Ιούνιος 7, 1958 – Απρίλιος 21, 2016.
Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τον θάνατο του Prince σε ηλικία 57 ετών. Τότε, καθώς ήταν γνωστή σε φίλους η μανία μου για το έργο του, μου είχε ζητηθεί να γράψω ένα κείμενο για ένα ελληνικό περιοδικό. Δεν είχα ούτε δύναμη ούτε διάθεση.
Μαζί με τη λύπη που ένιωθα για το κεφάλαιο που έκλεινε, ήμουν και θυμωμένος. Πίστευα ότι χρωστούσε κάτι περισσότερο, ότι είχε δώσει υποσχέσεις που δεν τήρησε. Είχε συνηθίσει τους fan του να είναι, όπως εκείνος, ανικανοποίητοι μέχρι του σημείου να γίνονται άδικοι. Με την απόσταση που μας χωρίζει από εκείνον τον τόσο κοντινό, τόσο μακρινό κόσμο όπου ο πιο αποκλίνων μέγας ποπ αστέρας ακόμη χόρευε ανάμεσά μας, νομίζω ότι μπορώ να βάλω σε σχετική τάξη μερικές σκέψεις για την πορεία του και για το πώς με επηρέασε η λατρεία του ως καλλιτέχνη. Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω, αναγνωρίζω ότι για το θέμα αδυνατώ να γράψω ψυχρά και αντικειμενικά.
Όταν τελειώνοντας το δημοτικό ξεκίνησα να ακούω σύγχρονη μουσική, τόσο τα τραγούδια του Prince (η πρώτη επαφή ήταν με το Raspberry Beret από μια χριστουγεννιάτικη συλλογή με τις επιτυχίες του 1985), όσο και η εμφάνισή του στα βίντεο κλιπ, δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο που κυκλοφορούσε. Ο ήχος, οι στίχοι, ο τρόπος τραγουδιού με το χαρακτηριστικό φαλτσέτο και τις κραυγές, ήταν αστεία, εφιδρωτικά, ερεθιστικά και ταυτόχρονα ακατανόητα — άνοιγαν τη διάθεση για απροσδιόριστες επιθυμίες που αφορούσαν τα πάντα, από την αισθητική ως τη σεξουαλικότητα. Όσες φορές και να τα άκουγες έμοιαζαν καινούργια, αχρησιμοποίητα, ασύλληπτα (αυτό ισχύει μέχρι σήμερα).
Για την απενοχοποίηση βοήθησε και η ενθουσιώδης έγκριση του εγκυρότερου τότε μουσικού παραγωγού, του Γιάννη Πετρίδη, που μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του και τη σελίδα του αρχισυντάκτη στο περιοδικό ΠΟΠ ΚΑΙ ΡΟΚ, τοποθετούσε την καλλιτεχνική συμβολή του Prince μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εξέλιξης της δημοφιλούς μαύρης μουσικής — την ίδια ώρα που οι πιο «δικοί μας» εναλλακτικοί μουσικοί παραγωγοί επεδείκνυαν μια πουριτανική συστολή απέναντι στο φαινόμενο.
Ο πρώτος δίσκος του που αγόρασα ήταν το Parade, στο οποίο μέχρι σήμερα μπορώ νοερά να περιηγηθώ σε κάθε γωνιά του. Πριν το διαδίκτυο, και αργότερα το streaming, δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε όλη τη δισκογραφία μονομιάς. Κάτι τέτοιο απαιτούσε επένδυση χρημάτων, χρόνου και νοητικής συγκέντρωσης.
Μέχρι την εποχή που φοιτητής μπήκα στη φάση της δικής μου καλλιτεχνικής δημιουργίας στο θέατρο (που τότε πίστευα ότι θα ήταν ταυτόσημη με τον υπόλοιπο βίο μου), είχα εξοικειωθεί με το σύνολο σχεδόν της μέχρι τότε παραγωγής του. Περισσότερο ακόμα και από τον Cave, τον Bowie και τον Mark E. Smith, ήταν ο Skinny Motherfucker With The High Voice (όπως τον αποκάλεσε ο μπασίστας των Υο La Tengo σε μια ανορθόδοξη συλλογή διασκευών του) που έγινε το άπιαστο πρότυπο εργασίας μου.
Το στοιχείο της ιδιοφυΐας — μια θεωρητική κατασκευή ανθρώπων που δεν την έχουν αλλά μπορούν να την εκτιμήσουν, η οποία κατατρέχει σαν θανάσιμο βάρος τους ιδιοφυείς — ήταν αυτό που με γοήτευε ανέκκλητα. Από την εποχή του Dirty Mind (1980) έως και το Lovesexy (1988), ο Prince ήταν παντρεμένος με τη θεϊκή έμπνευση, σχεδόν ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσός — με τα χέρια του να είναι συνεχώς απλωμένα στο άπειρο.

Με 20ωρα στο στούντιο, με αυστηρή πειθαρχία για τον ίδιο και τους μουσικούς του (όχι μόνο χωρίς ουσίες και ποτό, αλλά ούτε καν τσιγάρο), έγραφε δυο-τρία αριστουργήματα τον μήνα, όπως και δεκάδες άλλα τραγούδια-δυναμίτες που ακόμη προκαλούν θαυμασμό. Άλλαξε την ποπ μουσική για πάντα, φιλτράροντας εκλεκτικά ό,τι είχε προηγηθεί (από τους Funkadelic και τον Sly Stone, μέχρι τους Fleetwood Mac και τη Joni Mitchell), και διαμορφώνοντας τις ορίζουσες για ό,τι θα ακολουθούσε μέχρι σήμερα (έστω μαζί με τη διακριτή επιρροή του hip-hop).
Μοίραζε γενναιόδωρα τα τραγούδια του φτιάχνοντας καριέρες που αλλιώς μάλλον δεν θα απογειώνονταν ποτέ (Mαnic Monday για τις Bangles), ενώ κομμάτια που είχε στα αζήτητα (Nothing compares to U) ή είχαν περάσει απαρατήρητα στη δική του εκτέλεση (I feel for you), αποκτούσαν μια δεύτερη ζωή που θα αποδεικνυόταν «αιώνια» (από τη Sinead O’ Connor και την Chaka Khan αντίστοιχα).
Οι Sonic Youth είχαν το όνομα, αλλά ο Prince της περιόδου αυτής είχε τη χάρη της απόλυτης νεότητας ως ιδέας, το ισοδύναμο ενός Υπερανθρώπου που χόρευε, τραγουδούσε, έπαιζε όλα τα όργανα και ερωτευόταν χίλιες και μία πανέμορφες γυναίκες χωρίς πόνο — η ενσάρκωση του κατά James Brown Sex Machine.
Το απίστευτο ταλέντο του Prince (μαζί με τις απύθμενες ανασφάλειές του σε σχέση με το χρώμα, το ύψος και τη δύσκολη οικογενειακή του ιστορία), τα μαγικά τραγούδια που έφτιαξε τότε, είναι όλα αληθινά, ο χρόνος δεν μπορεί να τα αγγίξει. Τα υπόλοιπα όμως ήταν ψέματα, μισά και ολόκληρα — το σίγουρο είναι ότι κατέρρευσαν. Με πάταγο για τον ίδιο και τους κοντινούς του (υπάρχει ατελείωτη βιβλιογραφία πάνω στο θέμα, ενώ το Prince Estate απαγόρευσε την προβολή του ντοκιμαντέρ για τη ζωή του που είχε συμφωνήσει με το Netflix), και με άβολη αναμονή (για πιο καλά τραγούδια που δεν έρχονταν) στο Καθαρτήριο για τους φίλους της μουσικής του.
Φτάνουμε λοιπόν στη μακρά περίοδο από το αδύναμο Batman (1989) και κυρίως το (κωμικοτραγικά άνισο) Graffiti Bridge (1990) μέχρι τον θάνατό του το 2016. Μύριες κυκλοφορίες, παράλογη σύγκρουση μέχρι γελοίας αυτοθυματοποιήσεως με τη δισκογραφική του εταιρεία, επαγγελματικές κινήσεις αξιοποίησης του διαδικτύου ανάμεσα στον δονκιχωτισμό και την πρωτοπορία, απότομα φθίνουσα εμπορική επιτυχία και κριτική αποδοχή, γενική αίσθηση ότι αυτός, που έδινε νωρίτερα το στίγμα των καιρών, τώρα η εποχή τον ξεπερνούσε και τον ξέβραζε με ταχύτητα.
Πάρα τις κατά τόπους εκλάμψεις (σε κάθε νέο δίσκο του υπήρχαν ένα δυο υπέροχα κομμάτια που συντηρούσαν τη μνήμη και ανανέωναν την ελπίδα), η απουσία της μεγάλης έμπνευσης ήταν οδυνηρώς εμφανής. Ακόμα χειρότερα, παρότι ο Prince είχε πάντα δίπλα του στην μπάντα εξαιρετικά δεξιοτέχνες μουσικούς, φαινόταν κραυγαλέα το κενό των φίλων και συνεργατών (π.χ. Jimmy Jam, Terry Lewis, Lisa Coleman, Wendy Melvoin) που σαν δεύτερη οικογένεια τον συνέδεαν με τις ρίζες του, και τους οποίους είχε διώξει μέσα στη χρυσή του δεκαετία λόγω της υπεροψίας και του εγωισμού του (που είχε ρεαλιστικά δραματοποιήσει στο σενάριο της ταινίας Purple Rain).
Δεν είναι όμως αυτή η πλήρης εικόνα. Όλα εκείνα τα χρόνια ο Prince θα συνεχίσει να περιοδεύει στον πλανήτη, να κάνει τρίωρες συναυλίες και μυστικά after-show πάρτι, να κλέβει την παράσταση. Δυο κλασικές στιγμές που έχουν αποτυπωθεί σε βίντεο και έχουν εκατομμύρια προβολές στο YouTube: το σόλο του στην ηλεκτρική κιθάρα στο When my guitar gently weeps στο Rock & Roll Hall of Fame (2004) στο tribute για τον George Harrison, και η εμφάνισή του στο ημίχρονο του Super Bowl (2007) κάτω από καταρρακτώδη βροχή.
Θα μπορούσαμε συνοπτικά να περιγράψουμε την «άχαρη» περίοδο ως ημιτελή ενηλικίωση. Σαν ο καλλιτέχνης να ήταν πάντα alive and kicking (που έλεγαν οι Simple Minds), ικανός να αγγίξει ξανά το heavenly pop hit (που έλεγαν οι Chills) αν το προσπαθούσε, το ήθελε και το πίστευε (όπως π.χ. ο Βob Dylan ή ο Neil Young «επέστρεψαν» σε διάφορες φάσεις τους ύστερα από σειρά κακών δίσκων).
Συμβολικά, στη φαντασίωση για ένα «έξτρα κανονάκι», όπως ονόμαζαν οι παίκτες των ουφάδικων τη ζωή-δώρο που έδινε το arcade μηχάνημα, μπορούσα να μεταθέτω τους δικούς μου συμβιβασμούς, απογοητεύσεις και ήττες της ενήλικης ζωής. Για τον ίδιο όμως είχε μεγαλύτερο και πραγματικό κόστος. Η καταστροφή των γονάτων και της μέσης του από τα ακροβατικά και τον πολύωρο χορό στη σκηνή (οι ψηλοτάκουνες μπότες δεν ήταν καλή ιδέα τελικά), και η άρνησή του να ακολουθήσει τις οδηγίες της «συμβατικής» ιατρικής, είχαν σαν συνέπεια τον εθισμό του σε πολύ ισχυρά οπιούχα αναλγητικά που οδήγησαν στην δηλητηρίαση του οργανισμού του μέχρι το άδοξο και μοναχικό τέλος.
Ζητούσε υπερβολικά πολλά από τον εαυτό του. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο. Σήμερα δεν είμαι σίγουρος για τίποτα πια. Ακόμα κι αν ο Μεφιστοφελής μού έδινε την αναδρομική δυνατότητα να είχα φτιάξει κάτι τόσο αξιόλογο καλλιτεχνικά, και πάλι δεν νομίζω ότι θα θυσίαζα την αντικειμενικά μέτρια και συνηθισμένη ζωή μου. Ούτε κανείς μπορεί να ξέρει για το πόσα πράγματα ίσως να μετάνιωσε ο Prince στα χρόνια της κατηφόρας ή στις τελευταίες του στιγμές (δεν άφηνε κανέναν άνθρωπο που νοιαζόταν, όπως η Sheila E., να τον πλησιάσει και να προσπαθήσει να τον συνεφέρει).
Αυτό όμως για το οποίο δεν έχω αμφιβολίες είναι ότι τα τραγούδια του αποτελούν, τόσο για μένα όσο και για χιλιάδες άλλους ανθρώπους της γενιάς μου, αναπόσπαστο μέρος του soundtrack της ζωής μας, δίχως μάλιστα να περιορίζονται από την όποια προβλεπόμενη νοσταλγική δύναμη της αδράνειας. Αντίθετα, η μουσική του Prince της δεκαετίας του ’80 βρίσκεται στο «vault» — πάντα αγέραστη— περιμένοντας τους νεότερους να την ανακαλύψουν. Εντάξει, και σαν κοσμικό ευαγγέλιο για τους παλαιότερους.
It’s silly, no?
When a rocket ship explodes and everybody still wants to fly
But some say a man ain’t happy unless a man truly dies
(Sign of the times, 1987)
Ελεύθερα, 5.4.2026


