10 Μαρτίου, 2026
11:32 πμ

«Η νιότη είναι ο καιρός να σπουδάσεις τη σοφία, τα γεράματα είναι ο καιρός να την εξασκήσεις».

«Είμαι πλέον ελευθερωμένος από κάθε φόβο κι έχω απαλλαγεί από την αναστάτωση που δημιουργεί η ελπίδα: έτσι, και μόνη η συνήθεια θα είναι αρκετή για να καταστήσει, μέρα με τη μέρα, πιο υποφερτή για μένα μια κατάσταση που δεν μπορεί με τίποτα να γίνει χειρότερη».

Στους Ρεμβασμούς και συγκεκριμένα στον «Τρίτο περίπατο» ο Jean-Jacques Rousseau δείχνει να αποστρέφεται κάθε αντικειμένο το οποίο μέχρι τότε προσέδιδε στον ίδιο ιδιώματα κοινωνικού τύπου. Είναι φυσικό η συναναστροφή με την ανώτερη τάξη και κυρίως η παροχή γραμματειακών υπηρεσιών σε πλουσίους της εποχής να καθόριζε ουσιαστικά τη συμπεριφορά αλλά και την εμφάνιση του.

Αυτό συμβαίνει μέχρι που ο ίδιος, απαξιωτικά αποποιείται  καθηκόντων και θέσεων του προκειμένου να ενδώσει στο μόνο του καθήκον που δεν είναι άλλο, όπως λέει, από την «απραξία».

«Απελευθερωμένος πια απ’ αυτούς τους πειρασμούς, απ’ όλες τις ματαιόσπουδες  ελπίδες, παραδόθηκα ολόκληρος στην αμεριμνησία και στην πνευματική ανάπαυση που ήταν ανέκαθεν η ισχυρότερη μου προτίμηση κι η πιο σταθερή μου παρόρμηση.

Εγκατέλειψα τον κόσμο και την απατηλή σαγήνη του. Παραιτήθηκα από κάθε πολυτέλεια. Δεν είχα πια ούτε ξίφος, ούτε ρολόι ούτε άσπρες κάλτσες ούτε χρυσαφικά ούτε προσεγμένη κόμμωση, μόνο μια απλή περούκα και ένα απλό πανωφόρι».

Αν το ξίφος υποδηλώνει μια υπαρκτική ισχύ, αν το ρολόι αποτελεί το μέτρο που απαντά στην ανάγκη μιας κοινής ευθυγράμμισης, αν τα κοσμήματα συμβάλλουν σε μια εμφάνιση ενδεικτική αισθητικής αλλά και βαθύτερα καταγωγικής παιδείας, τότε η απόρριψη τους συνιστά στοιχειακή συμπεριφορά ανυποταξίας αλλά και κίνηση κατευνασμού.

Ο συγγραφέας οδηγείται μάλιστα στην ακραία θέση σύμφωνα με την οποία η ατημέλητη όψη ως «έλλειψη καθωσπρέπειας» αποτελεί «πράξη γενναιότητας». Γυρνά την πλάτη στην υλικότητα: ακριβολογώντας αντιτίθεται σε κάθε τι που άπτεται του σώματος και αποτελεί συνιστώσα της ταυτότητας του.

Στην ουσία αποποιείται της δυνατότητας να μετέχει σε αυτό που ο Roland Barthes αποκαλεί μιλώντας για τον τρόπο ένδυσης «οργανωμένο, κανονιστικό, καταξιωμένο μορφικό σύστημα».

Ο Rousseau αμφισβητεί μια δομή της οποίας τα στοιχεία είναι σημαίνοντα όντας συνιστώσες ενός συνόλου από συλλογικές νόρμες. Η εμφάνιση του είναι δηλωτική κοινωνικής βαθμίδας.

Παύει πλέον να την αντιλαμβάνεται υπό όρους αισθητικής ή και θεσμικής τάξης αλλά πρωτίστως ψυχολογικής αιτιολόγησης. Η περιβολή του συγγραφέα απωλύει τη σημαίνουσα λειτουργία της και συνεπώς παύει να υποστηρίζει αυτό που πρεσβεύει: μια ενδυματολογική ένδειξη.

Ο Barthes καθιστά σαφές ότι «η αλλαγή φορεσιάς σημαίνει αλλαγή ύπαρξης και ταυτόχρονα τάξης» και ότι σε μια τέτοια περίπτωση η προσβολή της «βαθύτερης τάξης του κόσμου» είναι αναπόφευκτη.  

Ο Rousseau δεν συμμορφώνεται πλέον σε δεδηλωμένες ή πάγιες απαιτήσεις του φαίνεσθαι αλλά υιοθετεί τα «απλά σημεία μιας σιωπηρής συνεννόησης» όπως θα’ λεγε ο Barthes, σημεία που διέπουν έναν κοινότυπο τρόπο περιβολής. 

Αποδεσμεύεται από κάθε κοινωνικό πρότυπο προκειμένου να αισθανθεί – όπως λέει στο «Όγδοο βιβλίο» των Εξομολογήσεών του- το μόνο πράγμα που θεωρεί ωραίο και μεγάλο: να είναι ελεύθερος και ενάρετος. Επισημαίνει παράλληλα την αποστροφή του για τον πλούτο και τονίζει την αδιαφορία του για τη γνώμη των άλλων.

Ο συγγραφέας απογυμνώνεται με στόχο την «αναμόρφωση» του, όπως ο ίδιος διευκρινίζει. Κι όταν ακόμα κάποιος παραβιάζει τη σοφίτα του σπιτιού του και κλέβει τα λευκά πουκάμισα του, δεν λυπάται. Προσλαμβάνει το γεγονός ως συμβολή στην ταχύτερη ολοκλήρωση της αναμόρφωσης του. Επιζητά την γαλήνη έξω από κάθε κοινωνικό πλαίσιο.

Τη γαλήνη όπως την ορίζει ο επιστήθιος φίλος και υποστηριχτής του Denis Diderot: «τη γαλήνη που κατοικεί στην καρδιά κάθε καλόψυχου ανθρώπου».

Ο Rousseau σε όλα σχεδόν τα έργα του, επισημαίνει την απόσταση ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι αλλά και το ρόλο των τεχνών και των επιστημών στην αλλοίωση των ηθών. Πέρα από βιογραφικού ή ψυχολογικού τύπου προσεγγίσεις, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς την ανάγκη του να σκιαγραφήσει το νεωτερικό υποκείμενο αλλά και να στοχαστεί πάνω στο ζήτημα της αντινομίας ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία.

Παράλληλα διερευνά τρόπους ριζικού μετασχηματισμού αυτής της σχέσης. «Η ψυχή προσαρμόζεται ανεπαισθήτως στα αντικείμενα που την καταλαμβάνουν…», σημειώνει στον Λόγο περι επιστημών και τεχνών, διατύπωση ενδεικτική της δυνατότητας του υποκειμένου να ενεργεί σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις αλλά πάντα με γνώμονα την αρετή.

Ο συγγραφέας κατακρίθηκε τόσο για τον τρόπο του να υπάρχει όσο και για το έργο του. Οι θέσεις του ως προς το κοινωνικό γίγνεσθαι αποτελούν εντούτοις τομή και εγείρουν ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν στοχαστές του 19ου αιώνα αλλά και του 20ού.

Είναι της άποψης ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνικός. Παρόλα αυτά η αληθινή του φύση δεν είναι συμβατή με την πολιτική κοινωνία μέσα στην οποία καλείται να διαδραματίσει ρόλο και να δηλώνει συμμετοχή.

Αρνείται κάθε μεταφυσική προσέγγιση ή ερμηνεία των πραγμάτων και προτάσσει την αρχή του ορθολογισμού και τη φωνή της συνείδησης ως απάντηση στη βάναυση σιωπή των παθών και της πολυτέλειας.

Εύστοχα το διατυπώνει στον «Πέμπτο περίπατο» του: «Το αίσθημα της ύπαρξης, απογυμνωμένο από κάθε άλλο πάθος συνιστά (…) ένα πολύτιμο αίσθημα ικανοποίησης και γαλήνης που θ’ αρκούσε από μόνο του για να καταστήσει αυτή την ύπαρξη αξιοπόθητη και γλυκιά…».      

Σημειώσεις

  • Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, «Ρεμβασμοί του μοναχικού περιπατητή», μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, Αθήνα, 2024.
  • «Οι εξομολογήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσσώ», μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Σμίλη, Αθήνα, 2022.
  • Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, «Λόγος περί επιστημών και τεχνών», μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Νήσος, Αθήνα, 2012.
  • Roland Barthes, «Το μπλε είναι φέτος στη μόδα…», μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, Πλέθρον, Αθήνα, 2018.

Ελεύθερα, 08.03.2026

Exit mobile version