18 Απριλίου, 2026
9:00 πμ

Μια νέα επιστημονική μελέτη φέρνει στο προσκήνιο έναν ακόμη λόγο ανησυχίας για την αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, καθώς δείχνει ότι δεν επηρεάζουν μόνο το σωματικό βάρος ή τον μεταβολισμό, αλλά συνδέονται και με αλλαγές στη δομή των των μυών μας.

Οι αλλαγές αυτές σχετίζονται, σύμφωνα με νέα έρευνα, με μειωμένη μυϊκή λειτουργία και αυξημένο κίνδυνο μυοσκελετικών προβλημάτων, όπως η οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο, ενώ μακροπρόθεσμα μπορεί να επηρεάσουν τη συνολική κινητικότητα του σώματος.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύθηκε στις αρχές της εβδομάδας στο επιστημονικό περιοδικό Radiology, τα άτομα που καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες τέτοιων τροφίμων εμφανίζουν περισσότερη συσσώρευση λίπους μέσα στους μυς των μηρών, μια αλλαγή που, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, βάσει ισχυρών ενδείξεων μειώνει τη μυϊκή λειτουργία και οδηγεί σε πιθανό αυξημένο κίνδυνο μυοσκελετικών παθήσεων και κυρίως οστεοαρθρίτιδας στο γόνατο.

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 615 ενήλικες με μέση ηλικία 59,5 έτη, εκ των οποίων το 55% ήταν γυναίκες, ενώ ο μέσος δείκτης μάζας σώματος ήταν 27 kg/m², δηλαδή στο εύρος του υπέρβαρου, και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αντιστοιχούσαν, κατά μέσο όρο, στο 41% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τις διατροφικές τους συνήθειες και χρησιμοποίησαν μαγνητική τομογραφία για να εξετάσουν την κατάσταση των μυών τους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, τόσο περισσότερη ήταν η λιπώδης διήθηση μέσα στους μυς των μηρών.

Με απλά λόγια, καταγράφηκε η σαφής ένδειξη ότι το λίπος που σχετίζεται με την κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων δεν αφορά μόνο «ορατά» σημεία όπως η κοιλιά ή οι γοφοί, αλλά μπορεί να συσσωρεύεται και μέσα στον μυϊκό ιστό με τη λεγόμενη «λιπώδη διήθηση», επηρεάζοντας αρνητικά τη δύναμη και την ποιότητα των μυών.

Όπως επισημαίνεται στη σχετική μελέτη, με την πάροδο του χρόνου μπορεί να μειωθεί η λειτουργικότητα του σώματος, να επηρεάστει η ισορροπία και η κινητικότητα και να αυξηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης διαφόρων παθήσεων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ήδη η οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο (την οποία οι ερευνητές τονίζουν), αποτελεί ήδη μία από τις πιο συχνές αιτίες πόνου και περιορισμού της κίνησης στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους.

Τι θεωρείται υπερεπεξεργασμένο τρόφιμο

Στα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα ανήκουν προϊόντα που έχουν υποστεί εκτεταμένη βιομηχανική επεξεργασία και περιέχουν πρόσθετα όπως συντηρητικά, ενισχυτικά γεύσης, χρωστικές και τεχνητά αρώματα. Σε αυτά περιλαμβάνονται: αναψυκτικά και ενεργειακά ποτά, συσκευασμένα σνακ (πατατάκια, γαριδάκια), γλυκά και μπισκότα, δημητριακά πρωινού με ζάχαρη, αλλαντικά όπως λουκάνικα και hot dog, κατεψυγμένες πίτσες, έτοιμα γεύματα, σάλτσες εμπορίου και συσκευασμένο ψωμί μεγάλης διάρκειας.

Πρόκειται για τρόφιμα εύκολα, φθηνά και γευστικά, τα οποία όμως συχνά έχουν χαμηλή διατροφική αξία και καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες στη σύγχρονη καθημερινότητα.

Παλαιότερες μελέτες έχουν δείξει ότι είναι κατασκευασμένα με τεχνολογία που «ξεγελά» το σύστημα «ανταμοιβής» του οργανισμού, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολο σε έναν άνθρωπο να σταματήσει να τα καταναλώνει.

Είναι τρόφιμα που είναι εύκολα διαθέσιμα, αφού βρίσκονται σχεδόν παντού, στοιχίζουν λιγότερο και, βεβαίως, είναι νόστιμα. Γι’ αυτό άλλωστε αποτελούν πλέον σημαντικό μέρος της σύγχρονης διατροφής στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Ανεξαρτήτως θερμιδικής πρόσληψης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η διαπίστωση των ερευνητών ότι η σχέση μεταξύ της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και της αύξησης της λιπώδους διήθησης των μυών στα άτομα που συμμετείχαν στη μελέτη παρέμεινε ισχυρή ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη παράγοντες όπως η συνολική πρόσληψη θερμίδων, το επίπεδο φυσικής δραστηριότητας και άλλα κοινωνικά ή δημογραφικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.

Με άλλα λόγια, διαπιστώθηκε ότι το ζήτημα δεν φαίνεται να αφορά μόνο την ποσότητα της τροφής που καταναλώνουμε, αλλά κυρίως την ποιότητά της.

«Η πρόσφατη μελέτη», ανέφερε στον «Φ» ο κλινικός διαιτολόγος Πάνος Πλατρίτης, «έρχεται να ενισχύσει ουσιαστικά τη σύγχρονη επιστημονική κατανόηση γύρω από την ποιότητα της διατροφής και τη μυϊκή υγεία. Σε ένα δείγμα μερικών εκατοντάδων ενηλίκων με μέση ηλικία τα 59,5 έτη, οι ερευνητές κατέδειξαν ότι η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συσχετίζεται με μεγαλύτερη λιπώδη διήθηση των μυών, ανεξάρτητα από θερμιδική πρόσληψη, δείκτη μάζας σώματος και επίπεδα φυσικής δραστηριότητας».

Η επισήμανση αυτή χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ιδιαίτερα σημαντική, καθώς «μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση για τη διατροφή επικεντρωνόταν κυρίως στη μείωση των θερμίδων και στην απώλεια βάρους».

Όπως τόνισε ο κ. Πλατρίτης, «η σημασία του ευρήματος αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση από την απλή ενεργειακή ισορροπία προς την ποιοτική σύσταση της διατροφής» και εξήγησε: «Η λιπώδης διήθηση του μυϊκού ιστού (myosteatosis), η οποία αξιολογήθηκε με μαγνητική τομογραφία και τον δείκτη Goutallier, (ακτινολογική κλίμακα αξιολόγησης της λιπώδους διήθησης των μυών, δηλαδή του βαθμού στον οποίο έχει αντικατασταθεί ο μυϊκός ιστός από λίπος), έχει συνδεθεί σε πληθώρα μελετών με μειωμένη μυϊκή λειτουργία, αυξημένο κίνδυνο σαρκοπενίας και δυσμενή μεταβολικά αποτελέσματα».

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) «έχουν ήδη επισημάνει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα χαρακτηρίζονται από υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα, κορεσμένα λιπαρά, σάκχαρα και χαμηλή διατροφική πυκνότητα, στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά τη μεταβολική υγεία».

Με τη νέα μελέτη, «οι επιστήμονες έχουν πλέον καταγεγραμμένες ενδείξεις βάσει των οποίων η επίδραση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων δεν περιορίζεται μόνο στην αύξηση του σωματικού βάρους ή στο μεταβολικό προφίλ, αλλά μπορεί να επηρεάζει και τη μυοσκελετική υγεία».

Η συσχέτιση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία «αν συνδυαστεί με δεδομένα από άλλες μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες. Παρότι η μελέτη είναι διατομεακή και δεν μπορεί να αποδείξει αιτιότητα, η ισχυρή συσχέτιση που καταγράφεται ευθυγραμμίζεται με δεδομένα από μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες (όπως οι NutriNet-Santé και NOVA classification research), οι οποίες συνδέουν την υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων».

Δηλαδή, εξήγησε, «δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο εύρημα, αλλά για μέρος μιας ευρύτερης επιστημονικής εικόνας που αναδεικνύει τη σημασία της ποιότητας της διατροφής στη συνολική υγεία του οργανισμού».

Παρά το γεγονός, τόνισε, ότι απαιτούνται περισσότερες μακροχρόνιες μελέτες για να αποδειχθεί η σχέση των υπερεπεξεργασμένων τροφών με τις επιπτώσεις στην υγεία των μυών, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα ενισχύουν τη σύσταση των ειδικών για περιορισμό της κατανάλωσης των συγκεκριμένων τροφίμων και «στροφή προς πιο φυσικά διατροφικά πρότυπα βασισμένα σε φυσικά, ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως η μεσογειακή διατροφή, η οποία έχει τεκμηριωμένα οφέλη για τη μυοσκελετική και μεταβολική υγεία».

Τα ευρήματα της μελέτης, γενικά, «υπογραμμίζουν ότι η υγεία των μυών δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα της τροφής ή το σωματικό βάρος, αλλά και από τη βιολογική ποιότητα των τροφίμων που καταναλώνουμε».

«Δεν μετράει δηλαδή μόνο το πόσο θερμιδικό βάρος φέρει η τροφή ή το πόσο κινείται ένα άτομο, αλλά λαμβάνεται υπόψη και η ποιότητα της τροφής και, όπως διαπιστώνεται πλέον ξεκάθαρα, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα επηρεάζουν το σώμα με τρόπους που δεν εξηγούνται μόνο από τις θερμίδες».

Exit mobile version