«Valentino, να ζήσεις 100 χρόνια!», είχε δηλώσει η Jacqueline Kennedy το 1966, υποκλινόμενη στο ταλέντο του μεγάλου σχεδιαστή. Η ευχή της σχεδόν πραγματοποιήθηκε: Ο Valentino έφυγε από τη ζωή στα 93 του χρόνια, τη Δευτέρα 20 Ιανουαρίου, στο σπίτι του στη Ρώμη, περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του πρόσωπα.
Με τον θάνατό του, κλείνει οριστικά μια εποχή στη μόδα. Γνωστός μόνο με το μικρό του όνομα, υπήρξε ο τελευταίος από τους μεγάλους couturiers του 20ού αιώνα. Δεξιοτέχνης της υψηλής ραπτικής, ο Valentino καθιέρωσε στον χώρο μια αντίληψη ομορφιάς βασισμένη στην κλασική κομψότητα. Αναγνωρίστηκε για τη μοναδική του ικανότητα να δημιουργεί αριστοκρατικά φορέματα με διαχρονική αξία.
Στη Ρώμη υπάρχει ο Πάπας και ο Valentino
Γεννήθηκε στις 11 Μαΐου του 1932, στη Voghera της Ιταλίας. Η μητέρα του, χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι ο γιος της θα γνώριζε κάποτε μια φήμη αντάξια —αν όχι μεγαλύτερη— από το είδωλό της, τον Rudolph Valentino, του έδωσε το όνομα Valentino Clemente Ludovico Garavani. Μεγάλωσε μέσα στα υφάσματα και τα καρούλια, παρακολουθώντας τη θεία του να ράβει. Έτσι, η ενασχόλησή του με τη μόδα ήρθε σχεδόν ως φυσική εξέλιξη. Στα 17 του χρόνια, μετακόμισε στο Παρίσι, για να σπουδάσει στη φημισμένη École de la Chambre Syndicale de la Couture Parisienne. Εκεί μυήθηκε στην τέχνη της υψηλής ραπτικής και έπειτα μαθήτευσε στα ατελιέ των Jean Dessès και Guy Laroche. Το 1959 επέστρεψε στην Ιταλία και έναν χρόνο αργότερα άνοιξε τον οίκο Maison Valentino, στην οδό Via Condotti στη Ρώμη. Η έμφαση στη λεπτομέρεια, η έντονη θεατρικότητα των δημιουργιών του και το κόκκινο χρώμα άρχισαν να γράφουν το πρώτο κεφάλαιο της αυτοκρατορίας Valentino. Η Ρώμη έγινε το σκηνικό της ανόδου του και εκείνος, με ατελείωτες επιδείξεις σε παλάτσο, βραδιές υψηλής κοινωνίας και πελάτισσες που ανήκαν στην παγκόσμια ελίτ, καθιερώθηκε ως ο απόλυτος εκφραστής της ιταλικής κομψότητας.

Όταν η Jacqueline Kennedy τον επέλεξε για την προσωπική της γκαρνταρόμπα και αργότερα για τον γάμο της με τον Αριστοτέλη Ωνάση το 1968, το όνομά του πέρασε οριστικά στην ιστορία. Λίγους μήνες, μάλιστα, πριν από τον γάμο της, ο Valentino παρουσίασε την περίφημη συλλογή «La Collezione Bianca», εμπνευσμένη από εκείνη. Μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή για την καριέρα του, αφού απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο και τα περιοδικά μόδας. Πριγκίπισσες, Πρώτες Κυρίες και stars του Hollywood άρχισαν να ταξιδεύουν στη Ρώμη, μόνο και μόνο για να φορέσουν Valentino. Στη Ρώμη, πλέον, όπως έλεγαν, υπήρχαν δύο θεσμοί: Ο Πάπας και ο Valentino. Ο ένας εκπροσωπούσε τη θρησκευτική δύναμη της πόλης, ο άλλος την αιώνια κομψότητα.

Valentino Red
Ο Valentino Garavani είχε τη σπάνια διάκριση να διαθέτει το δικό του χρώμα στο χρωματολόγιο του Pantone Institute: Το Valentino Rosso ή Valentino Red.
«Όταν βλέπεις μια γυναίκα ντυμένη με ένα όμορφο κόκκινο, βραδινό φόρεμα, είναι πραγματικά κάτι ξεχωριστό», είχε πει ο ίδιος. Από το 1959, όταν παρουσίασε το πρώτο του κόκκινο φόρεμα με την ονομασία Fiesta, φρόντισε να το αποδεικνύει ξανά και ξανά. Το κόκκινο εξελίχθηκε σε χρώμα-σύμβολο για τον οίκο. Και αυτό γιατί, όπως αποκάλυψε αρκετά χρόνια αργότερα ο Giancarlo Giammetti, σύντροφός του στη ζωή και διαχρονικός συνεργάτης του, ο Valentino ήταν προληπτικός. Εφόσον το κόκκινο υπήρχε στην πρώτη του συλλογή, το θεωρούσε γούρι και γι’ αυτόν τον λόγο, έπρεπε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος κάθε συλλογής του.

Ο μεγάλος έρωτας
Στο πλευρό του Valentino, για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, βρέθηκε ο Giancarlo Giammetti. Όταν ρωτήθηκε στο ντοκιμαντέρ «Valentino: The Last Emperor», πώς είναι να ζεις στη σκιά μιας τόσο εμβληματικής προσωπικότητας, απάντησε με μία μόνο λέξη: «Ευτυχία». Παρότι η ρομαντική τους σχέση κράτησε περίπου μια δεκαετία, η επαγγελματική και προσωπική τους σύνδεση δεν έσβησε ποτέ. Ο Giammetti ήταν το διοικητικό και επιχειρηματικό μυαλό του οίκου, αφήνοντας στον Valentino την απόλυτη ελευθερία δημιουργίας. Ο Valentino άλλωστε συνήθιζε να λέει πως «Εγώ ξέρω μόνο να φτιάχνω ωραία φορέματα, σε οτιδήποτε άλλο είμαι άχρηστος».

H τελευταία υπόκλιση
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο οίκος Valentino περνά σταδιακά σε χέρια μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, σηματοδοτώντας το τέλος της εποχής, όπου ο δημιουργός είχε τον απόλυτο έλεγχο του ονόματός του. Παρότι ο Valentino Garavani παρέμεινε για χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής, η αλλαγή ιδιοκτησίας διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα για τον ίδιο: Δεν είχε πλέον τον τελικό λόγο. Έτσι, το 2007, δύο μήνες μετά το μεγαλειώδες πάρτι για τα 45 χρόνια της λαμπρής πορείας του στη μόδα, εκδίδει ανακοίνωση ότι αποχωρεί, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως φεύγει όσο το πάρτι είναι ακόμα ζωντανό. Σίγουρος πια ότι έχει αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμα του στη μόδα, κάνει την τελευταία του υπόκλιση τον Ιανουάριο του 2008, στη Ρώμη, στο φινάλε του ντεφιλέ της τελευταίας του haute couture συλλογής. Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στη Ρώμη, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Παρότι δεν επέστρεψε ποτέ στη δημιουργία ολοκληρωμένων συλλογών, δεν αποσύρθηκε πλήρως από τη δημιουργική πράξη. Αντίθετα, συμμετείχε επιλεκτικά σε καλλιτεχνικά projects, από σχεδιασμούς κοστουμιών για όπερα και θεατρικές παραγωγές έως μεμονωμένες, διακριτικές συνεργασίες με σταρ, καθώς, όπως έλεγε, δεν ήθελε να ανταγωνίζεται το ίδιο του το παρελθόν.

Little Known Facts
- Ο Valentino υπήρξε παθιασμένος λάτρης των σκύλων, με πολλούς τετράποδους συντρόφους στη διάρκεια της ζωής του, κυρίως pugs και dachshunds.
- Απέκτησε και έζησε σε κατοικίες με αρχιτεκτονική και ιστορική αξία, από ρωμαϊκά παλάτσο έως εξοχικά κτήματα και σαλέ.
- Ήταν εξαιρετικά αυστηρός όσον αφορούσε τη διάταξη των τραπεζιών, όταν φιλοξενούσε δείπνα. Δεν έβαζε πότε ένα παντρεμένο ζευγάρι να καθίσει διπλά-δίπλα και δεν χρησιμοποιούσε ποτέ λευκά τραπεζομάντηλα.
- Υπάρχει ένας σωσίας–απομίμηση του Valentino Garavani, που κυκλοφορεί στους δρόμους της Ιταλίας. Ο συγκεκριμένος έχει καταφέρει, μάλιστα, να εισβάλει απρόσκλητος σε αρκετές επιδείξεις μόδας και να αποκτήσει πρόσβαση ακόμη και στην πασαρέλα, λέγοντας στα μοντέλα ότι το περπάτημά τους ήταν απαίσιο.









