Το φαγητό δεν είναι μόνο για να χορτάσουμε, είναι ρουτίνα, μοίρασμα, κοινωνική πράξη. Κι όμως, για πολλούς, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες, τα γεύματα καταναλώνονται σιωπηλά και μοναχικά. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως αυτή η συνήθεια δεν είναι τόσο αθώα όσο πιστεύαμε.
Μελέτες που ανέλυσαν δεδομένα από χιλιάδες άτομα άνω των 65 ετών, σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμικά περιβάλλοντα, καταλήγουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα μοναχικά γεύματα συνδέονται με χαμηλότερη ποιότητα διατροφής, απώλεια βάρους και αυξημένο κίνδυνο μείωσης της λειτουργικής ανεξαρτησίας.
Οι ερευνητές παρατηρούν ότι όταν το φαγητό χάνει τον κοινωνικό του χαρακτήρα, αλλάζει και το περιεχόμενό του. Λιγότερα φρέσκα τρόφιμα, μικρότερη ποικιλία, πιο πρόχειρες επιλογές. Η παρουσία άλλων στο τραπέζι φαίνεται να λειτουργεί ως φυσικό κίνητρο: τρώμε περισσότερο, δοκιμάζουμε νέες γεύσεις, δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στο γεύμα.
Ένα ακόμη ανησυχητικό εύρημα αφορά την ακούσια απώλεια βάρους. Σε αρκετές περιπτώσεις, όσοι τρώνε συστηματικά μόνοι, παρουσίασαν μεγαλύτερη πιθανότητα να χάσουν βάρος με την πάροδο του χρόνου, κάτι που στους ηλικιωμένους μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία, ευθραυστότητα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο διατροφικό, αλλά και ψυχοκοινωνικό. Η μοναξιά επηρεάζει την όρεξη, τη διάθεση και την κινητοποίηση για φροντίδα του εαυτού. Όταν το φαγητό μετατρέπεται σε αγγαρεία, χάνει τον ρόλο του ως καθημερινή πράξη ευεξίας.
Το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: ακόμα και μικρές αλλαγές μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Ένα κοινό γεύμα την εβδομάδα, μια πρόσκληση, ένα τηλεφώνημα, μια οργανωμένη δραστηριότητα. Γιατί τελικά, η υγεία δεν χτίζεται μόνο με θερμίδες, αλλά και με ανθρώπινη παρουσία.









