Η λειτουργία της αγοράς προϋποθέτει τη συμμόρφωση των συμβαλλομένων με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Ιδίως, σε ρυθμιζόμενους τομείς, όπως ο ασφαλιστικός, η νομιμότητα της δραστηριότητας δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση, αλλά ουσιώδες στοιχείο για τη γένεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η παράκαμψη των σχετικών απαιτήσεων, όπως η εγγραφή σε αρμόδια μητρώα ή η κατοχή άδειας, δημιουργεί ένα πλέγμα νομικών συνεπειών που επηρεάζει όχι μόνο τη σύμβαση, αλλά και τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας των εμπλεκομένων μερών, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου έχουν εκτελεστεί πράξεις και έχουν καταβληθεί ποσά.
Το δίκαιο των συμβάσεων, σε συνδυασμό με τις αρχές της δημόσιας τάξης, δεν επιτρέπει την επιβράβευση συμπεριφορών που παραβιάζουν ρητές νομοθετικές διατάξεις. Η νομολογία έχει διαχρονικά υιοθετήσει αυστηρή στάση έναντι συμβάσεων που συνάπτονται ή εκτελούνται κατά παράβαση του νόμου, ιδίως όταν η παρανομία αφορά τον ίδιο τον σκοπό της σύμβασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δικαστήρια αποφεύγουν να παράσχουν ένδικη προστασία, ακόμη και αν αυτό οδηγεί σε φαινομενικά άδικα αποτελέσματα μεταξύ των μερών, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή και η αποτελεσματικότητα της έννομης τάξης συνολικά.
Η υπόθεση και το πραγματικό της βάρος
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Π.Ε. 421/2016, ημερ.2.04.2026, ανέδειξε με χαρακτηριστικό τρόπο τα πιο πάνω ζητήματα. Η διαφορά προέκυψε μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και συνεργάτη της, καθώς και των εγγυητών του, με αντικείμενο την απαίτηση ποσού €43.402, το οποίο φερόταν ως οφειλόμενο υπόλοιπο βάσει συμβάσεως συνεργασίας και οικονομικής ενίσχυσης.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι είχε καταβάλει προκαταβολές και προμήθειες, οι οποίες κατέστησαν απαιτητές λόγω μη επίτευξης των συμφωνημένων στόχων παραγωγής. Αντίθετα, οι εναγόμενοι προέβαλαν ότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν άκυρες, καθότι ο κύριος συνεργάτης δεν ήταν εγγεγραμμένος στο προβλεπόμενο από το Ν.35(Ι)/2002 μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων για λογαριασμό της συγκεκριμένης εταιρείας. Η απουσία αυτής της εγγραφής, υποστήριξαν, καθιστούσε παράνομη την εκτέλεση της σύμβασης και απέκλειε οποιαδήποτε αξίωση.
Από την πρωτόδικη αποδοχή στην εφετειακή ανατροπή
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί παρανομίας και έκανε δεκτή την αγωγή της εταιρείας. Έκρινε ότι ο εναγόμενος διέθετε ουσιαστικά την απαιτούμενη ιδιότητα ασφαλιστικού συμβούλου, έστω και αν ήταν εγγεγραμμένος σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, και ότι η έλλειψη ειδικής εγγραφής για την ενάγουσα δεν αναιρούσε τα συμβατικά δικαιώματα. Ως εκ τούτου, αποδέχτηκε τη θέση της εταιρείας και επιδίκασε το αιτούμενο ποσό, κρίνοντας ότι η ύπαρξη εγγραφής σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία ήταν επαρκής για τη θεμελίωση της συμβατικής σχέσης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς, υιοθετώντας αυστηρή νομοθετική προσέγγιση. Έκρινε ότι η εγγραφή στο μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων είναι εταιρικά προσδιορισμένη και δεν μπορεί να μεταφερθεί από μία ασφαλιστική εταιρεία σε άλλη. Συνεπώς, ο συνεργάτης δεν είχε το δικαίωμα να ασκεί διαμεσολαβητικές εργασίες για λογαριασμό της ενάγουσας χωρίς προηγούμενη έγκριση και εγγραφή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στο γεγονός ότι και τα δύο μέρη γνώριζαν ότι εκκρεμούσε η έγκριση του Εφόρου Ασφαλίσεων, αλλά προχώρησαν στην εκτέλεση των συμβάσεων. Η εκτέλεση αυτή κρίθηκε ότι συνιστούσε παραβίαση του Ν.35(I)/2002 και, κατ’ επέκταση, προσέδιδε παράνομο χαρακτήρα στις συμβατικές σχέσεις.
Παρανομία και αποκλεισμός αξιώσεων
Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη θεμελιώδη αρχή ότι από παράνομη αιτία δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα. Η παρανομία στην προκειμένη περίπτωση άγγιζε τον πυρήνα της σύμβασης, δηλαδή το δικαίωμα άσκησης της ίδιας της δραστηριότητας. Συνεπώς, οι συμβάσεις δεν μπορούσαν να παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Εξίσου σημαντική ήταν η απόρριψη της επίκλησης του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη αρχή ως έμμεσο μέσο παράκαμψης της παρανομίας. Όταν και τα δύο μέρη συμμετέχουν εν γνώσει τους σε παράνομη δραστηριότητα, το δίκαιο αρνείται να επέμβει για την αποκατάσταση της μεταξύ τους οικονομικής ανισορροπίας.
Η πρακτική διάσταση για την αγορά
Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για όλους τους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε ρυθμιζόμενους τομείς. Υπογραμμίζει ότι η συμμόρφωση με τις νομοθετικές απαιτήσεις δεν αποτελεί διαδικαστικό στάδιο που μπορεί να παρακαμφθεί προσωρινά, αλλά προϋπόθεση για τη νομιμότητα των συναλλαγών. Η πρόωρη έναρξη δραστηριότητας, εν αναμονή εγκρίσεων, ενδέχεται να οδηγήσει σε πλήρη απώλεια δικαιωμάτων.
Τελική άποψη
Κατά την άποψή μου, η απόφαση επιβεβαιώνει με έμφαση ότι η παρανομία λειτουργεί ως απόλυτο φραγμό στην απονομή δικαιοσύνης υπέρ των εμπλεκόμενων σε παράνομες συμβάσεις. Το μήνυμα είναι σαφές, χωρίς προηγούμενη συμμόρφωση με το νομοθετικό πλαίσιο, καμία επιχειρηματική συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής, ούτε δικαστικά εκτελεστή.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα










