Στους πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους, εκεί όπου το τοπίο ανοίγει προς τον ουρανό και η σιωπή αποκτά σχεδόν υλικό βάρος, έχει εμφανιστεί ένα νέο οινοποιείο.
Από τη Δέσποινα Τηλεμάχου
Το Οινοποιείο Συμεών, λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από το χωριό Οδού, σε υψόμετρο 1200 μέτρων, δεν είναι απλώς μια ακόμη προσθήκη στον οινικό χάρτη της Κύπρου. Είναι ένας χώρος που μοιάζει να έχει ξεφυτρώσει μέσα από το βουνό, ακολουθώντας τον ρυθμό και τη λογική του τόπου.
Κι ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο, αφού και η ίδια η διαδρομή του δημιουργού του δεν υπήρξε γραμμική. Ο Συμεών Συμεών, οδοντίατρος στο επάγγελμα, δεν ξεκίνησε με στόχο να γίνει οινοποιός. Η σχέση του με το κρασί ωστόσο υπήρχε πάντα, υπόγεια και σταθερή, μέσα από οικογενειακές μνήμες και εμπειρίες που συνδέονταν με την καλλιέργεια και την απόσταξη. Όταν το 2007 αποφάσισε να αγοράσει έναν εγκαταλελειμμένο αμπελώνα στην περιοχή, δεν επένδυε απλώς σε γη. Επένδυε σε μια ιδέα που, όπως και τα σταφύλια του, θα χρειαζόταν χρόνο για να ωριμάσει.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ενασχόληση αυτή έγινε όλο και πιο ουσιαστική. Ένα αιωνόβιο αμπέλι, καταγεγραμμένο ήδη από το 1890 και συνδεδεμένο με την οικογένεια της συζύγου του, προστέθηκε στο εγχείρημα, φέρνοντας μαζί του όχι μόνο ιστορία αλλά και μια αίσθηση ευθύνης απέναντι στον τόπο. Οι πρώτες οινοποιήσεις έγιναν πειραματικά, σε μικρούς χώρους, με περιορισμένα μέσα αλλά μεγάλη αφοσίωση. Έτσι, όταν έφτασε η στιγμή για την πρώτη επίσημη εσοδεία το 2024, το οινοποιείο δεν ξεκινούσε από το μηδέν. Είχε ήδη διαμορφώσει χαρακτήρα.
Σε αυτή τη διαδρομή, ο Συμεών δεν είναι μόνος. Δίπλα του, ο οινολόγος Βαγγέλης Μπακαλέξης φέρνει τεχνική γνώση αλλά και μια βαθιά κατανόηση της πρώτης ύλης, ενώ ο Σπύρος Ζουμπούλης, ως σύμβουλος, συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της φιλοσοφίας και των πρακτικών οινοποίησης. Μαζί, δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου η εμπειρία, το ένστικτο και η επιστημονική προσέγγιση συνυπάρχουν χωρίς να συγκρούονται.
Αυτή η φιλοσοφία αποτυπώνεται και στο ίδιο το κτίριο. Το οινοποιείο είναι σε μεγάλο βαθμό υπόγειο, σχεδιασμένο έτσι ώστε να αξιοποιεί τη φυσική δροσιά του βουνού και να μειώνει την ανάγκη για μηχανική παρέμβαση. Η ροή της παραγωγής ακολουθεί τη βαρύτητα, περιορίζοντας τις αντλήσεις και το «στρες» του κρασιού, ενώ ο εξοπλισμός, τσιμεντένιες δεξαμενές, τσιμεντένια αυγά και επιλεγμένα βαρέλια, δεν επιβάλλει καλούπι στο κρασί, αλλά το υπηρετεί. Με άλλα λόγια, στο Οινοποιείο Συμεών, η τεχνολογία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο.
Το ίδιο ισχύει και για την προσέγγιση στον αμπελώνα. Τα σταφύλια προέρχονται από ορεινές περιοχές, σε υψόμετρα που φτάνουν μέχρι και τα 1280 μέτρα, από αμπελώνες βιολογικούς ή υπό μετατροπή, πολλοί από τους οποίους είναι αυτόριζοι και υπερήλικοι. Το μικρόκλιμα της περιοχής, με τις έντονες διαφορές θερμοκρασίας ημέρας και νύχτας, χαρίζει στα κρασιά φρεσκάδα που δύσκολα συναντά κανείς σε τόσο ζεστά κλίματα. Έτσι, η οινοποίηση γίνεται με όσο το δυνατόν λιγότερες παρεμβάσεις, αφήνοντας το αμπέλι να «μιλήσει».
Και τελικά, αυτή η φωνή ακούγεται καθαρά σε κάθε κρασί του οινοποιείου. Το Ξυνιστέρι του 2024 είναι φωτεινό και εκφραστικό, με αρώματα πράσινου μήλου, λευκού ροδάκινου και μια διακριτική βοτανική διάσταση, που εξελίσσονται σε ένα στόμα ισορροπημένο, με νεύρο και ορυκτότητα. Είναι από αυτά τα κρασιά που συνοδεύουν ιδανικά ένα τραπέζι με θαλασσινά, αλλά στέκονται εξίσου όμορφα και μόνα τους, σε κάθε μικρή, ανθρώπινη στιγμή απόλαυσης.
Το «OMG!» Ξυνιστέρι Orange κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, πιο τολμηρή και πολυεπίπεδη. Με αρώματα από φλούδα πορτοκαλιού, περγαμόντο, κερί μέλισσας και τροπικά φρούτα, και με μια δομή που συνδυάζει φρεσκάδα και ελαφριά τανικότητα, είναι ένα κρασί που αναζητά παρέα και πιάτα με ένταση: χαλούμι στα κάρβουνα, κουνέλι στιφάδο ή ακόμη και τηγανητό κοτόπουλο.
Το Μαύρο του 2024 είναι ίσως η πιο άμεση και προσιτή έκφραση: φρέσκο, ζουμερό, με κόκκινα φρούτα και μια δροσερή φυτική νότα, είναι ευκολόπιοτο, αλλά με αρκετή δομή ώστε να μην περνά απαρατήρητο. Από την άλλη, το Τόπος 2023, με τη συνύπαρξη Μαύρου και Μαραθεύτικου και την παλαίωση σε δρύινα βαρέλια, φέρνει περισσότερη πολυπλοκότητα: μπαχαρικά, ώριμα φρούτα, ισορροπία και διάρκεια. Είναι ένα κρασί που μπορεί που κερδίσει την αμέριστη προσοχή σου χωρίς προσπάθεια.
Το Cabernet Sauvignon, τέλος, δείχνει μια άλλη πλευρά του οινοποιείου: πιο δομημένο, πιο πυκνό, με έντονα μαύρα φρούτα, βοτανικές νότες και στιβαρές τανίνες, αποδεικνύει ότι το οινοποιείο μπορεί να κινηθεί με άνεση και εκτός των γηγενών ποικιλιών, χωρίς να χάνει τη συνοχή του.
Όλα αυτά όμως αποκτούν πραγματικό νόημα μόνο όταν τα ζήσει κανείς επιτόπου. Γιατί το Οινοποιείο Συμεών δεν είναι απλώς ένας χώρος παραγωγής. Είναι μια εμπειρία που ξεκινά από τη διαδρομή προς το βουνό και καταλήγει στο ποτήρι. Είναι από εκείνα τα μέρη που σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο, να κοιτάξεις γύρω σου και να καταλάβεις ότι το κρασί δεν είναι απλώς ένα προϊόν. Είναι ο τρόπος που το αμπέλι αφηγείται την ιστορία του.
Και ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος λόγος για να επισκεφθεί κανείς το Οινοποιείο Συμεών: όχι μόνο για να γευτεί τα κρασιά, αλλά για να τα γνωρίσει εκεί όπου γεννιούνται.


