Η τηλεόραση έχει τη δύναμη να διαμορφώνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα, να τον μετατρέπει σε θέαμα και να τον παρουσιάζει ως πρότυπο ζωής. Όταν, όμως, αυτή η εικόνα γεννά πίεση, σύγκριση και προσδοκίες που δεν χωρούν στην πραγματική ζωή, τότε ο έρωτας παύει να είναι αυθόρμητος και αρχίζει να λειτουργεί με κανόνες που δεν του ανήκουν.
Από τον Ανδρέα Κατσιή
Ο έρωτας στα χρόνια της τηλεόρασης και γενικότερα της οθόνης, δεν είναι απλώς συναίσθημα, είναι ένα ολόκληρο αφήγημα. Μαθαίνουμε να τον ζούμε μέσα από κάδρα, κοντινά πλάνα, μουσικές κορύφωσης και δραματικά cut. Από τα τηλεοπτικά ζευγάρια των πρωινάδικων μέχρι τα reality εγκλεισμού, η οθόνη μάς έμαθε πώς «πρέπει» να μοιάζει ο έρωτας: έντονος, «φωνακλάς», δημόσιος, και διαρκώς στα κόκκινα.
Για δεκαετίες η τηλεόραση λειτουργεί σαν άτυπο σχολείο σχέσεων. Εκεί γνωρίσαμε τον έρωτα που γεννιέται μπροστά στο κοινό, που αντέχει την έκθεση, που μεταφράζεται σε δηλώσεις, φιλιά on air και στιγμές που επαναλαμβάνονται σε εκπομπές και sites. Όταν βλέπεις ξανά και ξανά ζευγάρια να ερωτεύονται μπροστά σε κάμερες, αρχίζεις να πιστεύεις ότι έτσι είναι το φυσιολογικό.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν το τηλεοπτικό πρότυπο περνά στην καθημερινή ζωή. Ο έρωτας δεν είναι πάντα τηλεοπτικός. Δεν έχει πάντα μουσική υπόκρουση, ούτε κοινό. Δεν εξελίσσεται σε επεισόδια, ούτε κορυφώνεται σε prime time. Κι όμως, πολλοί λειτουργούμε σαν να μας παρακολουθούν. Σαν να χρειαζόμαστε επιβεβαίωση, likes, σχόλια και αποδοχή, για να νιώσουμε ότι ο έρωτας που ζούμε… αξίζει.
Η τηλεόραση, και πλέον τα social media ως φυσική της συνέχεια, έκαναν τον έρωτα πιο εξωστρεφή αλλά και πιο αγχώδη. Δεν αρκεί να αγαπάς, πρέπει να φαίνεται, να το δείχνεις. Δεν αρκεί να είσαι καλά, πρέπει να αποδεικνύεται. Η σχέση μετατρέπεται σε περιεχόμενο και η ιδιωτικότητα μοιάζει ύποπτη. Αν δεν το δείχνεις, μήπως δεν υπάρχει; Ή μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
Τα reality έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Εκεί ο έρωτας γεννιέται γρήγορα, δοκιμάζεται έντονα και συχνά τελειώνει θεαματικά. Η αφήγηση είναι απλή: πάθος, σύγκρουση, λύτρωση ή χωρισμός. Αυτό το μοντέλο, όσο ψυχαγωγικό κι αν είναι, αλλοιώνει την υπομονή μας. Μας μαθαίνει να περιμένουμε ένταση, όχι διάρκεια.
Παράλληλα, η τηλεόραση δημιούργησε και μια ψευδαίσθηση σύγκρισης. Βλέπουμε ζευγάρια «τέλεια», χαμογελαστά, ερωτευμένα, και αναρωτιόμαστε γιατί η δική μας σχέση δεν μοιάζει έτσι. Ξεχνάμε ότι βλέπουμε επιλεγμένες στιγμές, μονταρισμένες ζωές, συναισθήματα σε σκηνοθεσία.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και κάτι θετικό. Η τηλεόραση έκανε τον έρωτα λιγότερο κρυφό. Έδωσε χώρο σε διαφορετικές μορφές αγάπης, σε σχέσεις που παλιότερα δεν έβρισκαν θέση στο δημόσιο λόγο. Έκανε τον έρωτα θέμα συζήτησης, όχι ταμπού.
Το ζητούμενο σήμερα είναι η ισορροπία. Να βλέπουμε, χωρίς να αντιγράφουμε. Να εμπνεόμαστε, χωρίς να συγκρίνουμε. Να θυμόμαστε ότι ο έρωτας δεν είναι show, ούτε ρόλος. Είναι εμπειρία, με σιωπές, ρουτίνα, ατέλειες και στιγμές που δεν χωρούν σε κάδρο.
Στα χρόνια της οθόνης, ίσως το πιο επαναστατικό πράγμα στον έρωτα είναι να τον ζεις μακριά απ’ αυτή! Να μην χρειάζεται απόδειξη. Να μην παίζεται σε επεισόδια. Να μην τελειώνει με τίτλους τέλους. Και αυτό, όσο κι αν δεν πουλά, είναι τελικά το πιο αληθινό.

Δεν φταίει η τηλεόραση από μόνη της. Φταίει ο τρόπος που την αφήσαμε να γίνει μέτρο. Όταν κάθε συναίσθημα αξιολογείται με βάση το αν είναι ενδιαφέρον, όταν η ένταση θεωρείται απόδειξη αγάπης και η ηρεμία βαρετή, τότε μπερδεύουμε τον έρωτα με την αφήγησή του. Οι σχέσεις όμως δεν είναι σενάριο.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική ενηλικίωση στον έρωτα σήμερα να είναι η αποσύνδεση. Να δίνεις λιγότερη σημασία στο πώς φαίνεται και περισσότερη στο πώς βιώνεται. Να επιλέγεις την ουσία αντί για το πλάνο, την παρουσία αντί για την ανάρτηση.
Δεν είναι άρνηση της εποχής, αλλά επιλογή συνείδησης. Γιατί ο έρωτας δεν χάνεται όταν δεν προβάλλεται. Αντίθετα, συχνά δυναμώνει, αναπνέει και βρίσκει τον ρυθμό του, μακριά από οθόνες, τίτλους και προσδοκίες που δεν του ανήκουν. Και ίσως εκεί, στη σιωπή της καθημερινότητας, να θυμόμαστε ξανά γιατί αγαπήσαμε, χωρίς κοινό, χωρίς φίλτρα, χωρίς ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτα σε κανέναν.










