Κάποια στιγμή πρέπει να δούμε την Eurovision ως αυτό που είναι ή, τέλος πάντων, ως αυτό στο οποίο έχει εξελιχθεί, καταλήξει ή καταντήσει– επιλέξτε τη λέξη που προτιμάτε.
Καταρχάς πρόκειται για έναν θεσμό που παρά ή ίσως ακριβώς λόγω των μεταμορφώσεών του, έχει αντέξει 70 χρόνια. Επιπρόσθετα, πρόκειται για έναν θεσμό που έχει φανατικό, διαταξικό και διαγενεακό ακροατήριο. Ίσως μόνο οι Ολυμπιακοί Αγώνες ή τα Μουντιάλ μπορούν να συγκριθούν μαζί της ως προς αυτό.
Συνεπώς, η Eurovision δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορη τη δημόσια συζήτηση, την πολιτιστική δημοσιογραφία, την κριτική, ακόμα και την επιστήμη (π.χ. τις πολιτισμικές σπουδές) και την πολιτική (ως ευκαιρία προβολής ήπιας ισχύος). Από την άλλη, ο διαγωνισμός αποτελεί πρωτεύον προϊόν και μηχανισμό αναπαραγωγής και διάχυσης της ποπ κουλτούρας μέσα από έναν διαθλασμένο και συχνά νοσταλγικό εθνοκεντρισμό στον ευρύτερο χώρο της Ευρασίας, τα εσωτερικά σύνορα της οποίας έχουν διαβρωθεί από τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και τον γεωπολιτικό ανορθολογισμό.
Στους στίχους των τραγουδιών της Eurovision αναμειγνύονται -ως κράμα και όχι ως μείγμα– στοιχεία παγκοσμιοποίησης όπως τα «σπασμένα» αγγλικά των στίχων και στοιχεία εθνικής ταυτότητας όπως ατάκτως ερριμμένες λέξεις στις εθνικές γλώσσες. Τι άλλο αντανακλά αυτό παρά την απέλπιδα και ίσως φαντασιακή επιμονή μικρομεσαίων κρατών σε κάποιον «διακυβερνητισμό», σε μια εποχή που η μεταεθνική και εταιρική ισχύς γιγαντώνεται; H Eurovision αναδεικνύεται σε έναν «paradise lost» της διεθνικής ειρηνικής άμιλλας που, εδώ που τα λέμε, ουδέποτε αποτέλεσε τον κανόνα. Συχνά, η επιδραστικότητα της Eurovision εκφεύγει του θεάματός της και καθίσταται ένα μοντέλο πρόσληψης της διεθνούς παρουσίας μιας χώρας.
Να όπως π.χ. συνέβη με την ανάδειξη του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών, κ. Πιερρακάκη στη θέση του Προέδρου του Eurogroup. Πρόκειται για μια εξέλιξη με μηδενικό αντίκτυπο στα οικονομικά, γεωπολιτικά ή άλλα ζητήματα της χώρας του. Στην Ελλάδα, όμως, επιχειρήθηκε να πανηγυριστεί σαν τη νίκη μιας φτωχής πλην φιλόδοξης Σταχτοπούτας. Κάτι σαν τη νίκη στην Eurovision: την ίδια στιγμή που η χώρα έχει χάσει κάθε διεθνές έρεισμα που διέθετε, φοράει τα εθνικά χρώματα και καταφέρνει να θυμίσει (στον εαυτό της και μόνο) ότι «είμαι κι εγώ εδώ».
Μερικές σκέψεις και για το αφήγημα πίσω από το video clip του «Jalla». Με αφορμή την κυκλοφορία του clip «Ζάρι» της Μαρίνας Σάττι είχα γράψει: «Διάβαζα κάπου ότι οι τιμές των κατοικιών στη ‘μικρή Αθήνα’ του Ελληνικού, στο μεγαλύτερο δημόσιο παραθαλάσσιο οικόπεδο που ξεπουλήθηκε ποτέ στην Ευρώπη, έχουν πιάσει τα 7.500€/τ.μ. Το, δε, κέντρο της Αθήνας έχει οριστικά αλωθεί από ισραηλινά, κινέζικα και γερμανικά funds. Οι κάτοικοι της Ελλάδας έχουν χάσει διά παντός τον έλεγχο της γης της. Στην οικονομία, λοιπόν, η ‘ζαριά’ είχε παιχτεί. Έλειπε το εποικοδόμημα. Το ‘κεφάλαιο ως θέαμα’, όπως θα έλεγε ο Ντεμπόρ. Το ‘κρατικό pop’ της Μαρίνας Σάττι εγκαινιάζει, έτσι, την εποχή του πολιτισμικού gentrification. Το ‘Ζάρι’ είναι απότοκο μα και μανιφέστο των πιο τρελών ονείρων του διεθνούς real estate. Γιατί η διάρρηξη των πολιτισμικών και πολιτιστικών σχέσεων, δεσμών και διαδικασιών από τα funds αυτά δεν σημαίνει την εξαφάνιση του τοπικού στοιχείου αλλά την υποβάθμισή του, την ταπείνωσή του, τον υποβιβασμό του σε ένα ξεδοντιασμένο ζώο σε κλουβί.»
Ο λόγος που ανατρέχω σ’ αυτή μου τη σημείωση δεν είναι (μόνο) η πρόδηλη ομοιότητα του «Jalla» με το «Ζάρι», αλλά κυρίως η συγγενική τους σημειολογία, τηρουμένων των αναλογιών. Στην Κύπρο, το gentrification βρίσκεται στο ανώτατο στάδιό του: στο… israelisation και russification. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει το video clip για ανειλικρίνεια: μία Maserati πράγματι μπορεί να βρεθεί παρκαρισμένη στο λιθόστρωτο κάποιου κυπριακού χωριού. Ένα ξανθό sex symbol πράγματι μπορεί να συνυπάρξει φολκλορικά με τις τσιρκοποιημένες γιαγιούλες και μετά να βρεθεί στο terrace ενός υπερπολυτελούς project της Λεμεσού.
Η Κύπρος, όσο ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία της, βαδίζει πλησίστια την οδό του πολιτισμικού αχταρμά. Τρέφεται από τη διαταραχή της μαγικής της σκέψης ότι η ταμπέλα αλλάζει το μαγαζί. Από την άλλη, είμαστε και σ’ αυτό το σημείο ειλικρινείς: τα θέλουμε όλα μαζί, γρήγορα και εύκολα. Όπως αλλάζει κάποιος την ταμπέλα ενός μαγαζιού, ή πια, και μιας ολόκληρης χώρας.
Ελεύθερα, 1.3.2026










