Από την Κάλλια Καστάνη
«Ο τελευταίος παράδεισος σε έναν τρελό κόσμο» – έτσι είχε πει κάποτε γι’ αυτό η Julie Andrews, η οποία «ερωτεύτηκε» το Gstaad από την πρώτη φορά που το επισκέφθηκε, το 1968. Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε και αγόρασε το δικό της chalet, το Fleur de Lys. Αυτός ο τόπος καρτ-ποσταλικής ομορφιάς, το μικρό, γραφικό χωριουδάκι των ελβετικών Άλπεων, μόλις μιάμιση ώρα από τη Λωζάνη και δύο ώρες από το αεροδρόμιο της Γενεύης, υπήρξε, εδώ και δεκαετίες, καταφύγιο για εφοπλιστές, μεγιστάνες, Hollywood stars και βασιλιάδες, που έρχονται εδώ για «λευκές» μέρες, στις πίστες του σκι και άγριες fun νύχτες – το φετινό, πρωτοχρονιάτικο greek party, με καλεσμένο όλο τον ελληνικό επιχειρηματικό και εφοπλιστικό κόσμο και τα 1.000 πιάτα να σπάνε στα πόδια του Γιώργου Λιβάνη, είναι απλώς μια μικρή σελίδα, σε ένα μεγάλο βιβλίο «χρυσής» υπερβολής…
GSTAAD PALACE: ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Eπίκεντρο της κοσμικής ζωής, είναι φυσικά το Gstaad Palace – το ξενοδοχείο-τοπόσημο, που μοιάζει με κάστρο των παραμυθιών και όπου, όπως λέγεται, «Κάθε επισκέπτης έχει τη μεταχείριση ενός βασιλιά και κάθε βασιλιάς μπορεί να είναι επισκέπτης».
Το ξενοδοχείο άνοιξε για πρώτη φορά το 1913, «άνθισε» όμως στα «χρυσά» 20s’, την εποχή που το πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο-οικοτροφείο Le Rosey αποφάσισε να μεταφέρει το χειμωνιάτικο campus του στο Gstaad. Το Le Rosey ήταν γνωστό ως «το σχολείο των βασιλιάδων» – ο Σάχης του Ιράν, ο Rainier του Μονακό, o Aga Khan IV, ο βασιλιάς Αlbert II του Βελγίου, ο Δούκας του Kent, ο Αλέξανδρος της Γιουγκοσλαβίας, ο πρίγκιπας της Σαβοΐας, o βασιλιάς Fuad Farouk της Αιγύπτου, φοιτούσαν εκεί, μαζί με τους Metternichs, τους Borgheses, τους Rothschilds, τους Radziwills, τον ίδιο τον εγγονό του Sir Winston Churchill. Oι περισσότεροι, στην πραγματικότητα, ζούσαν μέσα στο Palace ή πηγαινοέρχονταν, νοικιάζοντας ολόκληρους ορόφους για τους ίδιους, την οικογένεια και τους υπηρέτες τους.
Είναι η εποχή που το Gstaad -ένα μικρό, άσημο, ελβετικό χωριουδάκι στο καντόνι της Βέρνης κοντά, στα γαλλογερμανικά σύνορα- αρχίζει να εμφανίζεται πιο συχνά στον τουριστικό χάρτη, στην κατηγορία «Top ski resorts». Η μαγική «sunny country» («ηλιόλουστη», το παρατσούκλι της περιοχής, λόγω του -πάνω του μετρίου- ποσοστού ηλιοφάνειας, στη διάρκεια του χειμώνα), με τις πλατιές κοιλάδες και τις μαλακές πλαγιές, εξοπλίζεται με ski lifts, chair lifts κ.λπ. και οι πίστες της γεμίζουν τραπεζίτες, Έλληνες μεγιστάνες, Άραβες επιχειρηματίες και stars, που βιάζονται να ανακαλύψουν τις χαρές του «παλιού κόσμου».

H Jackie O’ κάνει Χριστούγεννα στο Gstaad, ενώ στον κεντρικό δρόμο μπορεί να δει κανείς τον Rainier και την Grace Kelly, την Bardot να βγάζει βόλτα τους σκύλους της ή την Elizabeth Taylor, τυλιγμένη στις γούνες της (σ.σ. σύμφωνα με τον αστικό μύθο, στο Gstaad είχε βρει καταφύγιο η σταρ το ’62, όταν είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο του παράνομου έρωτά της με τον Richard Burton – εκεί την επισκεπτόταν εκείνος κρυφά, όταν το έσκαγε από τη σύζυγο και τις κόρες του, οι οποίες έμεναν στο Celigny, κοντά στη Γενεύη, κι εκεί αργότερα, το ’76 γράφτηκε το μεγάλο φινάλε του έρωτά τους… ), την Julie Andrews, τη Jeanne Moreau, την Joan Crawford, τη Sophia Loren, τον Roger Moore.
Στα cafes, τα βράδια, o David Niven παίζει χαρτιά με τους ντόπιους και ο Yehudi Menuhin τρώει με βιολονίστες, συγγραφείς, μουσικούς, τον ζωγράφο Balthus. Συχνά, τα βράδια, ο Curt Jurgens, μισομεθυσμένος, διασκεδάζει τους πελάτες, με ιστορίες και ανέκδοτα από τα πλατό. Στο Palace, η ζωή μοιάζει με ένα μεγάλο, ατέλειωτο, πριβέ πάρτι. Η «ρουτίνα» σπάει με λίγο σκι τα πρωινά, φαγητό το μεσημέρι στο Eagle Club και το βράδυ ξεφάντωμα στο Green Go, το νέο -τότε- night club του ξενοδοχείου, που ενθουσιάζει την κοσμική του πελατεία.

ΟΤΑΝ ΤΟ GSTAAD HTAN «ΤΗΕ PLACE»
Τα ‘70s’ και τα ‘80s’ εισβάλλουν το ίδιο ορμητικά. Το Gstaad είναι πάντα η ίδια μαγική γωνιά, που το «Time» βαφτίζει «Τhe Place» και το jet set συνεχίζει να μπαινοβγαίνει σ’ αυτό, μαζί με τις ορδές των τουριστών, των φωτογράφων και των περίεργων που μαζεύονται για να δουν από κοντά τη Lisa Minelli, τον Roman Polanski και την Ursula Αndress ή να ζητήσουν αυτόγραφο από τον Johnny Hallyday. Σιγά σιγά, νέα ονόματα προστίθενται στη λίστα των Α-class πελατών: Η Tina Turner, η Εlle McPherson, ο Phil Collins και η Βοnnie Tyler, o πρίγκιπας Charles, με την ντροπαλή του νύφη Diana, o βασιλιάς Juan Carlos (ο οποίος θα σπάσει τη λεκάνη του κάνοντας σκι στις πλαγιές του Gstaad, το 1983) και η βασίλισσα Sofia της Ισπανίας, η Diana Ross, ο Robbie Williams, o Woody Allen, ακόμα και η Μargaret Thatcher (!). Όλοι θέλουν μια γεύση από την «καλή ζωή» – σήμερα, η τρίτη γενιά των ιδιοκτητών του Gstaad Palace θυμάται ακόμα τις νύχτες που ο Michael Jackson τριγύριζε στις 03:00 τα ξημερώματα στους διαδρόμους του «Palace», σε αναζήτηση λίγων προσωπικών στιγμών, μακριά απ’ όλους.

Mάλιστα, ο ίδιος -την εποχή που ήταν σούπερ σταρ και ο πλανήτης τον αποθέωνε- είχε προτείνει να αγοράσει το ξενοδοχείο αλλά εισέπραξε μια ευγενική άρνηση. Αξέχαστη νύχτα ήταν κι εκείνη που, μετά από ένα πάρτι στο Green Go, ο David Niven χρειάστηκε να κουβαλήσει τον μεθυσμένο Peter Sellers στο δωμάτιό του. Ο τελευταίος λάτρευε τόσο το club, ώστε μαζί με τον σκηνοθέτη και σύζυγο της Julie Andrews, Blake Edwards, γύρισαν στην πισίνα του σκηνές για την ταινία «Η Επιστροφή του Ροζ Πάνθηρα». Θρυλικά υπήρξαν -από τότε- και τα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν του ξενοδοχείου. Tα έχουν περιγράψει ως «Διονυσιακές γιορτές με σαμπάνια και χαβιάρι», όπου μπορούσε κάποιος να πετύχει τον John Travolta ή τον Βοno να τραγουδάει.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ GSTAAD
Στο Gstaad ήταν ανέκαθεν έντονη η ελληνική παρουσία, αφού οι εκπρόσωποι των μεγάλων εφοπλιστικών και επιχειρηματικών οικογενειών το επισκέπτονταν, ήδη, από τη δεκαετία του ’40 – κάποιοι, μάλιστα, ακόμα νωρίτερα, όπως η οικογένεια Γουλανδρή. Το αξέχαστο ζεύγος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή ήταν από τους πρώτους Έλληνες που απέκτησαν ιδιόκτητο σαλέ στο Gstaad, το οποίο σταδιακά μετέτρεψαν σε ένα μικρό «μουσείο», γεμίζοντάς το με μυθικά έργα τέχνης. Λέγεται πως στο ιστορικό ρεβεγιόν που έδωσαν στο σαλέ τους, για να υποδεχτούν το έτος 1983, τα μάτια των προσκεκλημένων τους – μεταξύ των οποίων ήταν ο Frank Sinatra, o Roger Moore και η πρώην αυτοκράτειρα της Περσίας, Farah Diba, – δυσκολεύονταν να ξεκολλήσουν από τους δίμετρους Van Gogh που στόλιζαν τους τοίχους…

Ο καπετάν Γιάννης Λάτσης, αν και δεν πολυαγαπούσε το ελβετικό χωριουδάκι, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έφτιαξε το δικό του σαλέ, ακριβώς δίπλα στο Gstaad Palace, για να το επισκέπτονται τα μέλη της οικογένειάς του, όπως η αγαπημένη του κόρη, Μαριάννα Λάτση, η οποία φημίζεται για τα ρεβεγιόν που διοργανώνει και τα πάρτι που αφήνουν εποχή – όπως αυτό για την υποδοχή του Millennium με guest stars την Άννα Βίσση, τον Σάκη Ρουβά και τον Ηλία Ψινάκη. Η Φωτεινή Λιβανού, ο Κάρολος και η Νινέττα Φιξ, ο εκκεντρικός συγγραφέας sir Taki (κατά κόσμον Τάκης Θεοδωρακόπουλος) ήταν από τους πρώτους μόνιμους κατοίκους του Gstaad, όπως και ο Έλληνας σχεδιαστής Nτίμης Κρίτσας (που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγους μήνες), ο οποίος το επισκεπτόταν από τα νεανικά του χρόνια και ήταν από τους πρώτους θαμώνες του Eagle Club.

Στη λίστα με τα επιφανή μέλη της «Γκστααντούπολης» (όπως την έλεγαν παλιά, περιπαικτικά, για το έντονο ελληνικό της χρώμα), με ιδιόκτητο σαλέ ανήκουν, επίσης, και οι Θεόδωρος και Γιάννα Αγγελοπούλου, καθώς και οι οικογένειες Λαιμού, Τσαβλίρη, Λιβανού, Χανδρή, Μαυρολέοντος, Κόβα, Καρρά, Εμπειρίκου, Μαρτίνου, Αγγελικούση, Δημητριάδη, ο Νίκος Τσάκος και η Σήλια Κριθαριώτη (σ.σ. η οποία φέτος φιλοξένησε την Αμερικανίδα Πρέσβειρα στην Ελλάδα, Kimberly Guilfoyle, την οποία όχι μόνο περιποιήθηκε κλείνοντάς της σουίτα στο Gstaad Palace, αλλά φρόντισε και να μεταφέρει στις χιονισμένες βουνοπλαγιές με ιδιωτική πτήση….), ο Παύλος ντε Γκρες και η Marie Chantal Miller, όπως -εννοείται- και η οικογένεια Βαρδινογιάννη. Θρυλείται δε, περίπου ως ανέκδοτο, πως ο Παύλος Βαρδινογιάννης ο πρεσβύτερος, ο οποίος κυκλοφορούσε φορώντας κρητικά στιβάνια, βράκα και μοντέρνο μπουφάν και κρατώντας μια γκλίτσα, συνήθιζε να μπαίνει στο κατάστημα του οίκου Van Cleef & Arpels και να καλημερίζει τους υπαλλήλους μεγαλόφωνα: «Μπονζούρ, Βαν Κλέφτης». «Νο, νο, νο μεσιέ», απαντούσαν οι υπάλληλοι, (που, φυσικά, δεν καταλάβαιναν το αστείο) «σ’ε Βαν Κλεεφ, νο Βαν Κλεφτής»! Μικρές ιστορίες με γεύση σαμπανιζέ ζωής – όπως αυτής που υπόσχεται (τουλάχιστον σε αυτούς τους λίγους που μπορούν να την απολαύσουν) το σλόγκαν του Gstaad: «Come up, slow down»…










