13 Ιανουαρίου, 2026
11:32 πμ

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κουτλής καθιερώθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα ως ένας από τους πιο προκλητικούς Έλληνες δημιουργούς της νέας γενιάς, φημιζόμενος ιδιαίτερα για την ικανότητά του να ενορχηστρώνει πολυπληθείς θιάσους σε ένα είδος σωματικού θεάτρου που βασίζεται εξίσου στο κείμενο και την κίνηση.

Φέτος σκηνοθετεί την πολυπαιγμένη Κουζίνα του Άρνολντ Γουέσκερ, σύγχρονη διασκευή ενός έργου που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα εμβληματικά του βρετανικού καλλιτεχνικού κινήματος των «Οργισμένων Νέων Συγγραφέων» της δεκαετίας του 1950.

Πολλά από τα μέλη του δεμένου, νεανικού κυρίως, θιάσου έχουν μεταναστευτική βιογραφία, κάτι που δικαιολογείται από το συγκεκριμένο κείμενο και αντανακλά την εκτός αναπαράστασης πραγματικότητα. Η ασφυκτική ένταση της εργασίας στον χώρο προετοιμασίας του φαγητού ενός μεγάλου εστιατορίου μεταδίδεται στον θεατή εκκινώντας από μια ρεαλιστική υλικότητα στη σκηνογραφία και τα αντικείμενα.

Μέσω μιας φωνακλάδικης υποκριτικής τεχνοτροπίας και μιας άψογα χορογραφημένης φρενίτιδας επιχειρείται να αποδοθεί η βαθύτερη αίσθηση εξαθλίωσης σε συνθήκες καπιταλιστικής υπερεκμετάλλευσης.     

Υπήρξαν στιγμές θεατρικά συνταρακτικές, όπως η κορύφωση της μεσημεριανής βάρδιας. Το ξεπέρασμα των ορίων αντοχής ήταν τρομακτικό, τόσο ως θέαμα όσο και ως νόημα, με αποτέλεσμα μια πλήρη αισθητική εντύπωση, ταυτόχρονα εκλεπτυσμένη και με μαζική απεύθυνση. Ο Κουτλής ξέρει να φτιάχνει εικόνες και έχει δυνατή αίσθηση θεατρικού ρυθμού. Καθώς προχωρούσε όμως η παράσταση, αρκετές αδυναμίες έβγαιναν στην επιφάνεια, με πρώτες αυτές που οφείλονταν στο κείμενο.

Παρά τα εν είδει αυτοσχεδιασμών μπαλώματα προφορικότητας και το ατελείωτο βρισίδι (για πόσο καιρό θα πληρώνουμε το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη;), η ηλικία του έργου φαίνεται σε κάθε επίπεδο, από τη συμβατική δραματουργική δομή μέχρι τη μονοσήμαντη κοινωνικοοικονομική ανάλυση (με αναπόφευκτη έκβαση την κατασκευή δυσδιάστατων χαρακτήρων).

Το κύριο πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι η επιλογή/ διασκευή του κειμένου ήρθαν να εξυπηρετήσουν μια προϋπάρχουσα στάση σχετικά με το τι μπορεί και πρέπει να είναι το σύγχρονο νεανικό θέατρο στη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Το θέατρο μιας χώρας δηλαδή που σε επίπεδο μισθών δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί που βρισκόταν στην προ κρίσης εποχή, και που μεγάλο μέρος των πιο δυναμικών νέων της έχουν μετοικήσει στο εξωτερικό για επαγγελματική και προσωπική εξέλιξη.

Υποστηρίζω ότι η αντίληψη για το θέατρο πίσω από την Κουζίνα του Κουτλή δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη παραγωγή, αλλά μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη ταξινόμηση. Δυο άλλα παραδείγματα σε αντίστοιχο μήκος κύματος, πολύ πετυχημένων εμπορικά αλλά αισθητικά υποδεέστερων παραγωγών, ήταν οι Σπυριδούλες της ομάδας 4frontal και Τα σκυλιά του Ανέστη Αζά (που αμφότερες τις είδαμε και στην Κύπρο).

Ενώ υιοθετούνται θέσεις της προοδευτικής ατζέντας σε ζητήματα μετανάστευσης και φύλου, το θέατρο αυτό δείχνει να επιστρέφει δίχως ενοχές ή διανοητικές αμφιταλαντεύσεις σε έναν κοινωνικό και συναισθηματικό μελοδραματισμό που δεν θα έμοιαζε εκτός τόπου στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Βασίζεται σε ηθοποιούς που διακρίνονται από διάθεση αυτοθυσίας σε απαιτητικές σωματικά συνθήκες και διαθέτουν τις ολιστικές δυνατότητες ενός καλλιτέχνη του τσίρκου.

Αυτό είναι αξιέπαινο, αλλά ακόμα και ο πρωταγωνιστής Μιχάλης Σαράντης γεμίζει τον χώρο γύρω του κυρίως με ακροβατικά κόλπα και επιδείξεις, δίχως να καταφέρνει να συνδιαμορφώσει μαζί με τους θεατές κάποια ουσιαστική αλήθεια για τα πάθη του ρόλου του.

Το χαρακτηριστικό όμως που με στενοχωρεί (και με θυμώνει) είναι ο συμβιβασμός με τη διανοητική ευκολία. Η αποφυγή μιας ειλικρινούς και επιθετικής αντιμετώπισης των προκλήσεων και των αντιφάσεων της σύγχρονης κατάστασης, η μετάθεση του αγώνα σε ένα ασφαλές πεδίο. Βλέπω ξεπάτωμα στη δουλειά, με φούρια όμως για έκθεση και όχι για σκάψιμο. Η ματιά δεν στρέφεται κριτικά προς τα μέσα, προς τον εαυτό. Έτσι προκύπτει η περιχαράκωση σε έναν κακομαθημένο καθωσπρεπισμό, σε διάσταση με το πολιτισμικό ρεύμα της μεταπολεμικής δυτικής νεανικής αμφισβήτησης που εμβληματικά αποκρυσταλλώθηκε στη ροκ κουλτούρα.

Αναζητώντας την καταγωγική αρχή, καταλήγω στην ιδεολογία της νεότητας όπως δοξολογήθηκε από τον Λάκη Λαζόπουλο στην Κυριακή των Παπουτσιών: οι νέοι είναι όμορφα και άμοιρα θύματα του κόσμου των ενηλίκων, ο οποίος είναι ταυτόσημος με απόλυτα άδικους κανόνες και μηδενικό περιθώριο για αλλαγές μέσω των δημοκρατικών θεσμών.

Υπάρχει ακόμα πνευματική και πολιτική ζήτηση για σωτήρες, γκουρού και λοιπούς επιτήδειους. Από την άλλη, οι Stranglers, τα πανκιά, τραγουδούσαν No more heroes.  

Ελεύθερα, 11.1.2026

Exit mobile version