Κώστας Λυμπουρής, «Η Μάνα Γάτα και Άλλες Ιστορίες», Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2025
Νέες δημιουργικές εμπνεύσεις ευρηματικής εξιστόρησης και μιας ενδιαφέρουσας θεματικής «βιοποικιλότητας» σε υφολογική συνοχή με τις προηγούμενες στο είδος συγγραφικές επιδόσεις εμπλουτίζουν έτι περαιτέρω τη δαψιλή διηγηματική συγκομιδή του Κώστα Λυμπουρή και την εν όλω πεζογραφία της αναγνωρίσιμης πλέον λογοτεχνικής του σφραγίδας, που έχει τιμηθεί με δύο κρατικά βραβεία, διηγήματος και μυθιστορήματος.
Στην παρούσα ρέουσα αφήγηση της υποβλητικής του διηγηματογραφίας, της μικρής αυτής αλλά λίαν απαιτητικής φόρμας, που προσλαμβάνει μεγεθυντικές διαστάσεις με τους ζωηρούς ρυθμούς παραστατικής εικονοπλασίας και σκηνικής οιονεί θέασης, οι πρωταγωνιστές των δρώμενων είναι άνθρωποι της πολυπολιτισμικής μας κοινωνίας αλλά και της Κυπριακής μας εντοπιότητας.
Ένας ολόκληρος κόσμος ετερόκλητης καταγωγικής ταυτότητας και ομοούσιας συναισθηματικής έκφρασης, που συνυπάρχει με τα πλάσματα και τα τοπία της φύσης, συναντάται και συνομιλεί σε οικεία γλώσσα ορμέμφυτης συνεννόησης, ανθρωπιστικής μέθεξης και ερωτικής μυσταγωγίας.
Μια πηγαία αυθεντική φωνή επικοινωνιακής αμεσότητας και εύληπτης μετάδοσης πολλαπλών καίριων μηνυμάτων, που καταγράφει καθημερινά στιγμιότυπα της ζωής και έκτακτες, εν πολλοίς επώδυνες, συνθήκες βίου, ρομαντικά βιώματα συγκινησιακής αναπόλησης και υπαρξιακές αναζητήσεις συνειδησιακής έξαρσης στην προοπτική ενός καλύτερου αύριο.
Αναδεικνύοντας επίσης μνήμες από την πρόσφατη Ιστορία του τόπου μας και τις ειδυλλιακές ομορφιές τών υπό Τουρκική κατοχή εδαφών του, που παρατείνουν το τραύμα της τραγικής απώλειας. Φωτίζοντας προσέτι ορισμένες από τις εθιμικές και θρησκευτικές παραδόσεις, γυναικείες παραδοσιακές ενασχολήσεις, εμβληματικά τοπωνύμια και άγνωστες στους πολλούς αρχαιολογικές τοποθεσίες των μνημειακών θησαυρών και των θρυλικών αναφορών στις ανά τους αιώνες διαστρωματώσεις τους, τις κατά συνεκδοχήν μορφές των ένδοξων ηρώων και των καλών ποιητών μας. Εν τέλει, ανακαλώνας τις έντονες αναμνήσεις, τις εναγώνιες ανησυχίες και τις κοινές προσδοκίες των παλιών έως και των νεότερων νομίμων κατοίκων της πατρίδας μας, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Οι αληθινές είτε αληθοφανείς ιστορίες στην περιεκτική δομή της ανελικτικής πλοκής και της επεισοδιακής τους κορύφωσης μέσα από τους φορτισμένους διαλόγους και τον ενδιάθετο διαλογικό μονόλογο, συχνά στο γλαφυρό Κυπριακό ιδίωμα, ζωντανεύουν τους χαρακτήρες που υποδύονται υπαρκτά πρόσωπα ή ενσαρκώνουν φανταστικά προσωπεία.
Ο πραγματισμός, ωστόσο, των χαρακτηρολογικών αποτυπώσεων στις συνυφάνσεις των αφηγηματικών περιγραφών και των επεξηγηματικών επισημάνσεων αποπνέει διάχυτο τον λυρισμό αισθαντικής ποιητικότητας και ευφάνταστης ονειρικής διάθεσης μαζί με τους στοχαστικούς συνειρμούς αλληγορικών συμβολισμών. Τα δεκαεπτά διηγήματα της συλλογής συναρθρώνονται σε τρεις θεματικές ενότητες και σε μια τέταρτη, που επιγράφεται «Και άλλα τινά», καθώς ενσωματώνει ανέντακτης κατηγορίας διηγηματικές συνθέσεις.
Στην πρώτη ενότητα «Των δικών μας άλλων», που παραπέμπει στον τίτλο της τρίτης συλλογής διηγημάτων του συγγραφέως «Των ημετέρων άλλων», προτάσσεται «Η μάνα γάτα» της ομώνυμης τιτλοφορίας του βιβλίου. Πανομοιότυπο το γατίσιο δυνατό ένστικτο με το στοργικό αίσθημα της ανθρώπινης μάνας, όπως καταδεικνύει εδώ ο μητρικός θηλασμός, ο αθέατος χώρος προστασίας των νεογέννητων της γάτας, η επιθετικότητά της εναντίον όσων τα πλησιάζουν και ο θρήνος της για το σκοτωμένο και το άλλο εξαφανισμένο γατί της.
Συγκλονιστική η σκηνή μεταξύ της γάτας και της απέναντι ξένης οικιακής βοηθού, που χάνοντας και η ίδια την κόρη της σε δυστύχημα, μοιράζονται τον ίδιο πόνο χωρίς να ξέρουν, μόνο νοιώθουν την αιτία της τραγικής μοίρας που τις ενώνει. Τα επόμενα διηγήματα πυροδοτούν η ρατσιστική προκατάληψη του μίσους απέναντι στις απροκατάληπτες διαφυλετικές σχέσεις της αγάπης. Τον Κονγκολέζο εργάτη στην οικοδομή συντροφεύει ο άγνωστος στη χώρα του φτερωτός φίλος και όταν ο μαινόμενος επιστάτης τον απολύει, ο Μπακαμπού ντυμένος στα χρώματα του κοτσυφιού σμίγει το μελωδικό του κελάηδημα με το δικό του τραγούδι.
Στο υπόβαθρο του διηγήματος ακούγεται η προτροπή «είναι αμαρτία να σκοτώνεις τα κοτσύφια» του δικηγόρου, ήρωα της Αμερικανίδας μυθιστοριογράφου Harper Lee από το αριστούργημά της «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια», όπου καταγγέλλει τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις στον Αμερκανικό Νότο της δεκαετίας του ’30. Εν συνεχεία, «Ο Ερρίκος» είναι το εξώγαμο παιδί Ινδο-Πακιστανών γονέων, που η Ελληνίδα θετή του μητέρα θέλει να βαφτίσει στη θάλασσα, παρά την αντίδραση ιερέων, οι οποίοι θεωρούν αιρετική κάθε άλλη μορφή βάπτισης εκτός εκκλησίας.
Ο παπα-Σπήλιος όμως τον βαφτίζει σ’ ένα θαλασσινό μέρος στην άκρη της Πελοποννήσου, πετάγοντάς τον προς το φως για να φωτιστεί, σύμφωνα με το χριστιανικό μυστήριο, καθώς διαμηνύει τη χαρά του ανοιχτόμυαλου Μητροπολίτη του «να προστεθεί ένας ακόμα πιστός στην Εκκλησία μας». «Η Κρουστάλλω» είναι η νεοφερμένη Γεωργιανή ταμίας σε υπεραγορά, που με ανεπιτήδευτη κοινωνικότητα εμψυχώνοντας τους ηλικιωμένους πελάτες, αυτοί της ανταποδίδουν την αμοιβαιότητα των αγαπητικών τους αισθημάτων. Η γιαγιά Μαρίτσα τζι η Ρενάτα, η Ιταλίδα νεαρή σύζυγος του εγγονού της, ανταλλάσσουν γαστριμαργικές και τραγουδιστικές εμπειρίες, όπως και πληροφορίες για τους ελαιώνες της Τοσκάνης και τις αιωνόβιες Κυπριακές ελιές.
Η δράση των συναισθηματικών σκέψεων και των αποφασιστικών πράξεων μεταφέρεται στα πέντε επίσης διηγήματα της δεύτερης ενότητας, που φέρει τον αλγεινό τίτλο «Της Κατοχής». Οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στρατιώτες είναι «Οι απέναντι» στη νεκρή ζώνη, που όμως την ανασταίνουν με τη βοήθεια που προσφέρουν στην πληγωμένη φοραδίτσα. «Στην Όρκα», το γραφικό μικρότερο χωριό της Κερύνειας, η θάλασσα μπαίνει στο ξωκλήσι, για να προσκυνήσει.
Στα ερείπια ενός παλιού ελαιοτριβείου στον αρχαιολογικό χώρο του λόφου της ΠΑΣΥΔΥ ανταμώνουν ο Ανδρόνικος από τον Καραβά και ο Χουσεΐν από τα Λεύκαρα, για να ξαναζήσουν στιγμές της αξέχαστης φιλίας τους. Στο Δίκωμο ο συγγραφέας αφουγκράζεται την προσταγή του Μάτση «κάθε άνθρωπος να διαφεντεύκει τη γη του» και βλέποντας ακόμη την «Παναγιά Υφάντρα», όπως την «Εργάνη Αθηνά» θα πρόσθετα, να προστατεύει τις παλιές υφάντρες της τουρκοκατεχόμενης γενέτειράς του.
Ο μονόλογος στην ντοπιολαλιά της γριάς Βαρωσιώτισσας Αγάθης συνιστά το πέμπτο εδώ, εξίσου αριστοτεχνικό διήγημα ψυχαναλυτικών και μεταφυσικών προεκτάσεων. Μετά τον επανεκτοπισμό της από την ετοιμόρροπη πολυκατοικία του προσφυγικού συνοικισμού, επιλέγει να την πάρει το κύμα της Χρυσής Ακτής στη θαλασσοφίλητη πόλη της.
Μετά τα τρία διηγήματα «Της πανδημίας», «Ο Ζηθκιώνιας» είναι το πρώτο διήγημα της ακροτελεύτιας ενότητας, αφιερωμένο στον ποιητή Κώστα Βασιλείου και με αναφορές τόσο στους ποιητές Παντελή Μηχανικό και Κώστα Μόντη όσο και στον ομώνυμο αρχαιολογικό χώρο. Αξίζει να μελετηθεί, όπως και όλα της σημαντικής διηγηματικής γραφίδας του Κώστα Λυμπουρή, που θα χαρεί ο αναγνώστης.
Φιλελεύθερος 24.2.2026










