Η εικόνα που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τη χρήση ουσιών σε ανήλικους στην Κύπρο προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς, πέραν της αύξησης των περιστατικών, παρατηρείται και σημαντική μείωση της ηλικίας πρώτης επαφής με εξαρτησιογόνες ουσίες. Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνονται ξεκάθαρα μέσα από τη λειτουργία του Κέντρου Εφήβων της Αγίας Σκέπης, το οποίο καλείται να διαχειριστεί ολοένα και πιο σύνθετες και σοβαρές περιπτώσεις.
«Ήταν η χειρότερη μας χρονιά στον όγκο που κληθήκαμε να εξυπηρετήσουμε, τόσο στους ενήλικες όσο και στους ανήλικους», δηλώνει η Κλινική Διευθύντρια της Αγίας Σκέπης, Τίνα Παύλου, περιγράφοντας το 2025 ως μια χρονιά-ορόσημο για την έξαρση του φαινομένου. Όπως εξηγεί, η αυξημένη ζήτηση για θεραπεία οδήγησε ακόμη και στην ανάγκη επέκτασης της δυναμικότητας του Κέντρου Εφήβων, το οποίο αρχικά σχεδιάστηκε για περιορισμένο αριθμό φιλοξενουμένων.
Χρήση από ολοένα μικρότερες ηλικίες
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η ηλικία πρώτης χρήσης φαίνεται να έχει μειωθεί αισθητά. Σύμφωνα με την κ. Παύλου, η πλειονότητα των περιστατικών αφορά πλέον παιδιά περίπου 14 ετών, ωστόσο, δεν λείπουν και οι εξαιρετικά ανησυχητικές περιπτώσεις ακόμη μικρότερων παιδιών.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα 12χρονου παιδιού που εντάχθηκε στο πρόγραμμα έχοντας ήδη έναν χρόνο χρήσης ουσιών, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Η μείωση της ηλικίας πρώτης χρήσης δεν αποδίδεται σε έναν μόνο παράγοντα. Όπως εξηγεί η κ. Παύλου, «σίγουρα η προσβασιμότητα έχει παίξει μεγάλο ρόλο, όμως η αύξηση της χρήσης ουσιών δεν έχει να κάνει μόνο με αυτό, αλλά συνδέεται πάντα και με την αύξηση των κοινωνικών προβλημάτων σε μια χώρα».
Από κάνναβη σε βαριές ουσίες
Παρ’ ότι η κάνναβη παραμένει η πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία στους ανήλικους, η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στην πράξη είναι πολύ πιο σύνθετη και σκληρή. Όπως εξηγεί, ενώ αρχικά υπήρχε η προσδοκία ότι τα περιστατικά θα αφορούσαν κυρίως χρήση κάνναβης, στην πράξη διαπιστώνεται ότι πολλοί ανήλικοι που φτάνουν στο πρόγραμμα είναι ήδη χρήστες πιο βαριών ουσιών, όπως κοκαΐνη και crystal meth.
Την ίδια στιγμή, το αλκοόλ εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια ουσία κατάχρησης, με την Κύπρο να καταγράφει υψηλές θέσεις στην Ευρώπη ως προς την προσβασιμότητα ανηλίκων σε αυτό. Όπως σημειώνει, το 2023 η Κύπρος κατέγραψε την πρώτη θέση στην Ευρώπη, ενώ το 2025 βρίσκεται στην τρίτη.
Τα παιδιά που εισάγονται στο Κέντρο Εφήβων δεν βρίσκονται απλώς σε ένα στάδιο πειραματισμού, αλλά εμφανίζουν ήδη σημαντική δυσλειτουργία στην καθημερινότητά τους. Πρόκειται, όπως επισημαίνεται, για ανήλικους που βρίσκονται σε συστηματική χρήση, έχουν απομακρυνθεί από το σχολικό περιβάλλον, παρουσιάζουν παραβατική συμπεριφορά και συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στο οικογενειακό τους πλαίσιο. Η παρέμβαση, συνεπώς, δεν περιορίζεται μόνο στην απομάκρυνση από τις ουσίες, αλλά αφορά μια συνολική προσπάθεια επαναδόμησης της ζωής τους.
Σήμερα, στο Κέντρο Εφήβων φιλοξενούνται 16 ανήλικοι (3 κορίτσια και 13 αγόρια), ηλικίας από 13 έως 17 ετών, με το πρόγραμμα να απευθύνεται σε νέους μέχρι 19 ετών. Η διάρκεια παραμονής, αν και αρχικά είχε σχεδιαστεί στους έξι μήνες, στην πράξη φτάνει κατά μέσο όρο τους εννέα μήνες ή και περισσότερο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον. Όπως εξηγεί η κ. Παύλου, πολλά από τα παιδιά είναι βαθιά τραυματισμένα και χρειάζονται περισσότερο χρόνο και εντατική ψυχοθεραπευτική στήριξη για να μπορέσουν να σταθεροποιηθούν.
Θεραπεία σε 24ωρη βάση
Το πρόγραμμα λειτουργεί ως εσωτερική θεραπευτική κοινότητα με 24ωρη υποστήριξη, όπου οι ανήλικοι ακολουθούν ένα πλήρως δομημένο καθημερινό πρόγραμμα. Η θεραπεία περιλαμβάνει ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ψυχοεκπαίδευση, καθώς και τη συνέχιση της εκπαιδευτικής τους πορείας.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι ότι η θεραπευτική διαδικασία δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες ώρες συνεδριών, αλλά εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ακόμη και μια διαφωνία που μπορεί να προκύψει το βράδυ, αποτελεί αφορμή για άμεση παρέμβαση από το προσωπικό, με στόχο την καθοδήγηση και τη διαχείριση της συμπεριφοράς. Με αυτό τον τρόπο, οι ανήλικοι βρίσκονται σε ένα περιβάλλον συνεχούς φροντίδας και θεραπείας, σε 24ωρη βάση.
Ανά πάσα στιγμή οι ανήλικοι έχουν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν, με την ευθύνη παραλαβής να ανήκει στον κηδεμόνα, είτε πρόκειται για γονέα είτε για κρατική Υπηρεσία. Όπως σημειώνεται, τα περιστατικά αποχώρησης έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ σε κάθε περίπτωση καταβάλλεται προσπάθεια τόσο από το προσωπικό όσο και από τα ίδια τα παιδιά, ώστε να παραμείνει ο ανήλικος στο πρόγραμμα.
Σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα του προγράμματος, τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου ένας στους δύο ανήλικους καταφέρνει να ολοκληρώσει με επιτυχία τη διαδικασία απεξάρτησης.
Ζωή με όρια και δομή
Η καθημερινότητα των ανηλίκων στο πρόγραμμα είναι πλήρως δομημένη και περιλαμβάνει, πέραν της θεραπείας και της εκπαίδευσης, ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που στοχεύουν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ομαλή επανένταξη. Οι ανήλικοι συμμετέχουν σε δραστηριότητες όπως τέχνη, μουσική, ξυλουργική, ενώ κατά περιόδους εντάσσονται και σε αθλητικές δραστηριότητες, όπως ποδόσφαιρο ή μαθήματα πολεμικών τεχνών.
Το Σαββατοκύριακο, το πρόγραμμα διαφοροποιείται, δίνοντας χώρο για πιο χαλαρές δραστηριότητες, όπως έξοδοι σε εξωτερικούς χώρους, κινηματογράφο ή άλλες οργανωμένες δραστηριότητες, πάντα με την επίβλεψη του προσωπικού.
Οι ανήλικοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα δεν έχουν πρόσβαση σε κινητά τηλέφωνα ή διαδίκτυο, ενώ λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο σαφών κανόνων και ορίων. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για εφήβους με συχνά έντονη παραβατική συμπεριφορά, η προσαρμογή τους στο πλαίσιο αυτό είναι εντυπωσιακή. «Τα όρια φέρνουν ασφάλεια», σημειώνει η κ. Παύλου, εξηγώντας ότι η οριοθέτηση δημιουργεί ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης μέσα στο οποίο τα παιδιά μπορούν να αισθανθούν σταθερότητα και να προχωρήσουν σε ουσιαστικές αλλαγές στη ζωή τους.
Παράλληλα, οι ανήλικοι ενθαρρύνονται να αναλαμβάνουν ευθύνες στην καθημερινότητά τους, όπως η φροντίδα του χώρου τους, το πλύσιμο των ρούχων ή η συμμετοχή σε απλές εργασίες, πάντα με την υποστήριξη του προσωπικού. Όπως επισημαίνεται, τα παιδιά είναι σε μεγάλο βαθμό συνεργάσιμα, με τις παρεμβάσεις να απαιτούνται κυρίως σε περιπτώσεις απρεπούς συμπεριφοράς μεταξύ τους.

Ο ρόλος της οικογένειας και του σχολείου
Καθοριστικής σημασίας για την πορεία της θεραπείας είναι ο ρόλος της οικογένειας. Όπως τονίζεται, όταν υπάρχει συνεργασία με τους γονείς και συμμετοχή στο θεραπευτικό πρόγραμμα, τα αποτελέσματα είναι σαφώς καλύτερα. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το οικογενειακό περιβάλλον είναι προβληματικό ή ακόμη και επιβαρυντικό, με ένα σημαντικό ποσοστό των ανηλίκων να προέρχεται από οικογένειες όπου υπάρχει χρήση ουσιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαδικασία αποκατάστασης καθίσταται ακόμη πιο απαιτητική.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην εκπαίδευση καθώς τα περισσότερα παιδιά που εισάγονται βρίσκονται εκτός σχολείου. Αρχικά, εντάσσονται σε κατ’ οίκον διδασκαλία σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας και στη συνέχεια, όπου είναι εφικτό, επανεντάσσονται σταδιακά στο σχολικό περιβάλλον. Ήδη, από τα παιδιά που φιλοξενούνται σήμερα, ένα μέρος έχει επιστρέψει σε κανονική φοίτηση, γεγονός που αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κοινωνική τους επανένταξη.
Την ίδια ώρα, επισημαίνεται η ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης των σχολείων με εξειδικευμένο προσωπικό. Όπως αναφέρει η κ. Παύλου, σήμερα περίπου 70 εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι καλούνται να καλύψουν το σύνολο των σχολείων της Κύπρου, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση.
«Η παρουσία ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού σε κάθε σχολείο είναι ίσως η πιο αποτελεσματική μορφή πρόληψης», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνει ότι η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνολική ενίσχυση της οικογένειας, ιδιαίτερα στο επίπεδο της συναισθηματικής στήριξης. «Η οικογένεια πρέπει να υποστηριχτεί συναισθηματικά. Αυτό είναι που λείπει περισσότερο», σημειώνει. Η έλλειψη αυτής της στήριξης, όπως αναφέρει, αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που οδηγούν τους ανήλικους σε επικίνδυνες συμπεριφορές.
Κλείνοντας, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τους γονείς, τονίζοντας ότι η πρόληψη ξεκινά από τη σχέση που αναπτύσσουν με τα παιδιά τους. «Ο γονέας πρέπει να ακούει το παιδί του, να ενθαρρύνει τη συναισθηματική έκφραση και να είναι παρών στη ζωή του», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η εμπιστοσύνη και η επικοινωνία αποτελούν τα βασικά εργαλεία προστασίας των ανηλίκων.


