ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Ένα βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά και εκδόθηκε στη Λωζάνη το 1970 – και στην αγγλική τον επόμενό χρόνο, με τον συγγραφέα να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Αθηναίος», αποτελεί ένα πολιτικό εγχειρίδιο για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα στην περίοδο της χουντικής δικτατορίας. Ο «Αθηναίος» ήταν το όνομα που χρησιμοποίησε ο διπλωμάτης Ρόδης Ρούφος για να φωτίσει με αλήθειες τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα των συνταγματαρχών.
Όπως εξηγεί ο Richard Clogg στην εισαγωγή της αγγλικής έκδοσης του 1971, «ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ένας Έλληνας διανοούμενος ο οποίος εξακολουθεί να ζει σήμερα στην Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, σαφώς και δεν μπορεί να γράψει με το όνομά του· ωστόσο, η αναγκαστική αυτή ανωνυμία με κανέναν τρόπο δεν υπονομεύει την αυθεντικότητα του βιβλίου του, διότι ο συγγραφέας, προκειμένου να στηρίξει επαρκώς τους ισχυρισμούς του, προσφέρει άφθονη τεκμηρίωση».
Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση, το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά από τις εκδόσεις της «ΕΣΤΙΑΣ», διατηρώντας τον τίτλο της αγγλικής έκδοσης («Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών»). Η μετάφραση, οι σημειώσεις και το επίμετρο ανήκουν στον Αλέξανδρο Δ. Μπαζούκη, ο οποίος έχει ασχοληθεί συγγραφικά με τον Ρούφο, και ο πρόλογος στον Πάνο Λουκάκο, ο οποίος γνώριζε τον Ρούφο. Η εισαγωγή είναι από την αγγλική έκδοση του 1971 και γράφτηκε από τον Richard Clogg. Ο Φιλελεύθερος έχει σήμερα το προνόμιο της προδημοσίευσης του βιβλίου του Ρούφου Ρόδη, «Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών».
Από τα πολλά και ενδιαφέροντα που αναφέρονται στο βιβλίο, στεκόμαστε στα όσα σημειώνει για τον Ανδρέα Παπανδρέου, μετέπειτα ( το 1981) Πρωθυπουργό της Ελλάδος: «Από τις πρώτες-πρώτες αρχές της πολιτικής καριέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Τύπος της Δεξιάς τον είχε επιλεκτικά στοχοποιήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο, εξαπολύοντας επιθέσεις ενάντια τόσο στα προτερήματα όσο και στα ελαττώματά του, τόσο στα επιτεύγματα όσο και στα λάθη του, τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του. Η εκστρατεία αυτή, που ενορχηστρώθηκε σε ένα επίπεδο ασυνήθιστα χαμηλό ‒ακόμη και για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα‒, δίνει αναμφίβολα και μια εξήγηση για την ολοένα και μεγαλύτερη σφοδρότητα των ανταπαντήσεων του Ανδρέα. Συγχρόνως, ο Ανδρέας δημιούργησε εχθρούς στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, επιμένοντας στην άμεση ανάκληση ενός Αμερικανού αξιωματούχου, υπεύθυνου για ορισμένες ραδιοφωνικές εκπομπές της «Φωνής της Αμερικής», οι οποίες είχαν θεωρηθεί εχθρικές προς την Ελλάδα.
Οι εκπομπές αυτές αφορούσαν το Κυπριακό Ζήτημα, το οποίο ήταν σε κρίσιμη καμπή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που η Ένωση Κέντρου βρισκόταν στην εξουσία, δημιουργώντας επιπρόσθετα προβλήματα στην κυβέρνηση και απορροφώντας πολύ μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς της. Οι Δυτικές Δυνάμεις, και συγκεκριμένα οι ΗΠΑ, είχαν παροτρύνει την Ελλάδα να αποδεχθεί στο Κυπριακό μια συμβιβαστική λύση με την Τουρκία ‒ μια λύση, όμως, που θεωρούνταν ένας απαράδεκτος συμβιβασμός από την ελληνική κυβέρνηση. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε τα προηγούμενα χρόνια ασκήσει κριτική σε κάποιες από τις παραχωρήσεις της κυβέρνησης Καραμανλή ως αδικαιολόγητες, επιδίωκε να δείξει ότι ο ίδιος ήταν πιο αποφασιστικός από τον προκάτοχό του. Η μακρά αντίστασή του στις αμερικανικές πιέσεις και η πρωτοβουλία αποστολής μονάδων του ελληνικού στρατού στην Κύπρο δεν τον καθιστούσαν και πολύ δημοφιλή στην αμερικανική κυβέρνηση. Έτσι, κάποιοι αντιπολιτευτικοί κύκλοι στην Ελλάδα άδραξαν την ευκαιρία να μεταφέρουν κρυφά στα αυτιά των Αμερικανών το μήνυμα ότι μια πιο δεξιόστροφη κυβέρνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο ευέλικτη στο Κυπριακό».
Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις του Αλέξανδρου Δ. Μπαζούκη, ο Ρούφος αναφέρεται εδώ στα λεγόμενα «Σχέδια Άτσεσον» (από το όνομα του εμπνευστή τους, πρώην Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Dean Acheson) για επίλυση του Κυπριακού. Ο Ανδρέας, ο οποίος είχε ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με τον Μακάριο, ήταν αυτός που έπεισε τον πατέρα του, τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, να απορρίψει το σχέδιο Άτσεσον, παρά το γεγονός ότι αρχικά αντιμετώπιζε θετικά την αμερικανική πρόταση. Στην ίδια επεξηγηματική υποσημείωση υπενθυμίζεται η απόφαση για τη «μυστική» και σταδιακή αποστολή μιας ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο εντός του 1964, η οποία λήφθηκε από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ύστερα από την επανάληψη των διακοινοτικών συγκρούσεων στο νησί από τα τέλη του 1963 έως και τον Αύγουστο του 1964 ‒ συγκρούσεις που συνοδεύτηκαν από τουρκικούς βομβαρδισμούς στη βορειοδυτική Κύπρο και ρητές απειλές της Τουρκίας για άμεση εισβολή στο νησί.
Παραιτήθηκε από το ΥΠΕΞ
Η επιβολή της απριλιανής δικτατορίας βρίσκει τον διπλωμάτη Ρόδη Ρούφο (1924-1972) να υπηρετεί στην Αθήνα, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ύστερα από την επιστροφή του από το Παρίσι όπου είχε διατελέσει Σύμβουλος της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας κατά το διάστημα 1960-1964. Ως συγγραφέας είχε παρουσιάσει σημαντικό έργο, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω αναγνωρίσθηκε χρόνια μετά. Τυχαία, το 1967, μερικές μέρες πριν την επιβολή της δικτατορίας κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οι Γραικύλοι, το οποίο είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ. Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο λόγω της δικτατορίας δεν έτυχε της υποδοχής που του έπρεπε.
Με την επιβολή της δικτατορίας, ο Ρούφος έπραξε αυτό που μόνο ενδεχομένως για αυτόν θεωρείτο αυτονόητο. Για τους πολλούς η «κανονικότητα» συνεχιζόταν και επί χούντας! Δεν επέστρεψε στη θέση του στο Υπουργείο Εξωτερικών για όσο διάστημα η δημοκρατία στη χώρα του θα έμενε στον «γύψο», προκαλώντας με τον τρόπο αυτόν και την απόλυσή του από τη διπλωματική υπηρεσία στις αρχές του 1969 «λόγω αυτογνωμόνου απουσίας εκ των καθηκόντων του». Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μπαζούκη, δεν αρκέστηκε στη σιωπηρή διαμαρτυρία εναντίον της χούντας, αρνούμενος τη δημοσίευση οποιουδήποτε κειμένου του στην Ελλάδα, εφόσον αυτό θα έπρεπε να έχει εξασφαλίσει εκ των προτέρων την άδεια της λογοκρισίας· αλλά έσπευσε να αποδυθεί σε ένα μείζον εγχείρημα άμεσης και ηχηρής καταγγελίας της δικτατορίας στο εξωτερικό, με στόχο να ενημερώσει και να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη έναντι της πολιτικής και των πρακτικών της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα.
Ο Ρούφος έφυγε από τη ζωή διαρκούσης της δικατορίας των συνταγματαρχών, το 1972. Δεν έζησε την πτώση της χούντας και την καταστροφή της Κύπρου, με την οποία σε όλη τη διαδρομή του ταυτίσθηκε. Όπως αναφέρεται στο επίμετρο, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο του καλύπτει (με τις προσθήκες της αγγλικής έκδοσης) την περίοδο ώς τις αρχές του 1971, ακούγεται σε πολλά σημεία ευκρινώς «η μυστική βοή των προσιόντων», των επερχόμενων δηλαδή γεγονότων, τεκμήριο της διορατικότητας του συγγραφέα και της πολύ καλής γνώσης της κατάστασης στην Ελλάδα, όπως και των ζυμώσεων που βρίσκονταν τότε σε εξέλιξη στον χώρο της διανόησης και της αντίστασης, καθώς και στους κόλπους των ίδιων των (εξόριστων ή υπό περιορισμό) πολιτικών – ακόμη και των αξιωματικών (κυρίως του Ναυτικού).
Προέβλεψε εξελίξεις
Εντυπωσιάζουν, ακόμη, οι δυσοίωνες προβλέψεις του συγγραφέα για την αδυναμία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (ιδίως της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά και του Στρατού Ξηράς) να εκπληρώσουν την αποστολή τους σε περίπτωση που αυτό χρειαζόταν, εξαιτίας των μαζικών αποστρατεύσεων ανώτατων αξιωματικών και της παρεπόμενης δραματικής υποβάθμισης του αξιόμαχου του στρατεύματος, καθώς και της απώλειας κάθε σεβασμού στην αρχαιότητα και κάθε αίσθησης αλληλεγγύης και στρατιωτικής τιμής (esprit de corps). Με αφορμή την απόφαση για εσπευσμένη απόσυρση της ελληνικής «μεραρχίας» από την Κύπρο στα τέλη του 1967, κατόπιν απειλών της Τουρκίας για εισβολή στο νησί και σχετικών πιέσεων των Αμερικανών, ο Ρούφος θα σχολίαζε δηκτικά ότι «η χούντα δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κρίση που θα προκαλούσε μια γενική επιστράτευση και δεν ήταν σε θέση να εμπιστευτεί τους ένοπλους εφέδρους».
Στο βιβλίο του ο Ρούφος δίνει απαντήσεις σε όσους θεωρούσαν το καθεστώς της χούντας μια κανονικότητα. Αντικρούει τον ισχυρισμό ότι η χούντα διέθετε ισχυρό λαϊκό έρεισμα, επειδή «δήθεν η πλειονότητα των Ελλήνων, κουρασμένη από την ακυβερνησία και τις συνεχείς ταραχές και κινητοποιήσεις της περιόδου 1963-1967, έβλεπε με ανακούφιση την τάξη και την ασφάλεια να επικρατεί επιτέλους στη χώρα. Ως απόδειξη των λεγομένων του, ο συγγραφέας επικαλείται, μεταξύ άλλων γεγονότων, τη μεγαλειώδη αντιχουντική διαδήλωση στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου (Νοέμβριος 1968), την οποία και περιγράφει με φανερή συγκίνηση…»
Το ίδιο έντονος είναι απέναντι «και σε επιχειρήματα νομιμοποίησης των απριλιανών κινηματιών από κύκλους προσκείμενους στους Αμερικανούς και στους ντόπιους υποστηρικτές τους, οι οποίοι αποδέχονταν την κατάσταση στη χώρα με το σκεπτικό ότι οι δικτατορίες ήταν έτσι κι αλλιώς ένα ενδημικό φαινόμενο για την υποανάπτυκτη Ελλάδα και απαραίτητος όρος για την εκ των άνω επιβολή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, εξαιτίας και της ανεπάρκειας του πολιτικού της δυναμικού».
«Δεν μπορεί να υπάρξει μεταμόρφωση της δικτατορίας»
Ο Ρούφος περιγράφει τα δεδομένα σε σχέση με όσους βρέθηκαν απέναντι στη δικτατορία. Όπως σημειώνει: «Η σημερινή δικτατορία δεν είναι ικανή να εξελιχθεί σταδιακά προς μια αληθινή δημοκρατία – όπως ακριβώς μια λεοπάρδαλη δεν είναι ικανή να αλλάξει τις βούλες του τριχώματός της. Το να περιμένουμε μια τέτοια μεταμόρφωση δεν είναι μόνο κάτι διανοητικά αδικαιολόγητο, αλλά και κάτι πολιτικά επικίνδυνο: το να προσπαθήσουν να μας κάνουν να παραιτηθούμε από τη βούλησή μας για αντίσταση με αντάλλαγμα μάταιες υποσχέσεις δεν σημαίνει κάτι άλλο από το να παίξουμε το παιχνίδι της χούντας. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία εξέλιξη, κανένας συμβιβασμός. Εάν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι πρέπει να αγωνιστούμε με όλα μας τα μέσα για την ολοκληρωτική ανατροπή του καθεστώτος των συνταγματαρχών και την ακύρωση του έργου του σε κάθε σφαίρα της δημόσιας ζωής – ιδιαίτερα δε στον συνταγματικό και νομοθετικό τομέα. Στο σημείο αυτό επικρατεί ομοφωνία στις τάξεις της πλειοψηφίας όσων βρίσκονται στην αντιπολίτευση.
Αλλά ποιοι συνιστούν αυτό το «εμείς» της αντιπολίτευσης; Ποια μέσα διαθέτουμε για τον αγώνα μας και ποιοι είναι οι ακριβείς στόχοι μας; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά διαφέρουν. Η αντιπολίτευση στη χούντα περιλαμβάνει όλες τις πολιτικές αποχρώσεις, από τη μη-φασιστική Δεξιά ώς την άκρα Αριστερά, αλλά μπορεί κανείς να διακρίνει στη μεγάλη αυτή ποικιλομορφία πέντε κύριες τάσεις.
Πρώτον, υπάρχει η παραδοσιακή Δεξιά – πλην εκείνης της μερίδας των πρώην οπαδών της, οι οποίοι έχουν συνασπιστεί με το καθεστώς. Εφεξής, θα αποκαλούμε «Δεξιά» εκείνο το τμήμα της ΕΡΕ, το οποίο έχει συνταχτεί με την αντιπολίτευση και επιδιώκει την επιστροφή του Βασιλιά, έχοντας ως κύριους εκπροσώπους του τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (στην Ελλάδα) και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (στο εξωτερικό).
Δεύτερον, υπάρχουν τα πολυάριθμα στοιχεία της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), τα οποία είναι ανοργάνωτα και χωρίς έναν ηγέτη καθολικής αποδοχής. Τυπικοί εκπρόσωποι της ομάδας αυτής είναι οι πρώην υπουργοί Γεώργιος Μαύρος και Ιωάννης Ζίγδης (στην Ελλάδα) και ο Γεώργιος Μυλωνάς (στο εξωτερικό). Στο εξής, θα αναφερόμαστε στα στοιχεία αυτά ως τους «μετριοπαθείς».
Μια τρίτη κατηγορία είναι εκείνη της ριζοσπαστικής πτέρυγας της ΕΚ – περισσότερο γνωστής με το όνομα «Κεντροαριστερά». Της ομάδας αυτής ηγείται από την εξορία ο Ανδρέας Παπανδρέου με την οργάνωσή του, το ΠΑΚ. Η ομάδα αυτή θα αναφέρεται ως οι «ριζοσπάστες».
Τέταρτον, υπάρχει η «νέα Αριστερά», η οποία προήλθε από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968. Αυτοαποκαλείται «Γραφείο του Εσωτερικού» και για την υποστήριξή του στο εξωτερικό βασίζεται στην εξόριστη στη Δυτική Ευρώπη ΕΔΑ και, εντός Ελλάδας, στο ΠΑΜ. Όσοι από τους ηγέτες του είναι γνωστοί, βρίσκονται στη φυλακή ή στο εξωτερικό.
Και τέλος, υπάρχουν και τα απομεινάρια του παλιού, προσανατολισμένου στη Μόσχα, Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Ο ηγέτης του είναι ο Κώστας Κολιγιάννης, ο οποίος ζει στην Ανατολική Ευρώπη. Αυτό θα αναφέρεται ως KKE.
Δεν υπάρχει καμία ελπίδα οι πέντε αυτές ομάδες να σχηματίσουν ένα κοινό μέτωπο εναντίον της δικτατορίας. Για τη Δεξιά και τους μετριοπαθείς, το ΚΚΕ εξακολουθεί ακόμη να εμφανίζεται ως εχθρός εξίσου (αν όχι περισσότερο) επικίνδυνος με τη χούντα. Η ίδια η νέα Αριστερά, δίχως να έχει ακόμη αποκηρύξει επαρκώς το ολοκληρωτικό παρελθόν του ΚΚΕ, μόλις και μετά βίας παρουσιάζεται ως μια πιο αξιοσέβαστη ομάδα για τη Δεξιά και τους μετριοπαθείς, οι οποίοι απέχουν πολύ από το να την αποδεχτούν ως σύμμαχο, καθώς δεν είναι συνηθισμένοι να κάνουν λεπτές διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων αποχρώσεων του κομμουνισμού. Ακόμη, η Δεξιά φοβάται τον ριζοσπαστισμό του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ ο ίδιος με τη στάση του εναντίον της μοναρχίας (Δεκέμβριος 1969) δεν υπολόγισε σχεδόν καθόλου τους δεξιούς και τους μετριοπαθείς, ώστε να διευκολύνει κάπως την επαναπροσέγγιση μαζί τους. Η Δεξιά δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει βίαια μέσα για την ανατροπή της δικτατορίας, αλλά είναι καχύποπτη απέναντι στα μαζικά κινήματα – σε όσα, δηλαδή, στηρίζονται σε ευρεία λαϊκή βάση. Η ιδανική λύση για αυτήν θα ήταν ένα αντικίνημα οργανωμένο από έμπιστους αξιωματικούς, παρόμοιο με εκείνο της 13ης Δεκεμβρίου 1967, αλλά πιο επιτυχημένο. Ο στόχος της πολιτικής της θα ήταν η αποκατάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος διατηρώντας παράλληλα ένα σταθερό έρεισμα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτό θα της επέτρεπε να συνεργαστεί με τους μετριοπαθείς χωρίς να χρειάζεται να φοβάται την Αριστερά ή τους ριζοσπάστες.
Οι ίδιοι οι μετριοπαθείς είναι αρκετά κοντά στον τρόπο σκέψης της Δεξιάς, αλλά διστάζουν να το πουν. Έχοντας να ανταγωνιστούν τους ριζοσπάστες για τον προσεταιρισμό των ίδιων ψηφοφόρων (οι οποίοι αποτελούσαν την παλιά κεντρώα πλειοψηφία), δεν θέλουν να εμφανιστούν πολύ δεξιοί στο ιδεολογικοπολιτικό τους προφίλ, επιτρέποντας έτσι τους ριζοσπάστες να ισχυριστούν ότι αποτελούν τους μόνους αληθινούς υπερασπιστές μιας προοδευτικής δημοκρατίας. Διχασμένοι ανάμεσα στις αληθινές τους πεποιθήσεις και σε τακτικές σκοπιμότητας, αναποφάσιστοι και δίχως έναν ισχυρό ηγέτη ικανό να επιβάλει μια ξεκάθαρη πολιτική γραμμή, δεν είναι σε θέση να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Η κύρια δύναμή τους έγκειται στη δυνατότητά τους να μπορούν να διαπραγματευτούν με τη Δεξιά, η οποία θα χρειαστεί την υποστήριξη των μετριοπαθών για να αποκτήσει μια ευρύτερη βάση στήριξης από εκείνη που της προσφέρουν οι συντηρητικοί από μόνοι τους. Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, το ΚΚΕ κρατά χαμηλό προφίλ, παρακολουθώντας και περιμένοντας…»
Διάβαζε ακούγοντας κλασική μουσική και τη γάτα του παρέα
Στον πρόλογό του, ο Πάνος Λουκάκος, αναφέρεται στην γνωριμία του με τον Ρούφο. Ήταν μια μικρή παρέα νέων φοιτητών, η οποία είχε την ευκαιρία και την τύχη να συναντά συχνά από τα πρώτα χρόνια της Δικτατορίας τον Ρόδη Ρούφο, στο σπίτι του στην οδό Πλουτάρχου, καθώς ανάμεσά στην παρέα ήταν ο γιος του Λουκάς. «Έχει χαραχτεί στη μνήμη μου ο Ρόδης Ρούφος, καθισμένος στο μικρό σαλόνι-γραφείο του σπιτιού του, συχνά ακούγοντας κλασική μουσική, με μια στοίβα βιβλίων δίπλα του και τη γάτα του τη Σίμκα ανεβασμένη στα γόνατά του». Όπως σημειώνει, ο ίδιος ο Ρούφος σπάνια μιλούσε για τον εαυτό του. «Γνωρίζαμε ότι ήταν διπλωμάτης καριέρας, ότι είχε αρνηθεί να αναλάβει υπηρεσία μετά το πραξικόπημα και ότι γι’ αυτό είχε απολυθεί από τη χούντα, ότι στην Κατοχή είχε συνταχθεί με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και ότι αργότερα, όταν υπηρετούσε στη Λευκωσία ως υποπρόξενος, είχε συνδεθεί με τον Γρίβα, τον Μακάριο και τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Γνωρίζαμε ακόμη ότι καταγόταν από παλαιά, μεγάλη οικογένεια πολιτικών της Πάτρας, ότι ο πατέρας του είχε διατελέσει βουλευτής και υπουργός, ο παππούς του υπουργός και δήμαρχος Πατρέων, και πως ήταν δισέγγονος του Μπενιζέλου Ρούφου, ο οποίος υπήρξε τρεις φορές πρωθυπουργός και μέλος της αντιβασιλείας μετά την έξωση του Όθωνα. Γνωρίζαμε, τέλος, ότι είχε γράψει μια σειρά από μυθιστορήματα και δοκίμια με άξονες, μεταξύ άλλων, την εθνική αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο από την οπτική γωνία της αστικής παράταξης, κι ότι είχε επίσης γράψει για τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου εναντίον της αγγλικής αποικιοκρατίας». Εκείνο που δεν γνώριζε η παρέα των φοιτητών, οι πλείστοι οργανωμένοι στο «Ρήγα Φεραίο», ήταν πως ο Ρόδης Ρούφος ήταν ο συγγραφέας ενός πολύ σημαντικού βιβλίου που κυκλοφόρησε ανώνυμα στη γαλλική γλώσσα το 1970, με το ψευδώνυμο Athenian για την αγγλική έκδοση και Anonymous για την αμερικανική έκδοση που ακολούθησε.
«Όταν βρέθηκα φοιτητής στη Βόννη το 1973 αυτό ήταν το βιβλίο με το οποίο εφοδιάζαμε Γερμανούς δημοσιογράφους και πολιτικούς που ενδιαφέρονταν για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και ήθελαν να ενημερωθούν για να υποστηρίξουν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Νομίζω ότι το ίδιο είχε συμβεί και στις άλλες χώρες όπου αυτό είχε κυκλοφορήσει. Όχι τυχαία μάλιστα η κριτική στη Γαλλία και την Αγγλία το είχε χαρακτηρίσει ως το πληρέστερο ντοκουμέντο για τη κατάσταση στην Ελλάδα. Πρόκειται για το βιβλίο που κρατάμε τώρα στα χέρια μας, σε ελληνική έκδοση για πρώτη φορά, 54(!) χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία στο εξωτερικό».










