Η ισπανική ταινία «Deaf» σε σκηνοθεσία της Εύα Λιμπερτάδ είναι η μεγάλη νικήτρια του Βραβείου Κοινού LUX 2026, όπως ανακοινώθηκε σήμερα Τρίτη, στην τελετή που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, μετά από μια πανευρωπαϊκή διαδικασία προβολών και ψηφοφορίας.
Η απονομή πραγματοποιήθηκε στην έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην αίθουσα Hemicycle, σηματοδοτώντας την κορύφωση του ευρωπαϊκού κινηματογραφικού θεσμού. Το γεγονός ότι μια ταινία που εστιάζει στην εμπειρία της κώφωσης αγγίζει το ευρωπαϊκό κοινό δείχνει μια σαφή στροφή προς ιστορίες που μέχρι πρόσφατα ήταν στο περιθώριο.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας κωφής γυναίκας που προσπαθεί να βρει τη θέση της σ’ έναν κόσμο δομημένο για ακούοντες, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις προσωπικές της σχέσεις και στην επιθυμία της να δημιουργήσει οικογένεια.
«Αυτό που ξεχωρίζει τη δημοκρατία από κάθε άλλο καθεστώς είναι ότι μας επιτρέπει να δημιουργούμε, να φανταζόμαστε έναν διαφορετικό κόσμο, να οραματιζόμαστε και να απεικονίζουμε εναλλακτικές, ίσως και καλύτερες κοινωνίες από αυτές που ζούμε σήμερα, χωρίς φόβο φίμωσης, λογοκρισίας ή δίωξης. Και ποιο πιο ιδανικό μέρος από αυτό εδώ για να το ζήσουμε;» τόνισαν οι παρουσιαστές στην εναρκτήρια ομιλία τους.
Μέσα από την καθημερινότητά της, η ταινία εξερευνά ζητήματα ταυτότητας, επικοινωνίας και αποδοχής, φωτίζοντας τις προκλήσεις αλλά και τη δύναμη της κοινότητας των κωφών. Παράλληλα, θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για το τι θεωρείται «κανονικό», προτείνοντας ότι η διαφορετικότητα δεν είναι απόκλιση αλλά βασικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας.
H σκηνοθέτρια Εύα Λιμπερτάδ στις δηλώσεις της, είπε συγκινημένη πως στη σκέψη της είναι η αδερφή της, και η ίδια κωφή, η οποία πρωταγωνιστεί στην ταινία. «Είμαι βαθιά συγκινημένη και σκέφτομαι την αδελφή μου, την ευρωπαϊκή κοινότητα των κωφών και γενικότερα τα άτομα με αναπηρία στην Ευρώπη. Ελπίζουμε αυτό το βραβείο να συμβάλει στην προώθηση πιο ουσιαστικών πολιτικών συμπερίληψης και προσβασιμότητας, αλλά και να μας κάνει να επανεξετάσουμε την ίδια την έννοια της “κανονικότητας”, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει — γιατί η αληθινή κανονικότητα είναι η ανθρώπινη ποικιλομορφία. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η υποτιθέμενη “νόρμα” που έχουμε δημιουργήσει προκαλεί αποκλεισμούς και πόνο, ιδιαίτερα σε όσους δεν χωρούν σε αυτήν, όπως τα άτομα με αναπηρία. Αν συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε με αυτόν τον τρόπο, χάνουμε τον ανθρώπινο πλούτο: τη δυνατότητα να βιώνουμε, να αισθανόμαστε και να ερχόμαστε σε επαφή με διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης, αντίληψης και έκφρασης. Και αυτός ο πλούτος, αυτή η εμπειρία, είναι ευφυΐα, είναι αγάπη και είναι κάτι που αξίζει σε όλους».

Στις προηγούμενες δηλώσεις της ανέφερε ότι «ένα από τα όνειρα που είχαμε ήταν οι κινηματογραφικές αίθουσες να γίνουν χώροι συνάντησης για ακούον και κωφό κοινό και αυτό έγινε πραγματικότητα. Αλλά, πάνω απ’ όλα, συναντήσαμε ένα κοινό που θέλει να μπει στη θέση του άλλου, που επιθυμεί να νιώσει, να κατανοήσει και να χτίσει έναν καλύτερο κόσμο. Για εμάς, αυτό είναι και το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει η ταινία: τι σημαίνει “κανονικότητα”; Γιατί πιστεύουμε ότι η πραγματική κανονικότητα δεν είναι μία. Είναι η ανθρώπινη ποικιλομορφία».

Οι πέντε υποψήφιες ταινίες για το 2026 ήταν το «Christy» του Brendan Canty, το «Deaf (Sorda)» της Eva Libertad, το «It Was Just an Accident» του Jafar Panahi, το «Love Me Tender» της Anna Cazenave Cambet και το «Sentimental Value» του Joachim Trier. Μέσα από διαφορετικές αφηγηματικές προσεγγίσεις, οι ταινίες αυτές ανέδειξαν ζητήματα όπως η ταυτότητα, η συμπερίληψη, η πολιτική καταπίεση, η νεότητα και οι οικογενειακές σχέσεις, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ευρωπαϊκού κινηματογράφου ως πεδίου δημόσιου διαλόγου. Στο πλαίσιο της διαδικασίας, οι ταινίες προβλήθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, δίνοντας τη δυνατότητα στο κοινό να τις παρακολουθήσει και να τις αξιολογήσει. Για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της δέσμευσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για πλήρη προσβασιμότητα, οι ταινίες διέθεταν υπότιτλους για κωφούς και βαρήκοους.

Δηλώσεις των υποψηφίων
Diarmuid Noyes, ηθοποιός, «Christy»: Ο ηθοποιός της Christy ανέφερε ότι η ταινία ακολουθεί τον νεαρό στην προσπάθειά του να βρει τη θέση του στον κόσμο, κάτι που τελικά καταφέρνει μέσα από μια ιδιαίτερη κοινότητα που συναντά. «Αυτό αποτελεί και τον πυρήνα της ιστορίας: H δύναμη της κοινότητας να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου». Στο επίκεντρο βρίσκεται ο χώρος Cabin Studios, από όπου προέρχονται πολλοί από τους νέους που συμμετέχουν στην ταινία, αρκετοί εκ των οποίων προσεγγίστηκαν απευθείας από εκεί. Πρόκειται για έναν δημιουργικό πυρήνα που στηρίζει νέους από δύσκολα κοινωνικά περιβάλλοντα, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από τη μουσική, το γράψιμο, την υποκριτική και την τέχνη γενικότερα, λειτουργώντας σχεδόν θεραπευτικά και ενισχύοντας τη φωνή και την αυτοπεποίθησή τους. Όπως τόνισε, «τέτοιες πρωτοβουλίες θα πρέπει να στηρίζονται και να χρηματοδοτούνται, ιδιαίτερα σε περιοχές με λιγότερες ευκαιρίες, καθώς αναδεικνύουν αυθεντικά, ξεχωριστά ταλέντα». Κλείνοντας, εξέφρασε την στήριξή του στον αγώνα των Παλαιστινίων, με τη φράση «Free Palestine».

Philippe Martin, παραγωγός «It was just an accident»: «Ο Jafar Panahi είχε αποφασίσει να γυρίσει την ταινία του χωρίς καμία επίσημη άδεια, οργανώνοντας όλη την παραγωγή γύρω από δύο αυτοκίνητα, ώστε να μεταφέρει διακριτικά το συνεργείο και τον εξοπλισμό χωρίς να κινεί υποψίες. Τα γυρίσματα γίνονταν υπό τον συνεχή φόβο σύλληψης και κατάσχεσης του υλικού. Δύο ημέρες πριν από την ολοκλήρωση, περίπου δεκαπέντε αστυνομικοί εισέβαλαν στο πλατό για να κατασχέσουν τις εικόνες· από μια απίστευτη σύμπτωση, όμως, πήραν την κάμερα θεωρώντας ότι εκεί βρισκόταν όλο το υλικό, ενώ τα αρχεία δεν εντοπίστηκαν. Δεν υπήρχε καν αντίγραφο ασφαλείας, ακριβώς λόγω του φόβου. Ουσιαστικά, η ύπαρξη της ταινίας οφείλεται σε αυτή την τύχη και στην άγνοια των αστυνομικών. Η μεταπαραγωγή έγινε επίσης υπό απόλυτη μυστικότητα και, όταν η ταινία παρουσιάστηκε στις Κάννες, λιγότερα από είκοσι άτομα την είχαν δει. Από εκεί και πέρα, η πορεία της άλλαξε ριζικά, φτάνοντας μέχρι τον Χρυσό Φοίνικα. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι το θάρρος του Panahi — δεν ξέρω αν θα συναντήσω ξανά στη ζωή μου έναν άνθρωπο με τόσο ισχυρές πεποιθήσεις και τέτοια απουσία φόβου απέναντι στη δέσμευσή του».

Maria Ekerhovd, παραγωγός «Sentimental Value»: «Εκ μέρους ολόκληρης της ομάδας του Sentimental Value, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι είδαν την ταινία μας και την ψήφισαν. Λέμε συχνά ότι χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Για αυτή την ταινία, όμως, χρειάστηκε η Ευρώπη, καθώς πρόκειται για μια πραγματικά συλλογική ευρωπαϊκή προσπάθεια που δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Όταν ο Asgiel Fakti και ο Joachim Trier μπήκαν πριν από μερικά χρόνια σε ένα δωμάτιο για να γράψουν το σενάριο, ακολούθησαν τη γνωστή τους διαδικασία: απομονώθηκαν για έναν ολόκληρο χρόνο, βγαίνοντας μόνο για τα απολύτως απαραίτητα. Όπως είπαν, ένιωσαν την ανάγκη να αποκοπούν από έναν κόσμο που σήμερα είναι ιδιαίτερα ανήσυχος και να επιστρέψουν με μια ιστορία για την οικογένεια. Μοιράζονται τις πιο προσωπικές τους σκέψεις για το τι σημαίνει να είσαι πατέρας, παιδί, αδελφός. Και όπου κι αν προβλήθηκε η ταινία, σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν, το κοινό την αγκάλιασε ως μια ιστορία που μιλά για τη δική του οικογένεια — για τον πατέρα, την αδελφή, την κόρη του. Αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό που μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος: να μας φέρνει κοντά με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα, και να μας επιτρέπει να ταυτιστούμε μαζί τους. Εκεί βρίσκεται και η πολιτική του δύναμη. Γι’ αυτό και η επένδυση στον πολιτισμό και στον κινηματογράφο έχει πραγματική αξία. Είναι μια μορφή ήπιας ισχύος που ο κόσμος έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ».

Rachel Kham, παραγωγός του «Love me tender»: «Για όσους δεν το γνωρίζουν, η ταινία είναι διασκευή του βιβλίου Love Me Tender της Constance Debré, ενός βαθιά φεμινιστικού έργου, χωρίς συμβιβασμούς, δυνατό και ριζοσπαστικό, που μας συγκλόνισε και νιώσαμε την ανάγκη να το μεταφέρουμε στον κινηματογράφο. Η σκηνοθέτις το αγκάλιασε με πάθος, γιατί της άνοιξε έναν διαφορετικό τρόπο να δει τη μητρότητα, την ελευθερία και το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, θέματα για τα οποία σπάνια γίνεται λόγος. Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή, αλλά βαθιά ουσιαστική: Μια 40χρονη γυναίκα αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, να αγαπήσει γυναίκες και να αφοσιωθεί στη συγγραφή, εγκαταλείποντας το επάγγελμά της ως δικηγόρος. Ο πρώην σύζυγός της αντιδρά και τη διεκδικεί νομικά, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι είναι “κακή μητέρα”, αφαιρώντας της την επιμέλεια του παιδιού τους. Από εκεί και πέρα, η ταινία παρακολουθεί τον αγώνα της να παραμείνει μητέρα και ταυτόχρονα ελεύθερη. Πρόκειται για μια ιστορία που, δυστυχώς, παραμένει επίκαιρη και αφορά πολλές γυναίκες ακόμη και σήμερα. Είναι μια ταινία για το τι κάνει η κοινωνία στις γυναίκες που αρνούνται να συμμορφωθούν, που δεν θέλουν να διαλέξουν ανάμεσα σε αυτό που αγαπούν και σε αυτό που είναι. Είναι μια ταινία για το κόστος του να είσαι ο εαυτός σου. Μια βαθιά προσωπική, αλλά και βαθιά πολιτική ιστορία, που μιλά για τη βία του πατριαρχικού συστήματος».
Αποστολή στις Βρυξέλλες: Nταϊάνα Αζά










