Στο «Our Brother Hillel» στο Netflix παρακολουθούμε τα πρώτα χρόνια των Red Hot Chilli Peppers, από το περιθώριο στα μεγάλα στάδια, μείον τον ιδρυτικό κιθαρίστα στη διαδρομή, ο οποίος δεν άντεξε το παιχνίδι ισοροπίας ανάμεσα στην αυτοκαταστροφή και την παραστασιακότητά της.
Έσβησε νωρίς— αλλά οι φίλοι του από το συγκρότημα θυμούνται ακόμη το φως του. Με αυτή την ωραία αφορμή, γράφω για τη δύσκολη τέχνη του μουσικού ντοκιμαντέρ.
Τα ονόματα μπορεί να είναι κάθε φορά διαφορετικά, αλλά τα βασικά υλικά, όπως επίσης και το εξελικτικό μοτίβο, επαναλαμβάνονται: τραυματική παιδική ηλικία και εφηβεία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Αίσθηση σωτηρίας από τη δίδυμη ανακάλυψη πλούσιου εσωτερικού και κοινωνικού χώρου που μεταφράζεται σε απρόσμενο πηγαίο ταλέντο και ταυτοτική ασφάλεια εντός μιας μικρής ή μεγαλύτερης «φυλής».
Δημιουργία τραγουδιών που μιλούν είτε σε μάζες πολύ ευρύτερες από κάθε πρόθεση και φαντασία, είτε στα πιο προωθημένα άτομα με ισχυρή πολιτισμική αυτοσυνείδηση— δηλαδή εμπορική ή/ και καλλιτεχνική επιτυχία στο παρόν ή στο κοντινό μέλλον (π.χ. Big Star, Pixies).
Δόξα στο στούντιο και τη σκηνή, παράλληλα με φαντασιώσεις καλλιτεχνικού/ πολιτικού/ συναισθηματικού/ σεξουαλικού μεγαλείου. Πρώτες ρωγμές στην ψυχική συγκρότηση και στο συντροφικό μέτωπο, απότομη κατηφόρα με ή χωρίς χημικούς καταλύτες, σε συνδυασμό με στέρευση της «έμπνευσης». Τελικό ρούφηγμα στη μαύρη τρύπα του θανάτου ή της επιστροφής σε μια μέτρια ζωή.
Το ντοκιμαντέρ για τους RHCP προκαλεί το ενδιαφέρον του θεατή ακόμα κι αν δεν είναι φαν του συγκροτήματος. Ποια στοιχεία μπορούν να βοηθήσουν μια τέτοια ταινία να γίνει συναρπαστική;
Και, αντιθέτως, τι λάθη στην προσέγγιση μπορεί να στραγγίξουν τους χυμούς ακόμα κι από το πιο περίβλεπτο υλικό; Θα επιχειρήσω να δώσω μερικές απαντήσεις, συνοδευόμενες από ενδεικτικά παραδείγματα.
Η αληθινή εκτίμηση των συντελεστών για το έργο του μουσικού που βιογραφείται είναι απαραίτητος όρος, αλλά όχι επαρκής. Το αν θα μεταδοθεί στον θεατή εξαρτάται από τον χειρισμό της κινηματογραφικής γλώσσας.
Σε ιδανικές περιπτώσεις, όπως στο «Runnin’ Down a Dream» (2007) για τον Tom Petty, ο έμπειρος σκηνοθέτης Peter Bogdanovich άφηνε σχεδόν ολόκληρα τραγούδια να παίζουν, όπως και χορταστικά αποσπάσματα από ζωντανές εμφανίσεις.
Αντιθέτως, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο να «τρέχει» η αφήγηση, μη δίνοντας χρόνο ούτε στους πρωταγωνιστές για την έκφραση αναπτυγμένου και ουσιαστικού λόγου, ούτε στη μουσική για να δημιουργήσει άμεσες εντυπώσεις.
Είναι σαν οι συντελεστές να φοβούνται πως τα κομμάτια μπορεί να λειτουργήσουν εις βάρος του μύθου και να κουράσουν τον θεατή (όπως στο «Birth of Cool» για τον Miles Davies, και το «Nothing Compares» για τη Sinead O’Connor).
Άλλοι σκηνοθέτες, από την πολλή λατρεία προς το είδωλό τους, θέλουν να χωρέσουν τα πάντα σε δυο ώρες κι έτσι χάνουν την ικανότητα στοχαστικού βηματισμού (όπως στο «Love in Bright Landscapes: The Story of David McComb of the Triffids»).
Το χειρότερο είναι όταν ο σκηνοθέτης, επειδή είναι αγνωρισμένος auter, θέλει σώνει και καλά να σφραγίσει το έργο μ’ ένα ύφος που προκύπτει περισσότερο από τη δική του τεχνοτροπία παρά από τις ανάγκες του συγκεκριμένου θέματος.
Πολύ ενοχλητικές, προς αυτή την κατεύθυνση, είχα βρει τη δουλειά του Jim Jarmousch για τους Stooges και του Todd Haynes για τους Velvet Underground. Επίσης, όταν η παραγωγή είναι υπό τον έλεγχο του ίδιου του βιογραφούμενου καλλιτέχνη, το αποτέλεσμα πολύ συχνά είναι μια ανώδυνη αγιογραφία, όπως στο πρόσφατο «Man on the run» για τον Paul McCartney.
Δεν είναι βέβαια κάθε μέρα Κυριακή, να έχουν όλοι οι σκηνοθέτες μουσικών ταινιών στα χέρια τους ένα τόσο συναρπαστικό υλικό όπως το «Searching for Sugar Man», ένα δράμα αναζήτησης του Rodriguez, ο οποίος έβγαλε στις ΗΠΑ δυο δίσκους τη δεκαετία του ’70 που πέρασαν εντελώς απαρατήρητοι κι αυτός επέστρεψε στην αφάνεια, αλλά— δίχως αυτός να το γνωρίζει— έκαναν τρομακτική επιτυχία στη Νότια Αφρική.
Στο συγκινητικό τέλος, ο τραγουδιστής, μετά από δεκαετίες εργασίας στις οικοδομές, ξαναπιάνει την κιθάρα του και φτιάχνει μπάντα. Με την οργανωτική βοήθεια του σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ, δίνει μια σειρά συναυλιών στη Νότια Αφρική μπροστά σε χιλιάδες φαν που ξέρουν απέξω όλα τα τραγούδια του!
Μια ευτυχής περίπτωση όπου μια ταινία τεκμηρίωσης έρχεται να μεταμορφώσει τη ζωή των πρωταγωνιστών της.
Ελεύθερα, 19.04.2026









