Αναστάτωση και προβληματισμό έχει προκαλέσει στην καλλιτεχνική κοινότητα η ανάδειξη της αιφνιδιαστικής απόφασης του Υφυπουργείου Πολιτισμού να μετονομάσει την Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης ΣΠΕΛ σε Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης.
Η εξέλιξη συνοδεύεται από δημόσια παραδοχή του ίδιου του Υφυπουργείου ότι η υπόθεση του νέου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης «μεταφέρεται χρονικά», γεγονός που εντείνει τους φόβους ότι το εγχείρημα κινδυνεύει να παγώσει ή να αλλάξει πορεία.
Η παραδοχή προκύπτει από δημόσιο σχόλιο του Γενικού Διευθυντή του Υφυπουργείου Πολιτισμού, Γιώργου Γρ. Παπαγεωργίου, ο οποίος αναφέρεται ρητά σε καθυστερήσεις «λόγω προϋπολογισμών» και «λόγω των μελετών ως προς το νομικό πρόσωπο που θα λάβει το μουσείο», σημειώνοντας ότι η πλήρης λειτουργία του μετατίθεται χρονικά εδώ και χρόνια.
Στο ίδιο σχόλιο, ο Γ. Παπαγεωργίου υποστηρίζει ότι, ακριβώς λόγω αυτών των καθυστερήσεων, το Υφυπουργείο έκρινε πως «οι πολίτες δεν μπορούν να περιμένουν άλλο», παρουσιάζοντας τη ΣΠΕΛ ως «το πρώτο από τα παραρτήματα του Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης».
Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που μεταφέρει η ίδια η Συμβουλευτική Επιτροπή Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, η οποία εργάζεται εδώ και έναν χρόνο για τη θεμελίωση του νέου θεσμού.
Η πρόεδρος της Επιτροπής, Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ, διευθύντρια του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη, τονίζει ότι η Επιτροπή έχει εργαστεί συστηματικά για να τεκμηριώσει την ανάγκη δημιουργίας Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, τον τρόπο λειτουργίας του και, κυρίως, την εξεύρεση κατάλληλου χώρου που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες ενός τέτοιου θεσμού.
Μιλώντας στον Φ, η Λ. Χατζηγαβριήλ εξέφρασε έντονη απογοήτευση και ανησυχία για τις τελευταίες εξελίξεις. Όπως ανέφερε, η Επιτροπή αφιέρωσε σημαντικό χρόνο και εθελοντική εργασία, με συνεχείς συνεδριάσεις, μελέτη προϋπολογισμών και νομικών πλαισίων και αυτοψίες στον προτεινόμενο χώρο, στις εγκαταστάσεις της Κρατικής Έκθεσης. «Οι προεργασίες προχωρούσαν, είχε εγκριθεί το κτήριο, φάνηκε να υπάρχει βούληση από το Υφυπουργείο και τον Δήμο Λευκωσίας, το νερό άρχισε να μπαίνει στο αυλάκι. Και ξαφνικά συμβαίνει αυτό» σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ίδια, η Επιτροπή δεν είχε προηγούμενη ενημέρωση ούτε κλήθηκε να εκφράσει άποψη για τη μετονομασία της ΣΠΕΛ. «Αν προέκυψαν κάποιες οικονομικές δυσκολίες, το κατανοούμε. Αλλά και πάλι έπρεπε να ενημερωθούμε σε μια τέτοια περίπτωση. Μας εξέπληξε κι εμάς αυτή η εξέλιξη. Δημιουργείται σύγχυση και μια έντονη ανησυχία ότι η υπόθεση έχει παγώσει. Τώρα είμαστε στο σκοτάδι και φοβόμαστε μήπως γκρεμιστούν όλα» ανέφερε, προσθέτοντας ότι τα μέλη της Επιτροπής κλήθηκαν με πολύ σύντομη προειδοποίηση την επόμενη εβδομάδα σε ενημερωτική συνάντηση στο Υφυπουργείο, γεγονός που δυσχεραίνει τη συμμετοχή τους λόγω ήδη ειλημμένων υποχρεώσεων.
Η Λ. Χατζηγαβριήλ υπενθύμισε ότι στον σχεδιασμό της Επιτροπής προβλεπόταν η δημιουργία ενός συνεκτικού μουσειολογικού δικτύου, στο οποίο θα εντάσσονταν και υφιστάμενες υποδομές, όπως η ΣΠΕΛ και η Κρατική Πινακοθήκη Majestic, με σαφώς διακριτούς ρόλους. «Η σύγχρονη τέχνη απαιτεί πλέον χώρο, ειδικές συνθήκες, δυνατότητα διάδρασης και φιλοξενίας μεγάλων εγκαταστάσεων. Κάθε μουσείο έχει τον προορισμό και τον ρόλο του» τόνισε.
Στο μεταξύ, σε σύντομη αναφορά του στο συνοδευτικό σημείωμα της επερχόμενης έκθεσης «Αγροποιητική: χώματα σώματα», η οποία παρουσιάζεται ως «η πρώτη έκθεση του Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης» το Υφυπουργείο Πολιτισμού σημειώνει τα εξής: «Σε έναν κόσμο όπου η πολιτιστική έκφραση συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την παιδεία και την πολιτιστική διπλωματία, η λειτουργία του Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης της Κύπρου αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα. Πέρα από την αναγνώριση της σημασίας και την προβολή της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας του τόπου μας, το μουσείο αποτελεί μια επένδυση, αλλά και μια κίνηση ενίσχυσης της πνευματικής καλλιέργειας της κοινωνίας».
Το χάσμα ανάμεσα στη δημόσια αφήγηση του Υφυπουργείου και στις ανησυχίες της ίδιας της Συμβουλευτικής Επιτροπής εντείνει τον προβληματισμό γύρω από τη συνοχή και τη συνέχεια του σχεδιασμού για το νέο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Για την καλλιτεχνική κοινότητα, το διακύβευμα δεν είναι η αλλαγή ονομασίας ενός χώρου, αλλά η υλοποίηση ενός ουσιαστικού, βιώσιμου και σαφώς οριοθετημένου θεσμού, όπως αυτός είχε αρχικά εξαγγελθεί.
Το αν η αιφνιδιαστική μετονομασία της ΣΠΕΛ αποτελεί μεταβατικό στάδιο ή ένδειξη αλλαγής πλεύσης, παραμένει προς το παρόν αναπάντητο κι αυτό ακριβώς είναι που τροφοδοτεί την ανησυχία.










