Οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών μπρος στο γερμανικό απόσπασμα έγραψαν ήδη τη δική τους, δεύτερη ιστορία. Μέσα σε λίγες ώρες άρχισαν οι ταυτοποιήσεις προσώπων, διασταυρώθηκαν μαρτυρίες και καταστρώθηκε (άτσαλα) μια εκστρατεία αμφισβήτησης της αξίας των συγκλονιστικών απαθανατίσεων.
Κάπως έτσι, η Ελλάδα εισήλθε στον ψηφιακό ίλιγγο της «δημόσιας ιστορίας», του κλάδου της Ιστορίας που μελετά τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν ανασυγκροτείται, διαχέεται και αποτυπώνεται στη δημόσια σφαίρα, εκτός των άλλων, μέσα και -ή πια κυρίως- από το διαδίκτυο.
Σκέφτηκα τι θα μπορούσα να γράψω που να μην έχει γραφτεί. Και, τελικά, καθότι υπερήφανος εγγονός και μάρτυρας των ιστορήσεων δύο ΕΛΑΣιτών παππούδων (οι ιστορίες τους σε επόμενο κείμενο), αποφάσισα να κρατήσω για μένα τα ισχυρά συναισθήματα που μου προκαλούν αυτές οι εικόνες. Ειδικά λόγω και της ένθεν κακείθεν εκτόνωσης που κυριαρχεί με αφορμή και με αυτό το θέμα στην ψηφιακή σφαίρα.
Στράφηκα σε όσα με βοήθησαν να δημιουργήσω τη δική μου γωνιά μέσα στο απρόσιτο μεγαλείο αυτής της ιστορίας. Μοιράζομαι βιβλία, ταινίες, μουσικές που καθόρισαν τη δική μου «δομή αίσθησης». Φυσικά, τα βιβλία τα έμαθα από άλλους, τις ταινίες τις παρακολούθησα στο σινεμά δίπλα σε αγνώστους που επίσης δάκρυζαν, τις μουσικές τις έπαιξα σε κοινό ή με την παρέα μου. Οπότε και πάλι δεν ξεφεύγεις από τον συλλογικό χαρακτήρα των αναφορών σου. Απλώς ας πούμε ότι φέρω την αποκλειστική ευθύνη της διαλογής τους.
Ξαναβλέπω το «Το τελευταίο σημείωμα» (2017). Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη, σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη που κυριάρχησε σε πολλά posts, αν και δεν είναι κατά τη γνώμη μου η πιο ώριμή τους, περιλαμβάνει το εντυπωσιακό ενσταντανέ όπου οι μελλοθάνατοι, με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, βαδίζουν προς τον θάνατο. Ο σκηνοθέτης δεν είχε καμία φυσική εικόνα της στιγμής αυτής καθώς, μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, δεν υπήρχε καμία φωτογραφία. Η απίστευτη ομοιότητα με την αληθινή σκηνή που ποτέ δεν αντίκρυσε ο Βούλγαρης (μαζί φυσικά με πολλές ακόμα καθηλωτικές σκηνές) είναι ένα ακόμα δείγμα της δημιουργικής του ευφυίας.
Ξεφυλλίζω ξανά «Το τιμωρό χέρι του λαού – Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944», το θρυλικό… underground πόνημα του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Θεμέλιο, 2012), του ανθρώπου που ανακάλυψε και τις φωτογραφίες των 200 στο e-bay. Το κρατώ στη μικρότερη βιβλιοθήκη του γραφείου μου με τα «επίλεκτα» βιβλία μου. Πρόκειται για μια ευσύνοπτη ιστορική μελέτη που χωρίς να παρεκκλίνει από την αυστηρότητα της ιστορικής έρευνας, προσφέρει μια συναρπαστική αφήγηση της ένοπλης αντιστασιακής καθημερινότητας στην ευρύτερη Αθήνα, περιλαμβάνοντας κι ένα εκτενές τμήμα για την ανταρτομάνα Καισαριανή.
Αναζητήστε τα Άπαντα του Μάριου Χάκκα (εκδ. Κέδρος, 2013). «Αν έχεις ζήσει στην Καισαριανή της δεκαετίας του ’40, δεν μπορείς να απαλλαγείς από τον κοινωνισμό». Μία από τις πάμπολλες εκφράσεις αγάπης του sui generis διάττοντα αστέρα της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας προς την Καισαριανή, όπου έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή. Ο τόμος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις κλασικές πλέον συλλογές διηγημάτων «Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού», «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» και «Το κοινόβιο».
Και, φυσικά, τα τραγούδια της Καισαριανής. «Το μπλόκο της Καισαριανής» (Μ. Θεοδωράκης – Ν. Περγιάλης, 24 τραγούδια, 1977) πλάθει μια ανθρωπολογική προσωπογραφία των εκτελεσμένων. Το δωρικό μεγαλείο της ερμηνείας του Γιάννη Κούτρα στον «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» του Θάνου Μικρούτσικου (Σταυρός του Νότου, 1979) θα στέκει για πολλά χρόνια άφθορο. Η «Καισαριανή» σε ερμηνεία Σωτηρίας Μπέλλου (Λαϊκά προάστια, Ηλίας Ανδριόπουλος, 1980) μπλέκει το φορτίο της περιοχής με τις κατοπινές εξελίξεις. Οι ερμητικοί στίχοι του Μάνου Ελευθερίου και η κατάφωτη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου στα «Μαλαματένια λόγια» (Θητεία, 1974)εξακολουθούν να ρωτούν πεισματικά«πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή». Το κλείσιμο το αφήνω στους Social Waste που 82 χρόνια μετά από εκείνο το αιώνιο πρωινό της Πρωτομαγιάς του ’44, επιμένουν:
«Μου το ’πε η Καισαριανή μου το πε ο Όλυμπος κι η Γκιώνα
‘πα στη Μεσούντα ο Αχελώος κι ο Τάγος στη Λισαβόνα, […]
τον σάπιο κόσμο, θα δεις, θα τον αλλάξουμε εμείς.
Θα τον αλλάξουμε εμείς.»
Ελεύθερα, 22.2.2026









