Η Δρ Έλενα Πάρπα, επιμελήτρια της έκθεσης Αγροποιητική: χώματα/σώματα, που εγκαινιάζεται αυτή τη βδομάδα στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας (Κρατική Πινακοθήκη ΣΠΕΛ), μιλάει για τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία και το νήμα που συνδέει την κυπριακή τέχνη από τον Διαμαντή μέχρι σήμερα.
–Ποια είναι η θεματική της έκθεσης, «Αγροποιητική: χώματα/σώματα»; Τι φέρνει στον επισκέπτη και την επισκέπτρια; Πολύ συνοπτικά, η έκθεση εξετάζει τη σχέση μας με το τοπίο και το πώς αυτή η σχέση αποτυπώνεται στην τέχνη. Αφετηρία για τον συγκεκριμένο θεματικό προσανατολισμό ήταν η παρατήρηση έργων στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονη Τέχνης, γνωστής σε όλους μας ως «Ματζέστικ», όπου η σχέση των καλλιτεχνών, κυρίως της πρώτης γενιάς, με το κυπριακό τοπίο συγκροτείται βιωματικά. Βλέπουμε σώματα να κουβαλούν, να μοχθούν, να αγκαλιάζουν ζώα, να γίνονται ένα με τη φύση. Αυτή, λοιπόν, η σχέση με τα χώματα, τα χρώματα και το φως του κυπριακού τοπίου που παρατηρείται στη ζωγραφική τους ήταν το σημείο εκκίνησης για μια έκθεση που αναζητεί διαφορετικές αποκρίσεις και οπτικές γύρω από τη σύνδεση ανθρώπου-φύσης στο έργο σύγχρονων Κυπρίων καλλιτεχνών. Συγκεκριμένα, η έκθεση φέρνει σε διάλογο 51 ιστορικούς και σύγχρονους καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες για να προτείνει μια ανοιχτή ανάγνωση του όρου «τοπίο» σε συσχετισμό με τις συναφείς έννοιες της υπαίθρου, της γης, του τόπου και του χώματος, αλλά και σε συνάρτηση με την ιστορική στιγμή της κλιματικής, θεσμικής και γεωπολιτικής κρίσης που διανύουμε.
–Η αγρότισσα είναι μια κυρίαρχη μορφή στα ιστορικά έργα της έκθεσης… Η έκθεση ξεκινά με μια ομάδα έργων που απεικονίζουν γυναίκες να δουλεύουν τη γη από καλλιτέχνες όπως ο Αδαμάντιος Διαμαντής, ο Ισμέτ Βεχίτ Γκιουνέι και η Μαρία Μιχαηλίδου. Η πρόθεση ήταν η τοποθέτηση των θεατών στην κυπριακή ύπαιθρο και μέσα από αυτά τα γυναικεία σώματα που σκύβουν, σκαλίζουν και επιμένουν, να αναγνωρίσουμε την οικολογική αξία της γυναικείας χειρωναξίας, μιας εργασίας ιστορικά υποτιμημένης, η οποία ωστόσο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη φροντίδα της γης. Παράλληλα, η συγκεκριμένη ενότητα θέτει εξαρχής μια αντι-εξουσιαστική ματιά στη σχέση ανθρώπου και φύσης. Δεν μιλά για κυριαρχία πάνω στο περιβάλλον, αλλά για συμβίωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η αγρότισσα δεν λειτουργεί ως ιδεαλιστικό σύμβολο, αλλά ως φορέας γνώσης και συχνά λησμονημένων δεξιοτήτων και τεχνολογιών επιβίωσης στη φύση.
–Πώς ξεδιπλώνεται ιστορικά η σχέση του ανθρώπου με το τοπίο, ως έννοια; Η έκθεση δεν συγκροτείται ως ιστορική επισκόπηση, ούτε επιδιώκει μια γραμμική αφήγηση γύρω από την εξέλιξη της σχέσης των Κύπριων καλλιτεχνών με το τοπίο και τον τόπο. Αντιθέτως, εστιάζει στο παρόν, αξιοποιώντας ιστορικά έργα όχι ως τεκμήρια μιας χρονολογικής συνέχειας, αλλά ως σημεία αναφοράς που προσδίδουν βάθος στα ζητήματα και στις θεματικές που αναδύονται. Εκείνο που ελπίζω να ξεδιπλώνεται είναι οι πολλαπλοί και συχνά αποκλίνοντες τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να συνδεθεί με την έννοια του τοπίου.
–Υπάρχει και μια οικολογική διάσταση σε όλο αυτό; Υπάρχουν σαφείς αναφορές στην οικολογική κρίση, αν και θεωρώ ότι αυτός ο προβληματισμός εμπεριέχει και μια σειρά από άλλες κρίσεις, οικονομικές, κοινωνικές, θεσμικές, οι οποίες δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα. Αρκετοί καλλιτέχνες μάς προσκαλούν να τις δούμε συζευκτικά. Η οικολογική διάσταση είναι πιο ορατή στην ενότητα «Ανησυχητικά τοπία», όπου οι καλλιτέχνες και οι καλλιτέχνιδες σκέφτονται γύρω από το εξορυκτικό παρελθόν του νησιού και παρουσιάζουν έργα που φέρνουν στο προσκήνιο αυτή την πτυχή της ιστορίας της γης στην Κύπρο: τη μεταχείριση της ως εκμεταλλεύσιμου πόρου.
–Υπάρχουν ορατά στοιχεία που συνδέουν τα ιστορικά με τα σύγχρονα έργα; Θα έλεγα πως υπάρχουν συνδέσεις ανάμεσα στα ιστορικά και τα σύγχρονα έργα, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται η σχέση με τη φύση και τη γη, όχι μέσα από κυρίαρχες ταυτοτικές αφηγήσεις ή στερεότυπα, αλλά ως βιωματική και κριτική εμπειρία. Θα ξεχώριζα επίσης την ευρηματική και συχνά ανατρεπτική προσέγγιση στα υλικά που βασίζεται στην επινοητικότητα και την επανάχρηση, όπως και την πρόθεση της διασύνδεσης με προβληματισμούς που υπερβαίνουν τα τοπικά όρια, έστω και εάν σημείο εκκίνησης είναι η κυπριακή εμπειρία.
–Πώς βλέπεις τον ρόλο του επιμελητή ή της επιμελήτριας; Είναι διαμεσολαβητικός ή είναι κάτι πιο ενεργό; Ο επιμελητής σήμερα δεν είναι απλώς ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στα έργα και το κοινό. Θα έλεγα ότι διεκδικεί τον πιο ενεργό ρόλο του συνδημιουργού νοήματος. Το ζητούμενο στην επιμέλεια μιας έκθεσης είναι να καταφέρεις να τραβήξεις ένα αφηγηματικό νήμα, να δημιουργήσεις νοηματικούς συσχετισμούς μεταξύ των έργων, και μέσα από τον διάλογό τους να προκύψει κάτι νέο ή κάτι ενδιαφέρον.
–Πόσο αναγνωρισμένος είναι ο ρόλος του επιμελητή ή της επιμελήτριας στην Κύπρο; Θα έλεγα ότι ο ρόλος του επιμελητή ή της επιμελήτριας στην Κύπρο είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Το ενδιαφέρον είναι ότι η επιμελητική πρακτική στην Κύπρο δεν αναπτύχθηκε τόσο μέσα από θεσμούς, όσο μέσα από ανεξάρτητες πρωτοβουλίες, αυτοοργανωμένους χώρους και συνεργασίες με καλλιτέχνες. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα πεδίο ιδιαίτερα ζωντανό, όπου υπάρχει χώρος για πειραματισμό. Αυτή η συνθήκη βέβαια έχει και τις δυσκολίες της, όπως επισφάλεια, περιορισμένη επαγγελματική αναγνώριση και την ανάγκη ο επιμελητής ή η επιμελήτρια να αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω ότι στην υλοποίηση της συγκεκριμένης έκθεσης συνέβαλαν καθοριστικά πολλά γυναικεία χέρια. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με την Ελένη Ξένου στην παραγωγή, με την Ελεονώρα Αντωνιάδου στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της έκθεσης, με τη Ναταλί Γιαξή στον συντονισμό της συνοδευτικής έκδοσης και με τη Μύρια Κονναρή στη διαμόρφωση και την ανάπτυξη της οπτικής ταυτότητας.
–Έχεις επιμεληθεί σημαντικές εκθέσεις τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μια συνέχεια, μια ενιαία αφήγηση σ’ αυτή την πορεία; Η πρώτη έκθεση που επιμελήθηκα, το 2012, είχε τίτλο «Πώς να φτιάξεις έναν κήπο». Είχε φιλοξενηθεί στο οίκημα του Συνδέσμου Εικαστικών Καλλιτεχνών και Θεωρητικών Τέχνης-φυτώριο στον Δημοτικό Κήπο Λευκωσίας. Από εκεί ξεκίνησε η έρευνά μου γύρω από τη σχέση της τέχνης με τη φύση, τη γη, το τοπίο, η οποία με οδήγησε στις επόμενες εκθέσεις που επιμελήθηκα.
-Η προσωπική σου σχέση με την τέχνη πώς ξεκίνησε; Η σχέση μου με την τέχνη ξεκίνησε στο εργαστήρι της ζωγράφου Καίτης Στεφανίδου και συνέχισε στο στούντιο της Έφης Σαββίδου. Αν και σπούδασα Καλές Τέχνες, συνειδητοποίησα στην πορεία πως η γραφή ήταν το μέσο έκφρασης μου. Πέρασα στο θεωρητικό πεδίο. Ακολούθησα την έρευνα, τη διδασκαλία και συνέχισα με διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης.
–Πώς ισορροπείς ανάμεσα στο θεωρητικό και την τέχνη ως βίωμα; Η τέχνη δεν είναι κάτι απρόσωπο. Είναι οι καλλιτέχνες, είναι οι συζητήσεις, είναι τα έργα που αναπτύσσονται, είναι η επικοινωνία με το ίδιο το έργο τους. Αυτές οι εμπειρίες είναι που με καθοδηγούν αρχικά. Η θεωρία έρχεται σε δεύτερο χρόνο και προσπαθώ να τη χρησιμοποιώ ως εργαλείο που ανοίγει δυνατότητες ανάγνωσης και όχι ως πλαίσιο που επιβάλλεται στο έργο.
–Επικρατεί αυτή η αντίληψη για την τέχνη ότι είναι κάτι «ελιτίστικο», μη προσβάσιμο, ότι αφορά τους λίγους… Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό να δημιουργούνται χώροι και ευκαιρίες συνάντησης: εκθέσεις και μορφές παρουσίασης που διευρύνουν το πεδίο της τέχνης και το φέρνουν πιο κοντά στην καθημερινότητά μας με τρόπους που να ανοίγουν τη σκέψη, να καλλιεργούν τον διάλογο και να επιτρέπουν στην τέχνη να αγγίξει ουσιαστικά τη ζωή μας. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο της έκθεσης, θα επιδιώξουμε τη διοργάνωση παρουσιάσεων στις οποίες καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες θα προσκληθούν να μιλήσουν για την πρακτική τους. Παράλληλα, στην έκδοση που συνοδεύει την έκθεση, 31 συνεργάτες από τον χώρο της πεζογραφίας, της ποίησης, της ιστορίας και της θεωρίας της τέχνης προσκλήθηκαν να γράψουν για τα έργα που παρουσιάζονται. Το αποτέλεσμα είναι ένα ανθολόγιο κειμένων που ενθαρρύνει μια πολυεπίπεδη ανάγνωση και ερμηνεία της καλλιτεχνικής έκφρασης σε μια προσπάθεια να αναδειχθούν οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να συνδεθούμε με την τέχνη.
- Η έκθεση Αγροποιητική: χώματα/σώματα πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ 2026 σε διοργάνωση της Κυπριακής Προεδρίας και του Υφυπουργείου Πολιτισμού. Ανοίγει για το κοινό στις 30 Ιανουαρίου στο «Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης» (κτήριο ΣΠΕΛ, Αμμοχώστου 73, 1016) στη Λευκωσία. Διάρκεια: μέχρι 30 Ιουνίου
Ελεύθερα, 25.01.2026









