Το 2016, ο Τζέι Ντι Βανς, ένας 31χρονος venture capitalist στη Silicon Valley, συγκέντρωνε τα βλέμματα σε πανεθνικό επίπεδο με το best seller βιβλίο του, Hillbilly Elegy.
Ο όρος hillbilly, μια απαξιωτική αναφορά στους φτωχούς, λευκούς αγρότες των ΗΠΑ, κυρίως δε σε εκείνους των περιοχών πέριξ των Απαλαχίων Ορέων, έμπαινε «δικαιωματικά» στο βιβλίο, αφού επρόκειτο για μια αυτοβιογραφική αφήγηση του νεαρού Βανς, μια ελεγεία, κατά τον συγγραφέα, των δύσκολων παιδικών του χρόνων, η οποία στόχευε να εξιστορήσει την κοινωνική αποσύνθεση στις αγροτικές περιοχές των ΗΠΑ.
Δεν ήταν, όμως, μια συναισθηματική κατάθεση, ούτε και ο Βανς ήθελε να προκαλέσει τον οίκτο οποιουδήποτε. Αντιθέτως, ο high-flyer 31χρονος από το Middletown του Οχάιο, μια μικρή πόλη την οποία δεν ήξερε – και πιθανότατα δεν έμαθε έκτοτε – κανείς, ήταν το success story που κάθε hillbilly, αλλά και κάθε Αμερικανός ο οποίος – δικαίως ή αδίκως – ένιωθε αδικημένος, ονειρευόταν και ονειρεύεται.
Ο Βανς τα είχε όλα: ένας φτωχός νέος, ο οποίος έγινε πεζοναύτης, υπηρέτησε στο Ιράκ, σπούδασε Νομικά στο Yale με σχεδόν πλήρη οικονομική στήριξη λόγω της αδυναμίας του να πληρώσει δίδακτρα και της προϋπηρεσίας του στον στρατό. Όταν αποφοίτησε, τον τσίμπησε αμέσως ο δισεκατομμυριούχος Πίτερ Τιλ, συνιδρυτής της PayPal, πρώτος μεγάλος επενδυτής στο Facebook και συνιδρυτής της Palantir Technologies, εταιρείας «ειδικευμένης» σε μεγάλα κρατικά και αμυντικά συμβόλαια.
Με αυτό, λοιπόν, το «πακέτο», δεν ήταν δύσκολο να πουλήσει κανείς την ιστορία του και να τον κάνει ίνδαλμα για τους hillbillies και όχι μόνο.
Αυτό, με τη σειρά του, έφερε τη δημόσια παρουσία, τις συνεντεύξεις και τις παρεμβάσεις, ειδικά με δεδομένο ότι στο μεταξύ ο Βανς είχε φτιάξει και το δικό του fund και είχε πετύχει. Αν και συντηρητικός γενικά, αντιπαθούσε τον Τραμπ και τη λαϊκή Δεξιά, τόσο μάλιστα ώστε τον είχε περιγράψει ως «πολιτισμική ηρωίνη» και «Χίτλερ των ΗΠΑ».
Ο Τραμπ, όμως, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, έχασε μεν τη λαϊκή ψήφο, κέρδισε όμως τους εκλέκτορες και εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, την πρώτη φορά. Οπότε, ο φιλόδοξος Βανς άρχισε να προσπαθεί να ανέβει στο τρένο. Τελικά τα κατάφερε, και μάλιστα σε σταθμό και σε βαγόνι πρώτης θέσης, όταν ο Τιλ τον πήρε προσωπικά στο κτήμα του Τραμπ, το περιβόητο Mar-a-Lago. Από εκεί ξεκίνησε μια νέα πορεία.
Fast forward στο 2026.
Πριν από δέκα μέρες, ο ιστότοπος Axios δημοσίευσε μια – μη διαψευσθείσα – είδηση για μια συνομιλία του Βανς με τον Βενιαμίν Νετανιάχου, στην οποία ο Αμερικανός, αντιπρόεδρος του Τραμπ πλέον, επιτέθηκε στον Ισραηλινό πρωθυπουργό και τον κατηγόρησε ότι ουσιαστικά ξεγέλασε τον Πρόεδρο, πουλώντας του μια ρόδινη εκδοχή της συνέχειας, προκειμένου να τον τραβήξει στον πόλεμο, και διάφορα άλλα. Όλα ιδιαιτέρως ασυνήθιστα σε τόνο και περιεχόμενο για αντιπρόεδρο των ΗΠΑ προς ηγέτη του Ισραήλ· πολλώ δε μάλλον προς τον συγκεκριμένο, ο οποίος μέσα σε έναν χρόνο και κάτι είχε σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ επισκέψεων ξένου ηγέτη στον Λευκό Οίκο.
Ο Βανς ίσως ήταν κι αυτός ένας ρέκορντμαν αφού χρειάστηκε δέκα ολόκληρους μήνες μετά την ορκωμοσία του για να επισκεφθεί το Ισραήλ.
Το ερώτημα δεν ήταν και δεν είναι εάν ο Βανς είναι αντισημίτης. Το ερώτημα, για τους πλείστους, είναι τι τελικά είναι και εάν πραγματικά είναι κάτι.
Αυτό για το οποίο διακρίνεται -και το οποίο επιβάλλεται να προσέξει αλλά και να κρατήσει κάποιος για το παρακάτω -είναι πως αυτός ο, ομολογουμένως, πολύ έξυπνος και πολύ ικανός πολιτικός, ο οποίος, μεταξύ πολλών άλλων, έγινε και καθολικός από προτεστάντης χωρίς να γκρεμίσει γέφυρες, αυτός ο δεδηλωμένος αντίπαλος του «Χίτλερ των ΗΠΑ» που έγινε αντιπρόεδρός του, ένας αντιπρόεδρος που είναι παντρεμένος με μια Ινδο-αμερικανή, την οποία «ο Λευκός Οίκος» παρουσιάζει περίπου ως μητέρα και οικοκυρά, ενώ έχει μια εκπληκτική καριέρα στη νομική, πολύ ανώτερη του συζύγου της, είναι εξαιρετικά ταλαντούχος στην προσαρμογή και την αλλαγή. Όπως και, ακόμη περισσότερο, στις ισορροπίες. Παρόλο πολλοί δεν θα χρησιμοποιούσαν κανένα από αυτά τα τρία τελευταία ουσιαστικά, θεωρώντας τα προφανώς απαράδεκτα επιεική.
Στο Ισραήλ, το επεισόδιο – εντός ή εκτός εισαγωγικών – με τον Νετανιάχου δεν προσέχθηκε ιδιαίτερα, αφενός μεν διότι ο κόσμος είχε πολλά άλλα να τον απασχολήσουν αυτό το διάστημα, αφετέρου δε διότι, ως ένας πολιτικοποιημένος — ίσως και ο πλέον πολιτικοποιημένος εξ ανάγκης – λαός, θυμούνται πως και ο Τραμπ είχε περιπέσει σε τέτοια «αμαρτήματα» παλαιότερα, λέγοντας ο ίδιος πράγματα ξεκάθαρα αντισημιτικά, και μάλιστα τόσο πρώτου επιπέδου, που ένας στοιχειωδώς εγγράμματος άνθρωπος ντρέπεται όχι τόσο για την ουσία όσο για τη διατύπωση.
Ο Βανς ποτέ δεν τα είπε. Δημόσια, τουλάχιστον. Αυτό που προκαλεί ανησυχία με τον Βανς, στο Ισραήλ και όχι μόνο, είναι η απουσία οποιασδήποτε άποψης. Το να κάθεται στην κλούβα, ειπωμένο λαϊκά. Την ώρα, μάλιστα, που μερικοί από τους πλέον τοξικούς αντισημίτες, με άρωμα δεκαετίας του ’30, βρίσκονται στο κόμμα και είναι εξαιρετικά επιδραστικοί.
Η ανησυχία αφορά το γεγονός ότι το σήμερα, το σήμερα και των ΗΠΑ, είναι τόσο κοντά στη δεκαετία του ’30 και στο σκοτάδι της εποχής εκείνης – ειδικά για τους Εβραίους – όσο ποτέ προηγουμένως. Τα ποσοστά γνώσης, έστω και του Ολοκαυτώματος, βρίσκονται σε σοκαριστικά χαμηλά επίπεδα. Οι Δημοκρατικοί, και ειδικά οι αριστεροί, έχουν εγκαταλείψει ακόμη και το πρόσχημα του «αντισιωνισμού», με το οποίο κάλυπταν τον αντισημιτισμό τους. Πλέον κατηγορούν και, ενίοτε, στοχοποιούν ανοιχτά «τους Εβραίους». Ούτε καν το Ισραήλ ιδιαίτερα πια.
Οι χειρότεροι διαπρύσιοι κήρυκες του αντισημιτισμού και του μίσους κατά των Εβραίων δεν βρίσκονται καν εκεί. Βρίσκονται στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών. Και δεν μιλάμε μόνο για κλινικές περιπτώσεις όπως ο Kanye (ή Ye) και άλλοι παρόμοιοι. Ο Τάκερ Κάρλσον και η Κάντας Όουενς, που χτίζουν καριέρες πάνω σε εγκληματικές διαστρεβλώσεις της Ιστορίας και σε θεωρίες συνωμοσίας, μαζί με πολλούς άλλους που ρίχνουν ασταμάτητα λάδι στη φωτιά, φτάνοντας να τροφοδοτούν ακόμη και δολοφονίες Εβραίων με όσα κηρύττουν, είναι εμβληματικές μορφές του ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου – εδώ από την ακροδεξιά αντί από την ακροαριστερά.
Η απορία, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο Τζέι Ντι Βανς ανοίγει τον δρόμο του για τη διαδοχή του Τραμπ στην προεδρία, είναι ποιον τελικά εκπροσωπεί και, περισσότερο, τι πρεσβεύει πέρα από τον επιδέξειό του αριβισμό. Στα σίγουρα, εκπροσωπεί το κεφάλαιο της Silicon Valley και του Τιλ ειδικά, ο οποίος, από τα σχεδόν 500 εκατομμύρια δολάρια σε κυβερνητικά συμβόλαια πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ, έχει ξεπεράσει μέσα σε έναν και κάτι χρόνο το ένα δισεκατομμύριο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο αντισημιτισμός, ούτε καν κυρίως αυτός, εάν το δει κανείς κυνικά και στη λογική της μεγάλης εικόνας. Είναι ότι ο Τραμπ μεγάλωσε στο χρήμα και έτσι μπήκε στον Λευκό Οίκο, ενώ ο Τζέι Ντι Βανς έγινε πλούσιος – και μάλιστα ούτε καν με τα λεφτά του πατέρα του. Και κανείς δεν ξέρει τελικά τι πρεσβεύει, πλην της άκρατης φιλοδοξίας του.
Hillbilly σίγουρα δεν είναι πια. Όσο για την ελεγεία, παραμένει κι αυτή ένα μυστήριο. Όχι ως προς το περιεχόμενο — αυτό θα είναι μάλλον εξαιρετικά… ποικίλο – αλλά ως προς το ποιοι θα είναι οι αυλητές που θα την απαγγείλουν μαζί του, στην περίπτωση που εκλεγεί.


