Τι θα γίνει επιτέλους με την παλιά Λευκωσία; Λένε πως από τις 20000 που ζούσαν εκεί το 1960 σήμερα έχουν μείνει 2000, σ’ ένα εντειχισμένο εμβαδόν που ανήκει εν πολλοίς στην Εκκλησία και το EVKAF, με σχολεία διωγμένα, χωρίς φαρμακεία, δίχως μια τράπεζα, αφότου έκλεισε και η τελευταία «ομιλούσα» θυρίδα στα κεντρικά της Τράπεζας Κύπρου, χωρίς στοιχειώδεις υπηρεσίες που θα μπορούσαν να κάνουν πιο υποφερτή τη συνύπαρξη των εναπομεινάντων γενναίων με τα διάσπαρτα «χαλαμάντουρα» που όλο και πληθαίνουν.
Κι ας προβάλλεται κατά κόρον η σωστική δήθεν κατασκευή φοιτητικών εστιών για τις χιλιάδες των νέων που οσονούπω θα κατακλύσουν τα ξεχασμένα καντούνια.
Ξεχασμένη όμως και η άγονη διαμάχη γύρω από τη «Σχολή Καλών Τεχνών», που καταχωρήθηκε τελικά στο ΤΕΠΑΚ της Λεμεσού, αφού έτσι το θέλησαν οι τότε κομματικοί ιθύνοντες της «Παιδείας και του Πολιτισμού». Και να μας πάλι στην πρίζα, εν αναμονή της καθόδου κάποιων άλλων σχολών του Πανεπιστημίου Κύπρου, που κι αυτού η τοποθέτηση παιζόταν κάποτε στα ζάρια, δεκαετία του ’80, αφού πολλοί ήταν εκείνοι που το ήθελαν στον… Κόρνο, στα ακάμωτα μεταξύ Λευκωσίας και Λεμεσού, για προληπτικούς λόγους, φοβούμενοι έναν κυπριακό «Μάη του ’68» στην πρωτεύουσα, αν είναι δυνατόν, σ’ αυτό το άντρο των «κυβερνητικών», στο κατεξοχήν άσυλο της δημοσιοϋπαλληλίας.
Ας είναι, όνειρο ή εφιάλτης, με πιθανές ή απίθανες σχολές, η παρουσία φοιτητόκοσμου στις κάτω γειτονιές γίνεται ολοένα και πιο ορατή. Μακάρι με τα χρόνια να γίνει και πιο αισθητή, κάτι δυσκολότερο, αφού προσώρας μιλούμε για επισκέπτες και μεταθέσιμους, όπως είναι εξάλλου και οι διαβατικοί τουρίστες στα μουσεία και τα πολιτιστικά ιδρύματα της περιοχής, εδώ και δεκαετίες. Δυστυχώς, ο ιδρυματισμός του «Πολιτισμού», όσο σοφιστικέ και να ’ναι, δεν παράγει από μόνος του ζωογόνο αστικό πολιτισμό.
Προς τούτο χρειάζονται κατά κυριολεξίαν κάτοικοι, κόσμος πολύς και μόνιμος, ίσως και κάποιες συνειδητοποιημένες συλλογικότητες, δια ζώσης υποδειγματικές και επί τόπου καθοδηγητικές, όπως θα μπορούσε να γίνουν οι προσδόκιμοι της Σχολής Αρχιτεκτονικής, αλλά και οι ακάματοι καλλιτέχνες, καλή τους ώρα, που το παλεύουν αβοήθητοι εδώ και χρόνια στα διάφορα «artist-run spaces».
Παρεμπιπτόντως, με όλα τα εκθειαστικά που ακούστηκαν τις προάλλες για τον εκλιπόντα Προέδρο Βασιλείου, που όντως συνέβαλε στη δια νόμου ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου, πολλοί νεότεροι θα έμειναν με την εντύπωση πως η ιδέα του Κυπριακού Πανεπιστημίου γεννήθηκε στον τρίτο όροφο του ΚΕΜΑ. Η ιδέα φαίνεται να είναι παλαιότερη, όπως μαρτυρούν δυο αναφορές που εντοπίσαμε σε κάποιο παλαιοφοιτητικό φυλλάδιο του 1981: «Ζώντας κάτω από συνθήκες κατοχής και αγωνιζόμενοι για την απελευθέρωση των κατεχομένων τόπων μας, βλέπουμε στην ίδρυση του Κυπριακού Πανεπιστημίου μια πολύ συγκεκριμένη διακήρυξη της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της αποφασιστικότητας της κυβέρνησης και του λαού της να στηρίξει και να διαφυλάξει την κρατική του υπόσταση και την πολιτιστική του ταυτότητα». Αυτά σε μια ομιλία του συνδικαλιστή Ρένου Πρέντζα (1945-1998): «Χρειάζεται η Κύπρος Πανεπιστήμιο;» καίριο το ερώτημα, σε κάποιο Εκπαιδευτικό Σεμινάριο στην Παιδαγωγική Ακαδημία της εποχής.
Στο ίδιο φυλλάδιο βλέπουμε όμως και κάτι που αντίκειται στην αδίκως γενικευμένη εντύπωση πως οι ελλαδίτες δεν έβλεπαν τότε με καλό μάτι την ίδρυση ενός πανεπιστημίου στην Κύπρο. Είναι η δήλωση Έλληνα πανεπιστημιακού, του Πρύτανη της τότε Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής κι αργότερα Καθηγητή Γενετικής στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Κριμπά (1932-2021), που φέρεται να είπε, το ’78 κιόλας, σε κάποια δημόσια συζήτηση το εξής προφητικό: «Πιστεύω ότι το Πολυτεχνείο Κρήτης στα Χανιά και το Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο αποτελούν τις τελευταίες ελπίδες μας να αποκτήσουμε σωστά ΑΕΙ στον ελλαδικό χώρο- λέω στον ελλαδικό χώρο, γιατί αν χάσουμε κι αυτές τις ευκαιρίες μάς απομένει ακόμα η Κύπρος». Κι εγένετο εν Λευκωσία… ΕΚΠΑ, εν έτει 2025!
Ας είναι, με μισό αιώνα καθυστέρηση.
Ελεύθερα, 15.2.2026










