο βουλευτή του Συντηρητικού Κόμματος. Θα μπορέσει τελικά να σωθεί; Ούτε κι αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ταινία.
Ιστορικό φιλμ χωρίς ιστορικά πρόσωπα
Ο ευρυγώνιος φακός επικεντρώνεται κυρίως στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Είναι η χοάνη που καταπίνει ανώνυμους ανθρώπους. Τα ατελείωτα πανοραμικά της κάμερας συνδέουν με αδιάσπαστους δεσμούς τους δύο κόσμους: τη σκοτεινή φυλακή και τους κάμπους, λουσμένους στο ελληνικό, καλοκαιρινό φως.
Η φημισμένη ομίχλη και η καταχνιά που θα γνωρίσουμε σε άλλες ταινίες του σκηνοθέτη, είναι παντελώς απούσες. Το σημαντικό εδώ είναι να αποκαλυφθεί ο απολυταρχισμός, ιδρυματοποιημένος και μη. Να διαφανεί το «μάτι της εξουσίας», όπως περιγράφεται στο έργο «Επιτήρηση και τιμωρία» του Μισέλ Φουκώ.
Οι χαρακτήρες του φιλμ θυμίζουν μαριονέτες που κινούνται πέρα δώθε, που ανεβοκατεβαίνουν σκάλες και βαδίζουν σε διαδρόμους, χωρίς να πηγαίνουν πουθενά. Η μία πόρτα οδηγεί σε άλλη πόρτα, πριν εκείνη κλείσει με βία μπροστά στα μάτια μας.
Οι δε χαρακτήρες, συνήθως ψιθυρίζουν ή δεν μιλάνε καθόλου (μην τυχόν και τους ακούσει «το μεγάλο αυτί»). Ούτε υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα αναφέρονται. Δεν υπάρχει κανένας Βασιλιάς Γεώργιος και κανένας Μεταξάς.
Ο Αγγελόπουλος αποφεύγει να εκθέσει καθαρά, την τότε και την τώρα δικτατορία. Αφήνει το μήνυμα να αιωρείται, σαν εκείνες τις φυλλάδες που πετάνε κάποια στιγμή τρεχάτοι οι μαθητές.

Το τέλος του παιχνιδιού
Κάπου στο μέσο της ταινίας, μερικοί ξένοι διπλωμάτες βαδίζουν πλάι στη θάλασσα. Μιλάνε για την «κρίση στην Ευρώπη», για τη «νέα τάξη», απολαμβάνοντας τα κοκτέιλ τους. Τι έχει αποφασιστεί; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το σκάκι παίζεται μέσα σε όρους και συντεταγμένες που έθεσε κάποια αδιαφανής εξουσία.
Έτσι κι αλλιώς, το ζητούμενο δεν είναι να δικαστεί ο ένοχος, ούτε να σωθεί ο πολιτευτής. Το θέμα είναι η «κυβέρνησις» να παγιώσει τη θέση της. Καθώς πέφτουν οι τίτλοι της ταινίας, η χούντα του Γεώργιου Παπαδόπουλου όντως «παγιώνει τη θέση της», έστω προσωρινώς. Ο δικτάτορας χρήζει τον εαυτό του αντιβασιλέα και υιοθετεί ένα μοντέλο διακυβέρνησης με «δημοκρατικό προσωπείο».
Το άλλο, το αληθινό πρόσωπο της δημοκρατίας θα διαφανεί δυο χρόνια μετά, όταν η μισή Κύπρος θα χαθεί. Τι συνέβη για να φτάσουμε ως εκεί; Και τότε, όπως στις «Μέρες του ’36», ψίθυροι και πόρτες κλειστές και βηματισμοί σε διαδρόμους ατελείωτους…
- INFO Η ταινία προβάλλεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Cyprus Film Days, στο Θέατρο Ριάλτο Λεμεσού την Τρίτη 21/4 στις 6μ.μ. και στο Ζήνα Πάλλας Λευκωσίας την Παρασκευή 24/4 στις 6μ.μ. cyprusfilmdays.com
Ελεύθερα, 19.04.2026









