Με άρωμα από καμένο λάδι μηχανής και αισθητική 90’s, η φετινή συμμετοχή της Κύπρου στη Eurovision μοιάζει με remake του «Καμικάζι, αγάπη μου». Μια τραγωδία ήχου και εικόνας, που μάταια προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τη μονταζιέρα του (ολότελα γερασμένου πια) ΡΙΚ.
Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου και τον Κώστα Μπουρούση
Στην αρχαιοελληνική τραγωδία η κάθαρση έρχεται να λυτρώσει τους ήρωες από τα πάθη και τα βάσανά τους και να ανακουφίσει τους θεατές. Το φετινό τραγούδι της Κύπρου, το ήδη περίφημο -για όλους τους λάθος λόγους- «Jalla», φαίνεται πως δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό να μας κάνει να ξεχάσουμε όσα λιώσαμε τα παντελόνια μας να μάθουμε στα μαθητικά θρανία και τα φοιτητικά έδρανα. Ναι, πρόκειται για μια τραγωδία χωρίς την παραμικρή πρόβλεψη για λύτρωση. Σαν ένα ατελείωτο βασανιστήριο από εκείνα που θα φθονούσε ο Προκρούστης ή που θα έκαναν την τιμωρία του Προμηθέα από τους Ολύμπιους θεούς να μοιάζει με σκηνή από το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι».
Αλλά, ας μην βιαζόμαστε να αφορίσουμε και να καταδικάσουμε το -ο θεός να το κάνει- τραγούδι που θα εκπροσωπήσει την Κύπρο στον 70ο επετειακό φετινό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision. Πριν ρίξουμε ομόθυμα ανάθεμα, ας κοντοσταθούμε και ας αναλογιστούμε πως μπορεί οι δημιουργοί του αλλά και οι ιθύνοντες νόες του ΡΙΚ (ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, Θανάσης Τσώκος, ήδη εξέδωσε επιστολή στήριξης του trash αυτού αποτελέσματος, μετά τις αντιδράσεις), πρόκριναν την επιλογή του για το καλό μας. Για να αναθαρρήσουμε και να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή μας δεν είναι τόσο «μαύρη», δύσκολη και βαρετή, όσο καμιά φορά πιστεύουμε. Πάντα υπάρχουν και χειρότερα – τα οποία συμπυκνώνονται στο ακρόαμα και στο θέαμα του «Jalla».
Παρεμπιπτόντως, όπως το ψάρι βρομάει από το κεφάλι, κατά τη λαϊκή θυμοσοφία, το κυπριακό τραγούδι όζει αμηχανίας και απόγνωσης και μόνο από τον τίτλο του. Μια λέξη-σύνθημα, εύκολη, εύπεπτη, δήθεν πολυπολιτισμική, που παραπέμπει σε φθηνή διασκέδαση παραλιακού μπαρ όπου η ποιότητα του ποτού είναι ευθέως ανάλογη της ποιότητας της μουσικής. Ναι, η χείριστη. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται καν για τραγούδι. Αλλά για ένα παλίμψηστο από στρώματα καγκουριάς, φολκλόρ και εργατοωρών που δαπανήθηκαν για την περμανάντ της τραγουδίστριας Antigoni. Και μάλιστα από ένα ουρανομήκες επιτελείο συνεργατών, όπως μπορεί να δει κανείς στα credits του video που αναρτήθηκε στο YouTube, αφήνοντας την αενάως διαστελλόμενη χωματερή του διαδικτύου λίγο πλουσιότερη απ’ όσο τη βρήκε.
ΠΛΙΝΘΟΙ, ΛΙΘΟΙ, ΚΕΡΑΜΟΙ…
Αλλά ας περάσουμε στο «ψητό», ή μάλλον στο καμένο λάδι μηχανής που σου τρυπάει τα ρουθούνια, καθώς παρακολουθείς τους μηχανόβιους κομπάρσους του video clip να βγαίνουν παγανιά. Άλλωστε, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η μελωδία -μια κοινότοπη συρραφή ήχων που θα ξεχαστεί γρηγορότερα και απ’ το επόμενο «μαργαριτάρι» του Φειδία (του Ευρωβουλευτή μας, όχι του γλύπτη)- αλλά η σημειολογία της εικόνας.
Το ΡΙΚ, σε μια κρίση ταυτότητας που συνεχίζεται τα τελευταία χρόνια και που θα ζήλευε ακόμα και non binary polyamourous άτομο, αποφάσισε να λανσάρει την Κύπρο ως την απόλυτη μητρόπολη, τη Μέκκα της καγκουριάς. Δεν μιλάμε απλώς και μόνο για ένα κακόγουστο θέαμα από αυτά που αν τα δεις, δυσκολεύεσαι να τα ξε-δείς, αλλά για μια διατριβή, μια άσκηση στην αισθητική του επαρχιώτικου νεοπλουτισμού. Εκεί που μονάδα μέτρησης της αξίας και της επιτυχίας είναι τα κυβικά του supercar, τα ντεσιμπέλ της εξάτμισης και το μήκος του μανικιούρ – κατά προτίμηση σε απόχρωση που βγάζει, σχεδόν κυριολεκτικά, μάτι.
Μπαίνοντας με αξιώσεις στα παπούτσια του ατζέντη επαρχιακών καλλιστείων της Alabama (συγνώμη Alabama), το ΡΙΚ επέλεξε φέτος να αναδείξει ως εθνικό προϊόν προς εξαγωγή σε ένα διαγωνισμό, που παρακολουθούν κάθε χρόνο περί τους 180 εκατομμύρια τηλεθεατές, την κουλτούρα της σούζας, της ευκολίας και της μαγκιάς – και μάλιστα, το αθεόφοβο, την περίοδο που αναλάβαμε, ως κράτος, την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. Με «κλειστές» διαδικασίες φυσικά, μυστικές, πίσω από σφαλισμένες «πόρτες» και συνεχιζόμενες «απευθείας αναθέσεις», σε αντίθεση με ό,τι επέλεξε να κάνει φέτος η ΕΡΤ που διοργανώνει έναν ανοιχτό διαγωνισμό, με τουλάχιστον πέντε αξιοπρεπή τραγούδια να διεκδικούν το «εισιτήριο» εκπροσώπησης της Ελλάδας στον Διαγωνισμό (το ένα εκ των δύο φαβορί είναι η «πρόταση» της σύγχρονης εποχής -εν έτει 2026- και το άλλο ένα ερμηνευτικό και μελωδικό αριστούργημα). Ο Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος δεν απάντησε ακόμη στην προφανή ερώτηση που του τέθηκε – τόσο μέσω δημόσιας επιστολής όσο και σε ραδιοφωνική του συνέντευξη: Ποιοι αποτελούσαν τα μέλη αυτής της Επιτροπής επιλογής; Ας τους μάθουμε πια! Ή τόσο αδιαφανείς είναι πια οι διαδικασίες εντός του Κρατικού Ραδιοτηλεοπτικού μας Φορέα, που δεν θα λεχθούν ποτέ δημόσια;

ΤΟ ΛΟΥΜΠΕΝ ΩΣ (ΝΕΑ) ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ
Η αισθητική και πολιτισμική τραγωδία της φετινής κυπριακής συμμετοχής, που επελέγη, χωρίς τη συμμετοχή ή τη δυνατότητα συναπόφασης από το κοινό -καθιστώντας την ακόμα πιο τραγική κι από μόνο του το όνομα της τραγουδίστριας Antigoni (άκα Αντιγόνης)-, έμελλε να γίνει ακόμα χειρότερη. Λες και τη σκηνοθετεί ο Μάρκος Σεφερλής, για να διασκεδάσει το εγχώριο κοινό – και μόνο. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα είναι αισθητικό! Και είναι τόσο προφανές, που σε κάνει να νοσταλγείς τις εποχές που η Κύπρος έστελνε στη Eurovision γλυκανάλατες μπαλάντες τόσο ενδιαφέρουσες όσο ας πούμε οι ετικέτες στις συσκευασίες απορρυπαντικών πλυντηρίου. Το ΡΙΚ αποφάσισε να θεσμοθετήσει και να νομιμοποιήσει το λούμπεν. Και, κυρίως, να το υπερασπιστεί, ακόμα και πετσοκομμένο, έπειτα από τις αντιδράσεις.
(ΠΕΤΣΟ) ΚΟΜΜΕΝΕΣ ΣΚΗΝΕΣ
Ο Γενικός Διευθυντής του κρατικού μας Ιδρύματος, κ. Τσώκος, με τα αντανακλαστικά ανθρώπου που πιάστηκε με το χέρι στο βάζο με το μέλι, ανακοίνωσε τον ακρωτηριασμό των επίμαχων σκηνών που σκανδάλισαν. Ήταν, με άλλα λόγια, σαν να παραδεχόταν πως το μοναδικό πρόβλημα του «Jalla» είναι οι σούζες («{…} Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι οι όποιες σκηνές που δεν ακολουθούσαν τις αρχές οδικής ασφάλειας αφαιρέθηκαν από το κλιπ, το οποίο θα αναρτηθεί εκ νέου από την Ευρωπαϊκή Ένωση Ραδιοτηλεόρασης που είναι και ο οργανωτής του Διαγωνισμού», έγραψε). Αν η Antigoni τραγουδήσει το άσμα αρματωμένη με κράνος, επιγονατίδες και φωσφοριζέ γιλέκο, καθισμένη σε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο με τραβηγμένο χειρόφρενο, τότε ως δια μαγείας η συμμετοχή της Κύπρου στη Eurovision θα αναβαθμιζόταν ποιοτικά;
Ναι, είναι σα να προσπαθείς να κάνεις πιο υγιεινό ένα «βρώμικο» σάντουιτς, αφαιρώντας ένα φύλλο μαρουλιού, ενώ παραβλέπεις τα καντάρια μαγιονέζας και το καμένο λουκάνικο. Το «Jalla» βρωμάει αισθητική παρακμή – είτε το μηχανάκι πατάει στη γη είτε ίπταται στους αιθέρες. Η απόφαση της λογοκρισίας μπορεί, τελικά, και να είναι χειρότερη από το ίδιο το ατόπημα. Δείχνει ότι οι ιθύνοντες δεν είχαν κανένα σχέδιο, καμία άποψη. Ήθελαν απλώς να κάνουν ντόρο, να γίνουν viral, και όταν ο ντόρος τούς γύρισε μπούμερανγκ, τρέχουν να κρυφτούν πίσω την πρώτη εύκαιρη μονταζιέρα.

ΤΟ ΦΕΤΙΝΟ ΜΑΣ ΦΙΑΣΚΟ
Ήμασταν οι πρώτοι (και ίσως οι μοναδικοί) που πέρσι στηρίξαμε με κάθε τρόπο -στο Down Town, στο TV Mania, στο Like κ.ά.- τον ταλαντούχο Theo Evan και την ευφάνταστη παρουσία του στο stage του Διαγωνισμού με τον συμβολισμό που προερχόταν από το εμβληματικό έργο του Leonardo da Vinci, «Ο Άνθρωπος του Βιτρούβιου», όπως και φέτος αναδείξαμε, όσο κανένα άλλο Μέσο -με δύο μάλιστα εξώφυλλά μας- τα παιδιά-συμμετέχοντες στον Junior Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, Ραφαέλλα Παντελή και Χρήστο Γεωργίου, όμως αυτό το φιάσκο της φετινής κυπριακής συμμετοχής στον Διαγωνισμό του Μαΐου, που θα διεξαχθεί στη Βιέννη, που κλήθηκε να σηκώσει στους ώμους της η Antigoni, μεγεθύνεται από αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει πια στην Ελλάδα. Η ΕΡΤ, μετά το περσινό επιτυχημένο πείραμα του εθνικού τελικού, αποφάσισε να αφήσει πίσω της την εποχή που ένα κονκλάβιο «ειδικών» (ακούς ΡΙΚ;) έδινε το χρίσμα για τη Eurovision σε τραγουδιστές που είχαν τόση σχέση με την Ελλάδα, όσο το «Jalla» με την αισθητική, και να επενδύσει στη συμμετοχή του κοινού. Οι φετινοί δύο ημιτελικοί της ΕΡΤ και ο τελικός, με 28 συνολικά τραγούδια, μπορεί να μοιάζει σε κάποιους υπερβολικός ή αταίριαστος στο μέγεθος της μουσικής παραγωγής της Ελλάδας, όμως από την άλλη παράγει virality και ενδιαφέρον και αξιοποιεί σε κάθε περίπτωση ένα ευπώλητο τηλεοπτικό προϊόν, όπως η Eurovision. Αν μη τι άλλο, δίνει τη δυνατότητα σε 28 νέους δημιουργούς να δείξουν δημόσια τη δουλειά τους, σε τρεις βραδιές υψηλής (όπως αναμένεται) τηλεθέασης. Κι έτσι κάποιοι να τους προσέξουν. Και να εκτιμήσουν τη δουλειά τους.
Η επιλογή αυτή της ΕΡΤ, άλλωστε, μοιάζει απόλυτα συνεπής στη διαδρομή που αποφάσισε να ακολουθήσει την τελευταία πενταετία, επενδύοντας σε εγχώρια μυθοπλασία -και μάλιστα με παραγωγές υψηλής αισθητικής αξιώσεων, όπως είναι φέτος «Η Μεγάλη Χίμαιρα»-, στην πλατφόρμα του ERTFlix αλλά και στη δημιουργία ενός αμιγώς ενημερωτικού, 24ωρου καναλιού. Ναι, στην Ελλάδα, αν και με χρονοκαθυστέρηση και συχνά με βηματισμό χελώνας, η δημόσια τηλεόραση προσπαθεί να παρακολουθήσει έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα σκρολαρίσματος. Στην Κύπρο πάλι τα νέα φαίνεται πως φτάνουν ακόμα με το κάρο. Κι όταν έρχονται, προφανώς δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα και παραλήπτη στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Μέχρι πότε, όμως; (Με σκόρπιες αναφορές) ο Ανδρέας Αναστασίου (στις αποτελεσματικές δημόσιες σχέσεις, «δεξί μας χέρι» στα media), η Ελένη Βρεττού, ο Σταύρος Κυπριανού, η Σταυριανή Κωνσταντίνου, η Έμιλυ Μιχαήλ, ο Λουκάς Χάματσος, ο Πέτρος Μελαΐσης, η Γιάννα Ιακώβου, ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου, η Μαρία Αγγελίδου, και αρκετοί -ευτυχώς- άλλοι, φιλότιμοι και μη ιδρυματοποιημένοι επαγγελματίες, δεν μπορούν -από μόνοι τους- να φέρουν την άνοιξη. Χρειάζεται ένα ακαριαίο σοκ, χρειάζεται όραμα, χρειάζεται ένα συνολικό restart στο ΡΙΚ. Ποιος, όμως, θα το τολμήσει; Η ΕΡΤ τα κατάφερε. Το ΡΙΚ, πότε;

ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΓΚΟΥΡΙΣΜΟΣ
Αν η σύντομη αλλά πυκνή σε δράμα ιστορία του «Jalla» ήταν παραβολή, θα μας δίδασκε ότι Κύπρος του 2026 είναι μια χώρα σε σύγχυση. Μια χώρα που θέλει να ανήκει στη Δύση, αλλά συμπεριφέρεται ως άλλη καρικατούρα της Ανατολής. Που θέλει να είναι Ευρώπη αλλά η ψυχή της ανήκει ακόμα στο -κακώς εννοούμενο- πανηγύρι. Ίσως, από την άλλη, το «Jalla» να είναι, τελικά, η πιο ειλικρινής συμμετοχή που θα μπορούσε να στείλει το ΡΙΚ στην Ευρώπη. Έχει μέσα του μπάχαλο, προχειρότητα, ολιγωρίες, ένα ελαφρά τη καρδία «βλέποντας και κάνοντας», πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και πολλή δημόσια δαπάνη (κυρίως), άσμα. Για να επιβεβαιώσουμε, τελικά, πως δεν μας ενδιαφέρει τι στ’ αλήθεια μας συμβαίνει, αλλά τι θα πει ο κόσμος γι’ αυτό. Το «Jalla» θα μείνει στην ιστορία. Όπως έχει μείνει το, αλήστου μνήμης, από το 1991 (αν και εν είδει happening, τότε, στον διαγωνισμό επιλογής, που έδωσε τελικά το «εισιτήριο» εκπροσώπησης στο -υπέροχο- «SOS» και στην Έλενα Πατρόκλου), «Εν η μάνα μου που φταίει». Αυτό θέλουμε;










