Η ενεργειακή μετάβαση στην αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που έχει μπροστά της η Ευρωπαϊκή Ένωση τα επόμενα χρόνια, καθώς το θέμα καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο χώρο στον ευρωπαϊκό διάλογο για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η μεγάλη εξάρτηση του κλάδου από τα ορυκτά καύσιμα, σε συνδυασμό με τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, καθιστούν αναγκαία μια οργανωμένη και πολυεπίπεδη στρατηγική. Αυτό αποτυπώνεται τόσο στο «Όραμα 2040» όσο και στην πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενεργειακή μετάβαση της αλιείας.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη εξαιτίας των οικονομικών πιέσεων, της τεχνολογικής καθυστέρησης και του κοινωνικού ρόλου που διατηρεί η αλιεία σε πολλές παράκτιες περιοχές της Ευρώπης.
Όπως δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων Αντώνης Φιλιππής, ο κλάδος καλείται να προσαρμοστεί μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Όπως ανέφερε, η γήρανση του αλιευτικού στόλου, τα χαμηλά περιθώρια κέρδους και η αδυναμία προσέλκυσης νέων επαγγελματιών δημιουργούν ένα περιβάλλον που περιορίζει τις δυνατότητες εκσυγχρονισμού και κάνει την ενεργειακή μετάβαση ακόμη πιο απαιτητική.
Την ίδια ώρα, το υψηλό κόστος των νέων τεχνολογιών, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και οι δυσκολίες στη διαχείριση των αλιευτικών πόρων δυσχεραίνουν περαιτέρω τη μετάβαση, ιδιαίτερα για τη μικρής κλίμακας αλιεία, η οποία αποτελεί σημαντικό μέρος του τομέα σε όλη την Ευρώπη.
Κρίσιμος παράγοντας θεωρείται η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών στα λιμάνια, ώστε να καταστεί εφικτή η χρήση καθαρών καυσίμων και η ενσωμάτωση τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα στα αλιευτικά σκάφη. Στην ίδια κατεύθυνση, βασικές προτεραιότητες της ευρωπαϊκής στρατηγικής αποτελούν η ταχεία προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες, όπως πιο φιλικά προς το περιβάλλον συστήματα πρόωσης, και η αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων για τη στήριξη αυτών των αλλαγών.
Ο κ. Φιλιππής υπογράμμισε ακόμη ότι η επιτυχία της μετάβασης προϋποθέτει στενή συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών, των κρατών-μελών και του ιδιωτικού τομέα, με βασικούς άξονες την κινητοποίηση επενδύσεων και την ανάπτυξη αποτελεσματικών συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, το πρόγραμμα «Ορίζων», αλλά και τα νέα εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης, που στοχεύουν στην ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της τεχνολογικής αναβάθμισης του κλάδου.
Καθοριστική θεωρείται και η επαρκής χρηματοδότηση μέσω του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, ενώ απαραίτητη κρίνεται η ενίσχυση της τεχνολογικής ετοιμότητας τόσο του στόλου όσο και των παραγωγικών δομών των αλιευτικών επιχειρήσεων, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι βιωσιμότητας.
Στο πρόσφατο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της ΕΕ τέθηκε επί τάπητος η ανάγκη για μια συνεκτική πολιτική που θα στηρίξει τη μετάβαση σε ένα μοντέλο αλιείας χαμηλών εκπομπών άνθρακα και πιο ανθεκτικό απέναντι στις μελλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Παράλληλα, στη συζήτηση κυριάρχησαν ζητήματα όπως η απλούστευση του θεσμικού πλαισίου, η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών και η δημιουργία αποτελεσματικών μηχανισμών χρηματοδότησης που θα συνδυάζουν δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία καταγράφεται για την αυξανόμενη γραφειοκρατία που συνοδεύει τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δημοσιεύματα από τη Γερμανία αναφέρουν ότι οι αλλαγές στον Κανονισμό Ελέγχου Αλιείας και στον κανονισμό για την αντιμετώπιση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας επιβαρύνουν σημαντικά τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τις αρμόδιες αρχές.
Ειδικά η εφαρμοστική πράξη για τη ζύγιση των αλιευτικών προϊόντων χαρακτηρίζεται δυσανάλογη και σε ορισμένες περιπτώσεις δύσκολα εφαρμόσιμη, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα του τομέα. Παράλληλα, αναδείχθηκε η ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις σε συστήματα όπως το πληροφοριακό σύστημα CATCH και στην υποχρεωτική δήλωση αλιευμάτων στην ερασιτεχνική αλιεία, ώστε να περιοριστούν οι καθυστερήσεις και τα εμπόδια στην παραγωγή.
Το περιβάλλον γίνεται ακόμη πιο σύνθετο σε διεθνές επίπεδο εξαιτίας των αδιεξόδων στη διαχείριση των ιχθυαποθεμάτων. Η Γαλλία και η Ολλανδία ζητούν την επανέναρξη διαπραγματεύσεων για μια συνολική συμφωνία σχετικά με το απόθεμα σκουμπριού στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό.
Η έλλειψη κοινής στρατηγικής τα προηγούμενα χρόνια έχει επιβαρύνει την κατάσταση των αποθεμάτων, με σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες για τον ευρωπαϊκό αλιευτικό τομέα, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για πολυμερή συνεργασία και κοινούς κανόνες διαχείρισης.
Καταληκτικά, όπως επισήμανε ο Αντώνης Φιλιππής στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η ενεργειακή μετάβαση, η απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου και η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας αποτελούν αλληλένδετες προκλήσεις. Η διαχείρισή τους θα επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον της ευρωπαϊκής αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, με επίκεντρο τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα του κλάδου σε ένα περιβάλλον που αλλάζει γρήγορα και απαιτεί ουσιαστική μείωση των εκπομπών άνθρακα.









