Ο “ενάρετος κύκλος”, βάσει του οποίου η Αμερική εγγυόταν τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή με αντάλλαγμα την επανεπένδυση, από τα κράτη του Κόλπου, των εσόδων τους σε δολάρια σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, έχει διαρραγεί.
Η συμφωνία αυτή χρονολογείται από το 1974, όταν ο Χένρι Κίσιντζερ σύναψε μία από τις πιο σημαντικές οικονομικές συμφωνίες της σύγχρονης ιστορίας. Η Σαουδική Αραβία θα τιμολογούσε το πετρέλαιό της σε δολάρια και θα επένδυε τα πλεονάσματα σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία – κυρίως σε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου. Άλλα κράτη του Κόλπου ακολούθησαν. Σε αντάλλαγμα, η Αμερική παρείχε εγγυήσεις ασφάλειας και μια σταθερή παγκόσμια τάξη.
Βάσει αυτής της κυκλικής συμφωνίας, οι καταναλωτές πετρελαίου πλήρωναν σε δολάρια για την ενέργεια, τα δολάρια αυτά κατέληγαν στο Ριάντ και στο Αμπού Ντάμπι, και από εκεί επέστρεφαν στο χρέος της Ουάσιγκτον. Για 50 χρόνια, αυτός ο κύκλος του πετροδολαρίου επιδοτούσε αθόρυβα το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ και εδραίωσε τον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν έχει διαρρήξει αυτή τη συμφωνία – και από τις δύο πλευρές.
Ας ξεκινήσουμε από την πλευρά των εισαγωγέων. Από το πλήγμα κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οι ξένες κεντρικές τράπεζες πωλούν αμερικανικά ομόλογα εδώ και πέντε συνεχόμενες εβδομάδες. Τα αποθέματα στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης μειώθηκαν κατά περίπου 82 δισεκατομμύρια δολάρια, φτάνοντας στα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2012.
Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου, αντί να υποχωρήσει λόγω της ζήτησης για “ασφαλή καταφύγια” – όπως συνέβαινε σε κάθε πρόσφατη μεγάλη κρίση – σκαρφάλωσε από το 3,9% στα τέλη Φεβρουαρίου πάνω από το 4,4% μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το τμήμα επιτοκίων της Bank of America προσέφερε μια λακωνική σύνοψη: “Οι ξένοι επίσημοι φορείς πωλούν αμερικανικά κρατικά ομόλογα”.
Ο μηχανισμός είναι απλός. Η Τουρκία, η Ινδία, η Ταϊλάνδη και άλλες χώρες που εισάγουν πετρέλαιο είναι παγιδευμένες σε ένα δύσκολο μαθηματικό πρόβλημα: Το πετρέλαιο που τιμολογείται σε δολάρια έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα νομίσματά τους εξασθενούν έναντι του δολαρίου. Για να περιορίσουν την υποτίμηση -η οποία θα ωθούσε τις εγχώριες τιμές του πετρελαίου σε υψηλότερα επίπεδα, αναγκάζοντας είτε σε δημοσιονομικές επιδοτήσεις είτε σε οικονομική εξαθλίωση των νοικοκυριών- οι κεντρικές τράπεζες παρεμβαίνουν στις αγορές συναλλάγματος. Αυτό απαιτεί δολάρια. Το πιο ρευστό asset σε δολάρια που κατέχει οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα είναι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Και άρα, τα πουλάνε.
Αυτό εχει ξανασυμβεί. Οι ξένες κεντρικές τράπεζες πούλησαν το ποσό-ρεκόρ των 109 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ομόλογα κατά τη διάρκεια του “πανικού” της Covid-19 τον Μάρτιο του 2020. Όμως εκείνο το επεισόδιο εκτονώθηκε γρήγορα. Η Fed ενεργοποίησε τις swap lines, η ηρεμία επέστρεψε και τα κεφάλαια εισέρευσαν ξανά μέσα σε εβδομάδες. Το ένστικτο της “φυγής προς την ποιότητα” είχε προσωρινά διαταραχθεί, αλλά παρέμενε δομικά άθικτο.
Κάθε άλλη μεγάλη κρίση έκτοτε -η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι πολεμικές απειλές της Κίνας κατά της Ταϊβάν τον Αύγουστο του 2022, η κατάρρευση της Silicon Valley Bank τον Μάρτιο του 2023 και οι επιθέσεις της Χαμάς στο Ισραήλ την 7η Οκτωβρίου 2023- οδήγησε τα κεφάλαια προς τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ και όχι μακριά από αυτά. Οι αποδόσεις έπεφταν. Το σχέδιο λειτουργούσε.
Τώρα, μπείτε στα παπούτσια των εξαγωγέων – και αναλογιστείτε γιατί ο πόλεμος με το Ιράν είναι εντελώς διαφορετικός από όλα αυτά τα επεισόδια.
Σε ένα συνηθισμένο πετρελαϊκό σοκ, οι αυξανόμενες τιμές παράγουν αυξανόμενα έσοδα για τους παραγωγούς του Κόλπου. Τα πετροδολάρια ρέουν πίσω στα περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των ομολόγων. Ιστορικά, οι υψηλές τιμές πετρελαίου ήταν, παραδόξως, υποστηρικτικές για την αγορά των αμερικανικών ομολόγων. Το σοκ δημιουργεί το πλεόνασμα που γεννά τη ζήτηση για τα ομόλογα.
Αυτή τη φορά, οι παραγωγοί του Κόλπου δεν μπορούσαν να εξαγάγουν το πετρέλαιό τους. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ είχε εγκλωβίσει τα βαρέλια τους μαζί με αυτά όλων των υπολοίπων.
Τα κράτη του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου του Κουβέιτ, του Ιράκ, της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, μείωσαν συλλογικά την παραγωγή κατά τουλάχιστον 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Μάρτιο. Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ μπορούν να εξάγουν μειωμένους όγκους μέσω εναλλακτικών αγωγών. Όμως αυτές οι διαδρομές εξυπηρετούν μόνο το ένα τέταρτο της κανονικής ροής του Ορμούζ σε πλήρη δυναμικότητα, και βρέθηκαν υπό την απειλή ιρανικών drones και πυραύλων. Το Κατάρ κήρυξε κατάσταση ανωτέρας βίας (force majeure) στις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου έπειτα από πλήγματα στις εγκαταστάσεις του στο Ras Laffan. Το οικονομικό μοντέλο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου – εξαγωγή υδρογονανθράκων, ανακύκλωση σε παγκόσμια περιουσιακά στοιχεία – έχει ουσιαστικά παραλύσει.
Ο κύκλος του πετροδολαρίου απαιτεί δύο κινούμενα μέρη: δολάρια που κερδίζονται και δολάρια που επενδύονται. Και τα δύο σταμάτησαν.
Τα μεγέθη από την πλευρά των εξαγωγών αποτυπώνουν την εικόνα. Το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ κατείχαν συνδυαστικά περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομόλογα έως τον Ιανουάριο. Αυτές οι χώρες πλέον κερδίζουν λιγότερα έσοδα από το πετρέλαιο, δαπανούν τεράστια ποσά στην αεράμυνα και επανεξετάζουν τις επενδυτικές δεσμεύσεις που έδωσαν στην Ουάσιγκτον μόλις πριν από λίγους μήνες. Αξιωματούχος του Κόλπου δήλωσε στους Financial Times ότι αρκετές από τις μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής εξετάζουν αν ισχύουν ρήτρες ανωτέρας βίας για υφιστάμενες επενδυτικές δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών προς τις ΗΠΑ. Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία του Κόλπου είναι μεγάλοι επενδυτές σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Η κατεύθυνση των εξελίξεων είναι πλέον αβέβαιη με έναν τρόπο που δεν έχει συμβεί εδώ και δεκαετίες.
Υπάρχει μια μακροπρόθεσμη διαρθρωτική τάση ότι ο πόλεμος απλώς επιταχύνει, αντί να δημιουργεί. Το μερίδιο των αμερικανικών κρατικών ομολόγων που κατέχουν ξένοι επενδυτές είχε ήδη μειωθεί στο 32% περίπου, από το 50% στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Οι κεντρικές τράπεζες έγιναν καθαροί πωλητές στις αρχές του 2025. Για πρώτη φορά από το 1996, οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως κατέχουν συνολικά περισσότερο χρυσό από ό,τι ομόλογα της αμερικανικής κυβέρνησης. Πρόκειται για τάσεις που εξελίσσονταν αργά, και ήταν εύκολο να τις αγνοήσει κανείς ως απλό θόρυβο. Ο πόλεμος με το Ιράν τις κάνει να μοιάζουν πλέον περισσότερο με “σημάδι”.
Η συνήθης καθησυχαστική άποψη είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στα αμερικανικά ομόλογα: καμία άλλη αγορά δεν προσφέρει το βάθος, τη ρευστότητα και τη νομική υποδομή που απαιτούν οι κεντρικές τράπεζες. Αυτό παραμένει αληθές. Οι ξένες κεντρικές τράπεζες δεν θα εγκαταλείψουν μαζικά τα ομόλογα. Όμως το “καμία ρεαλιστική εναλλακτική” και το “αδιαμφισβήτητο ασφαλές καταφύγιο” δεν είναι το ίδιο πράγμα, και ο πόλεμος με το Ιράν αποσαφηνίζει αυτή τη διαφορά.
Η τάση της “φυγής προς την ποιότητα” βασιζόταν πάντα σε μια πολιτική παραδοχή: Ότι σε μια παγκόσμια κρίση, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο σταθεροποιητικός παράγοντας ή ο θεατής, όχι ο το εμπλεκόμενο μέρος. Όμως τα πράγματα αλλάζουν όταν οι ίδιες οι ΗΠΑ είναι αυτές που επιτίθενται, όταν η σύγκρουση είναι εν μέρει πόλεμος της Αμερικής, προκαλώντας το πετρελαϊκό σοκ, κλονίζοντας τις σχέσεις με τον Κόλπο και δημιουργώντας τη δημοσιονομική πίεση που κάνει τους επενδυτές ομολόγων να ανησυχούν για τα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ. Όχι εντελώς. Όχι μόνιμα. Αλλά αρκετά.
Η συμφωνία του Κίσιντζερ του 1974 άντεξε τον Ψυχρό Πόλεμο, τους Πολέμους του Κόλπου, την οικονομική κρίση και μια πανδημία. Δεν επέζησε όμως από αυτό. Ο κύκλος του πετροδολαρίου ήταν πάντα μια πολιτική διευθέτηση με οικονομικό περιτύλιγμα. Τώρα που η πολιτική άλλαξε, ακολουθεί η οικονομία.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου
BloombergOpinion










