Οι φετινές ημέρες του Πάσχα συνοδεύτηκαν από τις καταιγιστικές εξελίξεις στην υπόθεση «Σάντη». Ήταν νωρίς το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, όταν άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες πληροφορίες για αστυνομική «έφοδο» στο σπίτι και το γραφείο του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη.
Χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση από την Αστυνομία η οποία να δίνει απαντήσεις έστω σε κάποια βασικά ερωτήματα, ήταν απολύτως φυσιολογικό τα γεγονότα να εξελιχθούν όπως εξελίχθηκαν. Αμέσως δημιουργήθηκε η εντύπωση στην κοινή γνώμη ότι πρόκειται μια ωμή επέμβαση του κράτους σε ευαίσθητα επαγγελματικά στοιχεία. Μια κίνηση η οποία, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν να πλήττει ευθέως μια εκ των θεμελιωδών αρχών της δικαιοσύνης, αυτή του δικηγορικού απορρήτου. Παράλληλα, με δεδομένη την απαξίωση των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, οι κινήσεις των αρχών έδιναν την αίσθηση ότι επιχειρείται η δίωξη αυτών που κατήγγειλαν μια τόσο σοβαρή υπόθεση, αντί εκείνων που καταγγέλθηκαν.
Παρακολουθώντας τις κινήσεις όλων των εμπλεκομένων και με τη συμβολή έγκριτων νομικών στην Κύπρο, ο «Φ της Κυριακής» επιχειρεί μια δεύτερη ανάγνωση της έρευνας στα υποστατικά του Νίκου Κληρίδη. Επιπλέον, αποκωδικοποιεί την έννοια του δικηγορικού απορρήτου στην προκειμένη περίπτωση και καταγράφει τρόπους διεξαγωγής τέτοιων ερευνών χωρίς να αφήνονται σκιές για κατάλυση του κράτους δικαίου ή για πράξεις που αποσκοπούν σε προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Το τελικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως το δικαστήριο, με μια επιπλέον γραμμή στο ένταλμα, θα μπορούσε να βάλει φρένο στο ενδεχόμενο ανεξέλεγκτων ενεργειών από την Αστυνομία.
Το αίτημα για ένταλμα
Όπως αποκάλυψε την περασμένη Πέμπτη ο «Φ», το αίτημα για ένταλμα έρευνας στα υποστατικά του Νίκου Κληρίδη έλαβε έγκριση από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Τη Μεγάλη Πέμπτη έγινε σύσκεψη στη Νομική Υπηρεσία όπου δόθηκε καθοδήγηση στους ανακριτές για καταχώρηση του αιτήματος, με το λεκτικό να ελέγχεται αρμοδίως. Το αίτημα καταχωρίστηκε στο δικαστήριο αργά το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η δικαστής λόγω της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης μελέτησε για ώρες το αίτημα πριν δώσει τη δική της έγκριση στις 1:00πμ του Μεγάλου Σαββάτου.
Η εκτέλεση και ο όρκος
Το ένταλμα έρευνας στο σπίτι, το γραφείο και τα μηχανοκίνητα οχήματα του Νίκου Κληρίδη εκτελέστηκε το πρωί της ίδιας μέρας γύρω στις 7:30-8:00πμ. Η Αστυνομία στην ανακοίνωση της περίπου 24 ώρες μετά, ξεκαθάρισε ότι εξασφαλίστηκε μαρτυρία στη βάση της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα, ενώ υποστήριξε πως το δικηγορικό απόρρητο έγινε σεβαστό. Επισήμανε ακόμα ότι εκδόθηκε κατόπιν σχετικής δικαστικής διαδικασίας, με σκοπό την ανεύρεση τεκμηρίων τα οποία ενδέχεται να συμβάλουν ουσιωδώς στη διερεύνηση και εξιχνίαση των καταγγελλόμενων γεγονότων, στο πλαίσιο εξέτασης υπόθεσης που αφορά ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων.
Κατά την έρευνα κατασχέθηκαν τρεις τηλεφωνικές συσκευές. Μία εξ αυτών, την οποία χρησιμοποιεί σήμερα ο δικηγόρος, του έχει επιστραφεί μετά από περίπου τρεις ημέρες.
Το σημείο 19 στον όρκο του αστυνομικού, με βάση τον οποίο εγκρίθηκε το αίτημα για ένταλμα έρευνας στα υποστατικά του Νίκου Κληρίδη, αναφερόταν σε επικοινωνία της «Σάντη» με την Αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα, η ίδια επικοινώνησε στις 7/4 με μέλος της ανακριτικής ομάδας και το ενημέρωσε ότι τους είχε παραδώσει λάθος τηλέφωνο και πως αυτό με το οποίο κατασκεύασε όλα αυτά τα μηνύματα το είχε δώσει στον Νίκο Κληρίδη για να το φυλάξει. Στις 9/4 ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας ζήτησε από τον Νίκο Κληρίδη να παραδώσει όλες τις συσκευές κινητού τηλεφώνου που χρησιμοποίησε από την επίμαχη περίοδο μέχρι σήμερα, με τον ίδιο να αρνείται επικαλούμενος τη δικαιολογία ότι θα μείνει χωρίς τηλέφωνο. Αρνήθηκε επίσης σε άλλο αίτημα των ανακριτών για πρόσβαση σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση.
«Τρομοκρατία» και αντιδράσεις
Η έρευνα της Αστυνομίας στα υποστατικά του Νίκου Κληρίδη προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ιδίου, καθώς και μεγάλης μερίδας του δικηγορικού κόσμου. Ο Νίκος Κληρίδης μίλησε για τρομοκρατική ενέργεια και έλλειψη σεβασμού. Χαρακτηριστικές ήταν οι αναφορές του πως ζήτησε έστω λίγο χρόνο να ντυθεί, να πιει λίγο νερό και να ετοιμαστεί, λαμβάνοντας όμως αρνητική απάντηση. Πολλοί ήταν και οι επιφανείς δικηγόροι που εξέφρασαν την έντονη αντίθεση τους, εγείροντας κυρίως το ζήτημα του δικηγορικού απορρήτου, το οποίο θεώρησαν πως παραβιάστηκε με απαράδεκτο τρόπο. Εγέρθη επίσης ζήτημα σε σχέση με την ώρα και μέρα έκδοσης και εκτέλεσης του εντάλματος το Μεγάλο Σάββατο, αφού εκείνη τη στιγμή τα δικαστήρια ήταν κλειστά και δεν θα μπορούσε κάποιος να ζητήσει δικαστική προστασία.
Ασφαλιστικές δικλείδες και εμπιστοσύνη στην Αστυνομία
Οι σφοδρές αντιδράσεις για την έρευνα δημιούργησαν αρχικά την εσφαλμένη εντύπωση ότι ένας δικηγόρος δεν μπορεί να ελέγχεται. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει τον έλεγχο, όπως ακριβώς ισχύει και για όλους τους υπόλοιπους πολίτες. Το βασικό ζήτημα είναι η διασφάλιση του δικηγορικού απορρήτου, ωστόσο αυτό δεν έχει σε καμία περίπτωση προέκταση ασυλίας για όσους ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα.
Έγκριτοι νομικοί που μίλησαν στον «Φ» της Κυριακής υπό καθεστώς ανωνυμίας, εξήγησαν ότι ένταλμα έρευνας εναντίον ενός δικηγόρου εκδίδεται κανονικά όπως για οποιονδήποτε άλλο πολίτη. Οι δικηγόροι δεν έχουν ασυλία, ενώ το δικηγορικό απόρρητο δεν ισχύει αν ο δικηγόρος είναι ύποπτος για διάπραξη αδικημάτων.
Επιπλέον, το απόρρητο δεν έχει να κάνει μόνο με την εκάστοτε περίπτωση που εξετάζεται, αλλά αφορά κυρίως άλλες υποθέσεις που χειρίζεται ο υπό έλεγχο δικηγόρος. Λόγω απόρρητων στοιχείων, στα εντάλματα εναντίον δικηγόρων επιβάλλεται να υπάρχουν και ασφαλιστικές δικλείδες. Κάτι που όπως αποκαλύφθηκε την Πέμπτη, έγινε και στην περίπτωση του Νίκου Κληρίδη.
Στο ένταλμα εναντίον του συμπεριλήφθηκαν δύο ασφαλιστικές δικλείδες.
- Η έρευνα να περιοριστεί μόνο στην εξαγωγή υλικού σε σχέση με τα υπό αναφορά πρόσωπα και να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πελατών του Νίκου Κληρίδη,
- Σε ηλεκτρονικές συσκευές όπως κινητά τηλέφωνα ή υπολογιστές η Αστυνομία να περιοριστεί μόνο στην εξαγωγή υλικού που θα παραλάβει. Η Αστυνομία δεν μπορεί να επέμβει σε δεδομένα που δεν αφορούν την υπό διερεύνηση υπόθεση.

Όπως σημείωσαν νομικοί κύκλοι στον «Φ», με βάση την κυπριακή νομολογία οι ασφαλιστικές δικλείδες απαγορεύουν την χρήση των στοιχείων που καλύπτονται από απόρρητο ενώπιον δικαστηρίου. Το προβληματικό σημείο είναι ότι οι δικλείδες από μόνες τους δεν μπορούν να αποκλείσουν την πιθανότητα πρόσβασης της Αστυνομίας σε απόρρητο υλικό, ανεξαρτήτως αν η ίδια δηλώνει ότι δεν τις παραβίασε. Επί της ουσίας, ο σεβασμός στο δικηγορικό απόρρητο στην προκειμένη περίπτωση επαφίετο στην καλή πίστη της Αστυνομίας, η οποία ομολογουμένως στις μέρες μας τελεί υπό αμφισβήτηση.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι παραμένει ασαφές κατά πόσον ο Νίκος Κληρίδης ήταν ποτέ ο δικηγόρος της «Σάντης». Αν όχι, τότε η περίπτωση τους δεν καλύπτεται καν από δικηγορικό απόρρητο. Επιπλέον, όπως εξήγησε άλλος νομικός στον «Φ», το απόρρητο δεν προστατεύει έναν δικηγόρο αν για παράδειγμα έδωσε συμβουλή σε πελάτη για το πώς να διαπράξει αδίκημα.
Έρευνες αλλά με έλεγχο
Η έρευνα στα υποστατικά του Νίκου Κληρίδη οδήγησε στη διεξαγωγή μιας εποικοδομητικής δημόσιας συζήτησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορεί να ερευνάται ένας δικηγόρος χωρίς να παραβιάζονται τα επαγγελματικά του δεδομένα που καλύπτονται από απόρρητο. Το ένα δεν πρέπει να αναιρεί το άλλο και υπάρχουν οι τρόποι για συνύπαρξη των δύο.
Όλοι οι νομικοί τους οποίους συμβουλεύτηκε ο «Φ» στο πλαίσιο αυτού του ρεπορτάζ συμφωνούν ότι οι δύο ασφαλιστικές δικλείδες δεν αρκούσαν για να αποκλειστεί η πιθανότητα παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου. Ένας εξ αυτών θεωρεί ως αναγκαία την παρουσία -κατά την εκτέλεση του εντάλματος- ενός ανεξάρτητου από την αστυνομία εκπροσώπου του δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος θα μπορεί να διασφαλίσει πως δεν θα ερευνηθεί ή κατασχεθεί υλικό που καλύπτεται από απόρρητο. Άλλος υποστηρίζει ότι θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να κατάσχονται ηλεκτρονικές συσκευές αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Και πάλι όμως θα έπρεπε την ώρα που θα τις ανοίξουν για έρευνα να είναι παρών ένας ανεξάρτητος νομικός για λόγους απορρήτου.
Η δικλείδα που έλειπε από το ένταλμα
Το τελικό συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε και οφείλουμε να το θέσουμε στο δημόσιο διάλογο, είναι πως το δικηγορικό απόρρητο στην περίπτωση του Νίκου Κληρίδη θα μπορούσε να διαφυλαχτεί με την προσθήκη στο ένταλμα έρευνας μιας τρίτης ασφαλιστικής δικλείδας, η οποία θα απαιτούσε την παρουσία ανεξάρτητου νομικού προσώπου από τον δικηγορικό σύλλογο που θα είχε την ευθύνη να εγγυηθεί την ορθότητα της διαδικασίας. Αυτό επί της ουσίας θα υποχρέωνε εμμέσως και την Αστυνομία να συμμορφωθεί, αφού σε διαφορετική περίπτωση το ένταλμα θα μπορούσε εύκολα να ακυρωθεί.
Μιχάλης Βορκάς: Έρευνες με παρουσία εκπροσώπου του Δικηγορικού Συλλόγου

«Τον Νοέμβριο του 2025 η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου. Πρόκειται για ένα διεθνές νομικό εργαλείο για την ανεμπόδιστη άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος που διασφαλίζει μεταξύ άλλων και το δικηγορικό απόρρητο. Ουσιαστικά εγγυάται το απαραβίαστο της επικοινωνίας δικηγόρου – πελάτη.
Οι δικηγόροι σίγουρα δε εξαιρούνται όπως έχει νομολογηθεί ούτε και έχουν ασυλία από οποιαδήποτε διερεύνηση ποινικής φύσεως, αλλά για τον σκοπό τούτο θα πρέπει να υπάρχει σαφής, τεκμηριωμένη και ουσιαστική σύνδεση ενός καταλογιζόμενου ή υπό διερεύνηση ποινικού αδικήματος με ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις δικηγόρου. Το δικηγορικό απόρρητο που σκοπός του δεν είναι η διαφύλαξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του δικηγόρου αλλά πρώτιστα η προστασία εμπιστευτικότητας που διακρίνει την σχέση του δικηγόρου και όλων ανεξαίρετα των πελατών του, δεν πρέπει να τυγχάνει εύκολους παραβίασης. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να προστίθενται σε οποιοδήποτε ένταλμα έρευνας κατά δικηγόρου τέτοιες ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να αποφεύγεται η χωρίς λόγο διείσδυση στο δικηγορικό απόρρητο ή να περιορίζεται αυτή η διείσδυση στο ελάχιστο δυνατό. Για το λόγο αυτό η παρουσία εκπροσώπου του Δικηγορικού Συλλόγου την ώρα της έρευνας συνηγορεί στην τήρηση του επιδιωκόμενου σκοπού.
Τόσο η Κυπριακή όσο και η Ευρωπαϊκή νομολογία καθιερώνουν την σημαντικότητα και αναγκαιότητα του δικηγορικού απορρήτου που απολήγει στην ίδια την προστασία τόσο των πολιτών όσο και του Κράτους Δικαίου.»
Σίμος Αγγελίδης: Επέμβαση στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και με ασφαλιστικές δικλείδες

«Το δικηγορικό απόρρητο αποτελεί ακρογωνιαία λίθος του κράτους δικαίου. Συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα και υποχρέωση του δικηγόρου, κατοχυρωμένο στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ, στα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, στο Άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στον Κανονισμό 13 των περί Δεοντολογίας Δικηγόρων Κανονισμών. Ενόψει του ισχυρισμού για διασυνοριακές μετακινήσεις ποσών τυγχάνει εφαρμογής και η οδηγία ΕΕ 2018/2022 γνωστή και ως DAC6.
Συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή ενάσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Αποτελεί εγγύηση και εχέγγυο της εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, διασφαλίζοντας το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕΣΔΑ) και στην απρόσκοπτη εκπροσώπηση. Χωρίς αυτό, ο πολίτης δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα και συνεπώς υπονομεύει τον πυρήνα λειτουργίας της απονομής δικαιοσύνης.
Το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει την αυξημένη προστασία στο δικηγορικό απόρρητο. Στις υποθέσεις Niemietz v. Γερμανίας (1992), Kopp v. Ελβετίας (1998), Smirnov v. Ρωσίας (2007), André και άλλοι v. Γαλλίας (2008) και Leotsakos v. Ελλάδας (2018) κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε έρευνα ή κατάσχεση σε δικηγορικό γραφείο, οικία ή ηλεκτρονικές συσκευές πρέπει να συνοδεύεται από ρητές, αυστηρές διαδικαστικές εγγυήσεις και ειδικούς όρους στο ένταλμα, όπως περιορισμένο εύρος, παρουσία ανεξάρτητου παρατηρητή και σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας. Η ανεξέλεγκτη πρόσβαση συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
Η κυπριακή νομολογία υιοθετεί αυτή την θεώρηση. Στις Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ (2015) και Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ (2022) το Ανώτατο τόνισε ότι δεν αρκεί η νόμιμη έκδοση εντάλματος, απαιτείται η ένθεση ρητών και αυστηρών ασφαλιστικών δικλείδων στο ένταλμα έρευνας (άρθρα 27-29 Κεφ. 155) για την αποφυγή γενικευμένης και ανεξέλεγκτης διείσδυσης στο δικηγορικό απόρρητο ή άσκοπης κατακράτησης τεκμηρίων.
Στην υπόθεση του Νίκου Κληρίδη φαίνεται ότι η Αστυνομία, δυνάμει εντάλματος, προχώρησε σε έρευνα στην οικία και το δικηγορικό γραφείο του, κατάσχοντας κινητά και ηλεκτρονικά μέσα που περιείχαν εμπιστευτικές επικοινωνίες άλλων πελατών. Ο ΠΔΣ και πλειάδα συναδέλφων ορθά αντέδρασαν στην έλλειψη ασφαλιστικών δικλείδων, τον τρόπο, έκταση αλλά και την αναλογικότητα της επέμβασης. Ο άμεσα επηρεαζόμενος προσβάλλει ήδη το ένταλμα ενώπιον ανώτερου Δικαστηρίου.
Το απόρρητο είναι θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών, η διασφάλιση του οποίου είναι αναγκαία συνθήκη για μια δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία. Καταστρατήγησή του υπονομεύει το κράτος δικαίου. Οι Αρχές οφείλουν να ενεργούν με προσοχή, ώστε η διερεύνηση να μην μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη παραβίαση δικαιωμάτων. Η επέμβαση πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και να συνοδεύεται από ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να μην θίγεται ο πυρήνας του απορρήτου και τα δικαιώματα τρίτων πελατών.»









