Ήταν Τετάρτη, δύο μέρες μετά το δείπνο της Λίτσας προς τιμήν του ελαμίτη Σωτήρη Θράσου, κι εγώ ο έρμος ήμουν ακόμα στο σκοτάδι ως προς τις εξελίξεις.
Είχα όμως το προαίσθημα πως σήμερα θα μάθαινα· και δεν έπεσα έξω. Νομίζω πως έχω την έκτη αίσθηση. Την πέμπτη και μισή για να είμαι ακριβής. Η μέρα στο Ζάλογγο ήταν γενικώς ανιαρή και προβλέψιμη. Γύρω στις τέσσερις ήρθε χαμογελαστός ο Λαυρεντιάδης κρατώντας ένα βαζάκι μαρμελάδα φράουλα για τη Λίτσα.
«Την έφτιαξε η Αφροδίτη με αγνά υλικά και σου την προσφέρω ως ένδειξη ευγνωμοσύνης». Αφροδίτη είναι η εξ Ελλάδος σύζυγός του που είναι χρυσοχέρα και μονίμως θλιμμένη. Τι να πω… Αν ήμουν κι εγώ μια ζωή δίπλα στον Λαυρεντιάδη, θλιμμένος και συντετριμμένος θα ήμουν.
Ο πρόεδρος ήθελε να την ευχαριστήσει διότι η λύση που είχε προτείνει για τον σκόπελο της Πρώτης Απριλίου είχε τελεσφορήσει. Θυμίζω ότι το ΕΛΑΜ διαβίβασε την πρόθεσή του να επισκεφθεί θεσμικά το Ζάλογγο.
Ενόψει εκλογών, θεωρήθηκε ότι αυτό θα διασάλευε τις ισορροπίες εντός σωματείου. Ο γηραιός θεολόγος δεν μπορούσε να τους πει το ναι, δεν μπορούσε να τους πει και το όχι. Η Λίτσα βρήκε τη λύση. Να πεισθεί η πρόεδρος του ΔΗΣΥ να έρθει εκείνη, εξέλιξη που θα εξοβέλιζε προσώρας τον κίνδυνο.
Τη μεσολάβηση έκανε η ποιήτρια ολκής Περσεφόνη Βοσκού που έχει αλισβερίσι με τα υψηλά δώματα της Πινδάρου. Εφόσον της έδωσαν το χρυσό κλειδί του Ζαλόγγου, ας έκανε κι αυτή κάτι. Η κυρία Δημητρίου απάντησε ότι θα ερχόταν για μισή ώρα, ζήτησε όμως να γίνει μια δράση που να είναι αμιγώς ινσταγκραμική.
Κάτι δηλαδή που να προκαλέσει αίσθηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως τότε που είχε γονατίσει πλάι στο μνήμα ως ξύπνια Κοιμωμένη του Χαλεπά.
Ο Λαυρεντιάδης, μανούλα στην τελετουργία, σκέφτηκε ήδη κάτι. Είχε δει σε κάποιο γάμο στα περίχωρα τα ονόματα των νεονύμφων γραμμένα με μεγάλα χρυσά μπαλόνια. Σκέφτηκε, λοιπόν, να γράψει μ’ αυτά το «Ελλάς Κύπρος Ένωσις», να τα καλύψει με ένα λευκό πανί, και να ζητήσει από τη μεγάλη πολιτικό να προβεί στα αποκαλυπτήρια.
«Ποιος επικοινωνιολόγος θα της επιτρέψει να κάνει ένα τέτοιο μοιραίο σφάλμα;» η Λίτσα τον προσγείωσε απότομα. Ήθελε γενικώς να κόψει και τη συζήτηση «γιατί δεν της δίνεις εν πομπή και παρατάξει τις ποιητικές συλλογές της Βοσκού, είναι όλες στο ράφι, ό,τι πρέπει για προσάναμμα». Ο πρόεδρος δεν απάντησε, έφυγε απογοητευμένος και αποφασισμένος να βρει τη λύση.
Η δική μου αγωνία για τον Θράσου θα κρατούσε τρεις ακόμα ώρες. Λίγο πριν το κλείσιμο, καθώς η Λίτσα έπλενε τα τελευταία φλιτζάνια της μέρας, εμφανίστηκε η Γιώτα, πτώμα και αναμαλλιασμένη παρότι κομμώτρια.
Ζήτησε συγγνώμη που δεν είχε πάρει τηλέφωνο να ενημερωθεί για τις γκομενικές εξελίξεις, πνιγόταν στη δουλειά, ήθελε κιόλας να ακούσει τα καθέκαστα διά ζώσης.
Το δείπνο ξεκίνησε ομαλά. Ο Θράσου ήρθε πιο χοτ από ποτέ, έφερε κι ένα κρασί παλαιωμένο σε βαρέλι κέδρου. «Άσε το βαρέλι, προχώρα στο θέμα» είπε η Γιώτα. «Ποιο θέμα, αγάπη μου, μην παίζεις με τον πόνο μου». Δεν πρόλαβαν να πουν τα προκαταρκτικά και χτυπάει η πόρτα. Και ποιος εμφανίζεται παρακαλώ;
Ο Δημήτρης! Ο πρωτότοκος γιος της Λίτσας, ο παντρεμένος με τη Λερναία Ύδρα, τη Νατάσα. Είχαν γίνει μαλλιά κουβάρια με τη λεγάμενη κι ήρθε να κοιμηθεί στης μάνας του. Ο λόγος της σύγκρουσης βαρυσήμαντος. Αν χρειάζονται οι σταφίδες στη φλαούνα. Η Λίτσα δεν είχε κανένα θέμα με την αφορμή του καβγά, παρά μονάχα με τον χειρισμό του τέκνου της «εφόσον ήθελε να φύγει, ας έβρισκε ένα Airbnb!»
Μια τέτοια εξέλιξη υπό κανονικές συνθήκες θα τη χαροποιούσε σφόδρα, εφόσον θέλει να τον δει απαλλαγμένο απ’ την εκμεταλλεύτρια Νατάσα, τώρα όμως ήταν δώρον άδωρον. Γι’ αυτό του συνέστησε να γυρίσει πάραυτα στη γυναίκα του, ειδάλλως θα κατηγορηθεί για εγκατάλειψη συζυγικής στέγης «είμαι νομικός εγώ, ξέρω». «Να πας εσύ!» ανένδοτος ο υιός.
Έτσι, το δείπνο έγινε για τρεις. Πέρασαν τέλεια τα παιδιά διότι γνωρίζονται απ’ την εφεδρεία! Ω, ναι! Υπηρετούν στην ίδια μονάδα της πρωτευούσης. «Αυτή δεν είναι τύχη, Γιώτα μου, είναι οι δέκα πληγές του Φαραώ…
Να έχω εκεί το τεκνό αναξιοποίητο, σαν το τρυπάνι στην κυπριακή ΑΟΖ». Η κομμώτρια δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει. «Εσύ, αγάπη μου, και πεζή παίρνεις πρόστιμο από κάμερα φωτοεπισήμανσης, μεγάλη γκίνια».
Εγώ από την άλλη έμεινα, πώς το λένε, εντελώς speechless.
Ελεύθερα, 29.03.2026










