Το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου απέρριψε ομόφωνα την έφεση εργοληπτικής εταιρείας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση υπέρ τεσσάρων πρώην οδηγών μπετονιέρας, οι οποίοι είχαν απολυθεί το 2011 με την αιτιολογία του πλεονασμού.
Η υπόθεση αφορούσε τέσσερις εργαζομένους που διεκδίκησαν αποζημιώσεις για αδικαιολόγητη απόλυση, υποστηρίζοντας ότι ο ισχυρισμός της εταιρείας περί μείωσης εργασιών δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά δεδομένα.
Στην απόφασή του, το Ανώτατο έκρινε ότι η εταιρεία δεν απέδειξε την ύπαρξη πραγματικών συνθηκών πλεονασμού, ενώ επισημαίνεται πως λίγο πριν από τις απολύσεις είχαν πραγματοποιηθεί νέες προσλήψεις σε παρεμφερή καθήκοντα.
Όπως αναφέρεται, ο ισχυρισμός περί εκσυγχρονισμού και μείωσης εργασιών δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς. Παράλληλα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το βάρος απόδειξης για τον πλεονασμό φέρει αποκλειστικά ο εργοδότης και ότι δεν αρκεί μια γενική επίκληση οικονομικής συρρίκνωσης χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η έφεση απορρίφθηκε πλήρως, οδηγώντας σε οριστική δικαίωση των εργαζομένων.
Υπενθυμίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι οι απολύσεις δεν έγιναν υπό πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, είχε προχωρήσει στον καθορισμό αποζημιώσεων για καθέναν από τους τέσσερις εργαζομένους, εφαρμόζοντας τις σχετικές πρόνοιες της εργατικής νομοθεσίας.
Οι αποζημιώσεις καθορίστηκαν εξατομικευμένα, με βάση τα στοιχεία της απασχόλησης κάθε οδηγού, ενώ οι σχετικές αποφάσεις εκδόθηκαν ξεχωριστά για τον καθένα.
Με την απόφαση του Ανωτάτου, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις παραμένουν σε πλήρη ισχύ, μαζί με την επιδίκαση δικαστικών εξόδων υπέρ των τεσσάρων εργαζομένων.










