Παραμονές των βουλευτικών εκλογών, όπως όλα δείχνουν από τα δεδομένα που διαμορφώνονται, η Βουλή οδεύει προς αλλαγή του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις, καθώς και για τους εγγυητές ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Πρόκειται για μια εξέλιξη που τα κόμματα θα μπορούσαν να είχαν δρομολογήσει εδώ και πολλούς μήνες, χωρίς να αναμένουν την τελευταία στιγμή.
Το ζήτημα των εκποιήσεων δεν προέκυψε αιφνιδίως. Αντιθέτως, ταλανίζει την κοινή γνώμη εδώ και χρόνια. Η εμπειρία, ωστόσο, έχει δείξει πως αποφάσεις που λαμβάνονται πρόχειρα και υπό πίεση χρόνου σπάνια αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στο παρελθόν, όλοι γίναμε μάρτυρες λανθασμένων νομοθεσιών, οι οποίες είτε αναπέμφθηκαν στη Βουλή είτε κατέληξαν στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Σήμερα, τα χρονικά περιθώρια για την υιοθέτηση σωστών και μελετημένων λύσεων είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Στις 9 Μαρτίου αρχίζει η συζήτηση των κομματικών προτάσεων που εκκρεμούν στη Βουλή, ο αριθμός των οποίων ξεπερνά τις είκοσι. Μάλιστα, για πολλές από αυτές έχει ήδη παρέλθει ο σκοπός για τον οποίο κατατέθηκαν. Την περασμένη εβδομάδα κατατέθηκαν ακόμη τέσσερις νέες προτάσεις νόμου, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι τα κόμματα προτίθενται να ετοιμάσουν και νέες νομοθετικές ρυθμίσεις προς την ίδια κατεύθυνση.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι να προκύψει μια ρύθμιση απλώς και μόνο «για τα μάτια του κόσμου», αλλά ένα πλαίσιο ουσιαστικά αποδοτικό, που να εξυπηρετεί τόσο τους δανειολήπτες όσο και τους εγγυητές, χωρίς να δημιουργεί παράπλευρα προβλήματα στην οικονομία.
Μέχρι την αυτοδιάλυση της Βουλής απομένουν συνολικά πέντε συνεδριάσεις της Ολομέλειας, ενώ η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή έχει στη διάθεσή της λιγότερο από ενάμιση μήνα για να καταλήξει σε μια φόρμουλα που να ικανοποιεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Υπενθυμίζεται ότι οι αλλαγές στις οποίες προχώρησε άρον-άρον η Βουλή το 2023 διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι δεν απέδωσαν. Κι αυτό παρά τα εργαλεία που δόθηκαν στους δανειολήπτες μέσω της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό.
Παράλληλα, δεν λειτούργησε ποτέ και η Ειδική Δικαιοδοσία, γνωστή ως Δικαστήριο Εκποιήσεων, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, με την υφιστάμενη διαδικασία, οι δανειολήπτες μπορούν ήδη να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις στις οποίες θα καταλήξει τώρα η Βουλή δεν θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Εξίσου κρίσιμο είναι αν τυχόν τροποποιήσεις του πλαισίου θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων από τα δικαστήρια. Πρόκειται για ζητήματα που τα κόμματα οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη προτού λάβουν τις τελικές τους αποφάσεις.
Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι το γεγονός ότι, λόγω της προεκλογικής περιόδου, ενδέχεται να επικρατήσει άκρατος λαϊκισμός, επηρεάζοντας την τελική απόφαση του Κοινοβουλίου. Την ίδια ώρα, και το κυβερνητικό στρατόπεδο φαίνεται να προχωρεί σε ασκήσεις επί χάρτου, επιχειρώντας να διαμορφώσει τη δική του αντιπρόταση.
Αντί η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία να αναλωθούν σε κινήσεις εντυπωσιασμού και στείρες αντιπαραθέσεις, θα ήταν προτιμότερο να καθίσουν στο τραπέζι των συζητήσεων, όπως έπραξαν στην περίπτωση της φορολογικής μεταρρύθμισης, και να αναζητήσουν ισορροπημένες λύσεις προς όφελος όλων. Λύσεις που δεν θα προσκρούουν σε νομικά και συνταγματικά εμπόδια, δεδομένου ότι επηρεάζονται και ιδιωτικές συμβάσεις.
Το γεγονός ότι τα δεδομένα στον τραπεζικό τομέα έχουν βελτιωθεί επιτρέπει, σε κάποιο βαθμό, την κατάθεση σωστά κοστολογημένων προτάσεων. Οι τράπεζες διατηρούν σήμερα στο χαρτοφυλάκιό τους μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους μόλις €1,45 δισ., ενώ οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων διαχειρίζονται κόκκινα δάνεια που φτάνουν τα €18,5 δισ.
Συνεπώς, αντί για πρόχειρες αποφάσεις της τελευταίας στιγμής, θα ήταν προτιμότερο να αναζητηθεί μια ουσιαστικά μελετημένη και συνταγματικά θωρακισμένη λύση, που να μην οδηγήσει στην επανάληψη των ίδιων λαθών.










