Η σκηνοθέτρια της ταινίας «Deaf/ Sorda», που κατέκτησε το LUX Audience Award 2026, μας μιλά για αυτό το βαθιά προσωπικό πρότζεκτ, με πρωταγωνίστρια την αδελφή της, Μίριαμ Γκάρλο, που ανήκει στην κοινότητα των κωφών. Μέσα από αυτή τη δημιουργική και βιωματική συνάντηση, η Λιμπερτάδ μάς καλεί να επανεξετάσουμε όσα θεωρούμε «φυσιολογικά», υπογραμμίζοντας πως μια κοινωνία συγκροτείται μέσα από τις διαφορές της.
Κουβαλώντας στις αποσκευές της το Panorama Audience Award στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, το Golden Biznaga στο 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μάλαγα και τρία βραβεία στα 40ά Βραβεία Goya, η Εύα Λιμπερτάδ (Eva Libertad) κατέφθασε στις Βρυξέλλες, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της πορεία. Το «Deaf/ Sorda», ως συνέχεια της ομότιτλης μικρού μήκους ταινίας που κυκλοφόρησε το 2021, παρακολουθεί την Άνχελα, μια κωφή γυναίκα που γίνεται μητέρα και καλείται να επαναδιαπραγματευτεί τη θέση της σε έναν κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για εκείνην.
Παρακολουθώντας τη σκηνοθέτρια σε μια αίθουσα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να απαντά στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, αντιλαμβάνεσαι την προσωπική της εμπλοκή με την κάθε πτυχή της ιστορίας της. Όλες αυτές τις στιγμές που τα αγγλικά αποδεικνύονταν εμπόδιο, οδηγώντας την στη μητρική της γλώσσα, τα ισπανικά, για να αποδώσει τις αποχρώσεις των συναισθημάτων της. Κι ενώ η ταινία εντάσσεται σε ένα πλαίσιο έργων που έχουν στόχο να ανοίξουν δημόσιους διαλόγους, η ίδια επιμένει πως δεν είχε αυτή την πρόθεση. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν να δημιουργήσει αληθινούς, σύνθετους χαρακτήρες. Χρησιμοποίησε ηθοποιούς από την κωφή κοινότητα, έμπλεξε σκηνές με επαγγελματίες ηθοποιούς και αληθινό ιατρικό προσωπικό και δεν δίστασε να αφαιρέσει εντελώς τον ήχο από τη σκηνή, στην οποία η πρωταγωνίστρια βίωνε την πιο έντονη εσωτερική της πάλη, ούτως ώστε ο θεατής να νιώσει τον κόσμο, ακριβώς όπως τον βιώνει και η πρωταγωνίστρια. Αποφεύγοντας τα στερεότυπα, διαμόρφωσε την Άνχελα ως μια γυναίκα με αντιφάσεις, δύναμη και αδυναμίες, αγάπη και εγωισμούς, με «το φως της και το σκοτάδι της», όπως αναφέρει η ίδια. Γιατί, όπως είπε κλείνοντας τη συνέντευξή μας, αυτό που απομένει είναι η διαπίστωση πως στον πυρήνα μας, είμαστε πολύ πιο ίδιοι απ’ όσο οι φαινομενικές διαφορές μάς επιτρέπουν να αντιληφθούμε.
–Γιατί ένιωσες ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πεις την ιστορία σου; Αυτή η ταινία γεννήθηκε από την ανάγκη να εξερευνήσω την πολυπλοκότητα ανάμεσα σε δύο κόσμους, των κωφών και των ακουόντων. Τις συγκρούσεις και τις αντιπαραθέσεις τους, αλλά και, ταυτόχρονα, την αγάπη και τη σύνδεση. Η Μίριαμ Γκάρλο (Miriam Garlo), που ενσαρκώνει την Άνχελα, είναι η αδελφή μου και είναι κωφή. Ο δεσμός μας έχει διαμορφώσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και βιώνω τον κόσμο, ενώ μέσα από εκείνη έμαθα πολλά για την κώφωση. Όπως λέει η ίδια η Μίριαμ, είναι σαν να προετοιμαζόμασταν όλη μας τη ζωή για να φτιάξουμε αυτή την ταινία, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.
–Ήταν, συνεπώς, εύκολο να την πείσεις να αναλάβει τον ρόλο… Στην πραγματικότητα ήταν μια κοινή επιθυμία. Είχαμε ήδη συνεργαστεί στο παρελθόν, καθώς είναι θεατρική ηθοποιός, και πάντα ήθελε να δουλέψει στον κινηματογράφο. Μέσα από τις θεατρικές μας δουλειές γνωριζόμασταν καλά και επαγγελματικά, ως σκηνοθέτρια και ηθοποιός. Η πρώτη της επαφή με τον κινηματογράφο ήρθε με τη μικρού μήκους ταινία μας. Όταν βρέθηκε μπροστά στην κάμερα και την ερωτεύτηκε αμέσως! Είναι πραγματικά εκπληκτική και από την αρχή αποτέλεσε την καρδιά του πρότζεκτ.

–Πώς ήταν η συνεργασία σας; Ήταν μια όμορφη αλλά και πολύ έντονη εμπειρία. Από την αρχή συνειδητοποίησα πόσο αναγκαίο ήταν να δημιουργήσουμε ένα φροντιστικό και προσβάσιμο περιβάλλον γυρισμάτων, γιατί εκεί βρισκόταν αυτή. Δεν ήταν μια ακόμα ηθοποιός – ήταν η αδελφή μου! Και ήξερα πως, αν έβλεπα την Μίριαμ να μην αισθάνεται άνετα ή να μην χαίρεται τη διαδικασία, δεν θα μπορούσα ούτε εγώ να λειτουργήσω ως σκηνοθέτρια. Γι’ αυτό και ήταν καθοριστικό να διαμορφώσουμε ένα πραγματικά προσβάσιμο πλατό.
–Στη μικρού μήκους ταινία, εκφράσατε τον φόβο της μητρότητας σε έναν κόσμο φτιαγμένο για ακούοντες. Στη μεγάλου μήκους που ακολούθησε, αυτός ο φόβος τελικά πραγματοποιείται. Η μικρού μήκους γεννήθηκε από μια προσωπική αφετηρία, τη στιγμή που η αδελφή μου άρχισε να σκέφτεται το ενδεχόμενο της μητρότητας και μοιράστηκε μαζί μου τους φόβους της. Αφορούσαν κυρίως το πώς είναι να είσαι κωφή μητέρα σε έναν κόσμο που δεν είναι σχεδιασμένος για εσένα. Στην ταινία μικρού μήκους αυτό δεν πραγματοποιείται, όπως και στην πραγματική ζωή, αφού η Μίριαμ αποφάσισε τελικά να μη γίνει μητέρα. Στη μεγάλου μήκους, ήθελα να το πάω ένα βήμα πιο πέρα και να εξερευνήσω σε βάθος την πολυπλοκότητα και το δέσιμο ανάμεσα σε δύο κόσμους, των κωφών και των ακουόντων, μέσα από τη σχέση της Άνχελα και του Έκτορ. Ήθελα να ανακαλύψω και η ίδια τι θα συνέβαινε αν αυτοί οι δύο άνθρωποι αποκτούσαν ένα παιδί. Πριν γράψω το σενάριο, πήρα συνεντεύξεις από κωφές μητέρες, άκουσα τις εμπειρίες τους από την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και τη μητρότητα και αυτές οι αφηγήσεις μού επέτρεψαν να προσεγγίσω το θέμα σε βάθος, τόσο στη σχέση των δύο γονιών όσο και στον δεσμό ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί.
–Μία από τις πιο δυνατές στιγμές είναι η σκηνή του τοκετού, όπου η πρωταγωνίστρια τραβάει τη μάσκα του γιατρού γιατί δεν αντιλαμβάνεται τις οδηγίες για να φέρει σε πέρας τη διαδικασία. Τι συμβολίζει για σένα αυτή η κίνηση; Η σκηνή του τοκετού είναι και η μοναδική που δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Βασίζεται εξολοκλήρου στις μαρτυρίες των γυναικών στα πλαίσια της έρευνας που προηγήθηκε. Στις συνεντεύξεις, οι γυναίκες αυτές είχαν όλες τους διαφορετικές εμπειρίες να διηγηθούν για τις οικογένειές τους, τον σύντροφό τους ή για τη δική τους συναισθηματική κατάσταση. Όλες τους όμως είχαν την ίδια ακριβώς τραυματική εμπειρία. Και ήταν η εμπειρία του τοκετού. Η συγκεκριμένη σκηνή στην ταινία αποτυπώθηκε όπως μου την περιέγραψαν οι γυναίκες αυτές και για να το πετύχουμε επιλέξαμε οι άνθρωποι που θα συμμετείχαν σε αυτήν να μην είναι ηθοποιοί αλλά πραγματικοί γιατροί και νοσηλευτές. Κάτι ακόμα που είναι σημαντικό να γνωρίζετε είναι πως τόσο το ιατρικό προσωπικό όσο και το ζευγάρι, πραγματοποίησαν την πρόβα της σκηνής μαζί μου, ξεχωριστά. Ο στόχος ήταν όταν θα ξεκινούσε το τελικό γύρισμα, να συναντιούνταν για πρώτη φορά και να βίωναν όσο το δυνατόν πιο έντονα και ρεαλιστικά αυτά τα συναισθήματα.

–Ποια ήταν η ανταπόκριση της κοινότητας των κωφών που είδαν την ταινία; Η ταινία έχει ταξιδέψει σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με την ανταπόκριση να ήταν ιδιαίτερα θετική. Αυτό που κράτησα ήταν ότι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τον τρόπο εκπροσώπησης, και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι ρόλοι κωφών χαρακτήρων ερμηνεύονται από κωφούς ηθοποιούς, όχι από ακούοντες που «υποδύονται» την κώφωση. Μια επιλογή που έδωσε αυθεντικότητα στους χαρακτήρες.
–Το «Sorda» ξεχωρίζει, όμως, για την καλλιτεχνική του αρτιότητα. Ήθελες συνειδητά να δημιουργήσεις κάτι πέρα από μια «κοινωνική ταινία»; Δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω κάτι έχοντας με μοναδική πρόθεση να μεταφέρω ένα κοινωνικό μήνυμα. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να χτίσω τους χαρακτήρες. Στο επίκεντρο ήταν η εσωτερική διαδρομή της Άνχελα, με το φως και το σκοτάδι της, και η σχέση της με την κόρη της. Η κώφωση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της, ακόμη κι αν η ίδια δεν τη βιώνει ως πρόβλημα. Ωστόσο, όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον έξω κόσμο, και ιδιαίτερα με τον ερχομό του παιδιού της, συναντά ένα ουσιαστικό εμπόδιο, αυτό της επικοινωνίας. Έβλεπα την αδελφή μου να διαχειρίζεται αυτές τις συνθήκες σε όλη της τη ζωή, να παλεύει με δυσκολίες που επανέρχονται σε διαφορετικές μορφές. Από αυτή την παρατήρηση προέκυψε και το βάθος της ιστορίας. Το κοινωνικό στοιχείο αναδύθηκε τελικά μέσα από τον χαρακτήρα και όχι ως αρχική πρόθεση, ως κάτι που γεννήθηκε οργανικά από τη διαδρομή της.
-Τι μήνυμα θα ήθελες να κρατήσει το ευρωπαϊκό κοινό; Να αναρωτηθούμε όλοι πώς σχετιζόμαστε με τη διαφορετικότητα, γιατί αυτό που αποκαλούμε «κανονικότητα» δεν υπάρχει. Η αληθινή κανονικότητα είναι η ποικιλομορφία. Και αν θα ήθελα να μείνει κάτι στους θεατές φεύγοντας από την αίθουσα, είναι η αίσθηση ότι, όσο κι αν πιστεύουμε πως μας διαχωρίζουν τόσα πολλά, στην ουσία είμαστε πολύ πιο όμοιοι απ’ όσο νομίζουμε.
Ελεύθερα, 19.4.2026










