Η βραβευμένη Κύπρια συγγραφέας, φιλόλογος και κορυφαία αγωνίστρια της ΕΟΚΑ, ανατρέχει σε όσα τη διαμόρφωσαν και σφυρηλάτησαν τη δυναμική προσωπικότητά της, μέσα στα χρόνια.
–Θα ξεκινήσω κάπως αλλιώς τη συζήτησή μας, λόγω των ημερών –από τον αγώνα της ΕΟΚΑ, στην οποία ήσασταν μέλος. Την Τετάρτη συμπληρώνονται 71 χρόνια από την έναρξη του Απελευθερωτικού μας Αγώνα. Τότε εσείς, έφηβη ακόμη, φοιτούσατε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου. Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε τότε, ώστε να ενταχθείτε δυναμικά στην Οργάνωση, και μάλιστα, τον Ιούνιο του 1956 να ανατινάξετε, μαζί με μια συμμαθήτριά σας, και ένα ξενοδοχείο; Η γενιά μου μεγάλωσε με ένα όνειρο: Το όνειρο της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Φοιτήσαμε σε ένα Δημοτικό, βέβαια, που λειτουργούσε με το πρόγραμμα του Γραφείου Παιδείας της Αγγλικής Διοίκησης και διδασκόμαστε για εθνικό ύμνο «Τον βασιλέα μας κοινόν πατέρα μας, σώσε Θεέ», αλλά από το σπίτι μας και την Εκκλησία μαθαίναμε να ψάλλουμε το «Σε γνωρίζω από την κόψη». Υπήρξαμε μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου από το 1950 έως το 1956 και το Γυμνάσιο ήταν ένα «εθνικό φυτώριο» την εποχή εκείνη, έτσι θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω. Είχαμε εθνική διαπαιδαγώγηση σε όλους τους τομείς και με όλους τους τρόπους, μέσα στην τάξη, σε όλα τα μαθήματα, από τα Ελληνικά ως τη Φυσική και τη Χημεία, αλλά ακόμη και με τα τραγούδια, τους ελληνικούς χορούς, τις παρελάσεις, τα εμβατήρια… Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ζήσαμε και αυτό εξηγεί νομίζω την αντίδραση των μαθητών του Γυμνασίου στον αγγλικό σημαιοστολισμό της πόλης και την ύψωση των αγγλικών σημαιών στα κορινθιακά προπύλαια του Γυμναστηρίου για τη στέψη της Ελισσάβετ. Η Πάφος ήταν η μόνη πόλη της Αυτοκρατορίας στην οποία δεν έγινε ο εορτασμός για τη στέψη. Μετά από τα γεγονότα αυτά, ακολούθησαν δυο χρόνια αντίστασης των μαθητών στην κατοχή του γυμνασίου από τους Άγγλους. Θεωρώ πως μας είχε δοθεί η ευκαιρία προετοιμασίας για τον μεγάλο Αγώνα. Νομίζω η περιγραφή της εποχής όπου ζήσαμε την εφηβεία μας, δίνει και την απάντηση στην ερώτησή σας. Ήταν αδύνατο οι ευαίσθητες εφηβικές ψυχές να μείνουν ασυγκίνητες και αμέτοχες, στον μεγάλο Αγώνα που ακολούθησε.
–Οι γονείς σας πώς αντιμετώπιζαν τη δράση σας; Δεν φοβόντουσαν για εσάς; Ας μην ξεχνάμε, ήσασταν ένα κορίτσι στην εφηβεία… Σίγουρα ανησυχούσαν οι γονείς μας. Εγώ προσωπικά κατάφερνα να διαφεύγω της προσοχής τους και με διάφορα προσχήματα να κινούμαι με κάποια ελευθερία. Κατάφερα να μην υποπτεύονται τη δράση μου. Ήμουν, άλλωστε, μια μαθήτρια που κοίταζε πάντοτε τα μαθήματα της κι αυτό νομίζω τους καθησύχαζε. Έτσι και όταν τοποθετήσαμε τη βόμβα στο ξενοδοχείο όπου έμεναν πολλοί Άγγλοι αξιωματικοί με τη συμμαθήτρια μου, Κλεοπάτρα Φοινιέως-Κοτσώνη, κανένας δε με υποπτεύθηκε. Το ξενοδοχείο ανήκε στο σύζυγο της αδελφής του πατέρα μου και είχα το ελεύθερο να μπαινοβγαίνω σ’ αυτό. Ήταν απέναντι από την Αστυνομία και γι’ αυτό μέσα σ’ αυτό θεώρησαν ότι μπορούσαν να είναι ασφαλείς. Είχα, όμως, προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις κινήσεις μου και γι’ αυτό κανένας δεν μας υποπτεύθηκε, εκτός από τον πατέρα μου που αμέσως μού έβγαλε πάσο και μ’ έστειλε για σπουδές στην Αθήνα.
–Πώς έχετε σήμερα στο μυαλό σας, επτά δεκαετίες μετά, εκείνα τα χρόνια; Μήπως τα εξιδανικεύουμε λιγάκι; Μήπως δεν ήταν τόσο «αγνά» όσο πολλοί τα παρουσιάζουν σήμερα; Ο Αγώνας τον οποίο εγώ έζησα ήταν ό,τι αγνότερο και υψηλότερο μπορούσε να υπάρχει. Δεν μπορώ να ξέρω τι συνέβαινε σε ανώτερα κλιμάκια του Αγώνα -ήμουν μόλις 17 χρονών όταν ορκίστηκα-, αλλά αυτό που εγώ έζησα δεν είχε σχέση με οτιδήποτε ταπεινό και κατώτερο – με καμιά υποκρισία, με καμία υστεροβουλία, με καμία δόλια επιδίωξη· ήταν αγνός πατριωτισμός. Ήμασταν όλοι έτοιμοι, όσοι ενταχθήκαμε στην ΕΟΚΑ, να δώσουμε και τη ζωή μας για το μεγάλο σκοπό. «Είναι ωραίο να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα», έγραψε ο Ευαγόρας κι αυτό πιστεύαμε όλοι τότε.
–Επειδή τον αναφέρατε, θα ήθελα να σταθούμε στον Ευαγόρα, ο οποίος υπήρξε και συμμαθητής σας. Τι θυμάστε από εκείνον; Πώς ήταν διαμορφωμένος ο χαρακτήρας του; Ο Ευαγόρας δεν ήταν σίγουρα ο «συνηθισμένος» έφηβος. Ήταν ο διαφορετικός. Καλός μαθητής ως την Γ’ Γυμνασίου, σεμνός και συνεσταλμένος, περνούσε σχεδόν απαρατήρητος· είχε κατεβεί από την Τσάδα για να φοιτήσει στο Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου. Μετά την εξέγερση, όμως, των μαθητών και τη ματαίωση των εορτασμών για τη στέψη, μεταμορφώνεται στον επαναστατημένο έφηβο με το αδούλωτο πνεύμα και την άρνηση να συμβιβασθεί με τη νέα τάξη πραγμάτων που επέβαλαν οι Άγγλοι στο Γυμνάσιο. Ριψοκίνδυνος, ανυποχώρητος με πρωτοβουλία και μαχητικότητα, σεμνός όμως πάντοτε και ολιγόλογος. Ποτέ δεν επεδίωξε να εντυπωσιάσει με τις πράξεις του.
–Οι σχέσεις του με τους συμμαθητές του, με όλους εσάς δηλαδή, πώς ήταν; Με τους συμμαθητές του ήταν πάντοτε καταδεκτικός και με χιούμορ. Λίγα λόγια, αλλά με περιεχόμενο. Σκέφτομαι π.χ., τώρα που τον φέρνω στο μυαλό μου, να κουβεντιάζει με τις ώρες μ’ ένα κορίτσι που ασφαλώς του άρεσε, στη λιμνούλα του έρωτα– είχε το θάρρος να ξεπερνά τις συνήθειες της εποχής του· μιας εποχής που μόνο με κρυφά βλέμματα εκφράζαμε τα συναισθήματα μας. Ο Ευαγόρας ήταν ο άνθρωπος που τον δονούσαν πολύ δυνατά, οι μεγάλες δυνάμεις της ζωής. Έντονα ερωτικός, όταν κλήθηκε όμως να επιλέξει, πρόσφερε αδίστακτα τη μοναδική ζωή του στην ιδέα της ελευθερίας.
–Θυμάστε κάτι χαρακτηριστικό από την προσωπική σας επαφή μαζί του; Μιλούσαμε πολύ, αλλά πάντα για τον Αγώνα και την εξέλιξή του. Ήταν αισιόδοξος. Από το βουνό μου έστειλε, μέσω κάποιου κοινού φίλου, ένα σύντομο γράμμα, όπου πάλι υπογράμμιζε την πεποίθησή του για την αίσια έκβαση του Αγώνα. Είχε, όμως, επίγνωση των δυσκολιών! Στο Λεύκωμά μου, που μού έγραψε λίγες μέρες πριν βγει στο βουνό, έγραφε:«Είν’ η ζωή έν’ ανήφορο / Και ‘μεις οι στρατοκόποι, / Παρέα μας είν’ οι κόποι / Κι ο πόνος ο βαρύς…/ Πηγαίνοντας θα κουραστείς / Μπορεί να μετανιώσεις / Μα φθάνοντας θα νιώσεις / Για πρώτη σου φορά / Την ευτυχία που ζήταγες / Μαζί με τη χαρά».
–Γνωρίζατε ότι έγραφε ποιήματα; Είχε, αν θυμάστε, το θάρρος να σας δίνει κάποια από αυτά να διαβάσετε ή σας τα απήγγελε; Το γνωρίζαμε, αλλά ποτέ δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας για να μας διαβάσει ποιήματά του και να μας εντυπωσιάσει. Μπορώ να πω ότι, ως ποιητή, μάς τον παρουσίασε ο φιλόλογός μας, στην πέμπτη γυμνασίου. Κάποια φορά μας διάβασε τη «Χαρά» του Γρυπάρη κι ένα άλλο ποίημα που μιλούσε για τη χαρά και μας ζήτησε να τα συγκρίνουμε – κι εμείς διαλέξαμε το δεύτερο. Και τότε μας αποκάλυψε πως ήταν του Ευαγόρα!Αργότερα, ως φιλόλογος καθηγήτρια πλέον, μελέτησα προσεκτικά τα ποιήματά του. Ένας πραγματικός ποιητής! Οι Άγγλοι, στις 14 Μαρτίου 1957, κρέμασαν έναν ποιητή! Στην πολύχρονη εκπαιδευτική μου σταδιοδρομία, συνάντησα μαθητές και μαθήτριες, που έγραφαν ωραίους στίχους, ποτέ όμως κάτι εφάμιλλο της αισθητικής ποιότητας, της ευρύτητας και της ποικιλίας που παρουσιάζει η ποίηση του Ευαγόρα.

–Πώς μάθατε για τον απαγχονισμό του; Όσοι από τους συμμαθητές του, σπουδάζαμε τότε στην Αθήνα, ζούσαμε μέσα σε μαύρη απελπισία όλες εκείνες τις ημέρες της δίκης του και περιμέναμε με αγωνία τη χάρη από τον Κυβερνήτη. Όταν μαθεύτηκε το τέλος, μαζευτήκαμε οι φοιτητές στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, για να διαμαρτυρηθούμε για το πρωτοφανές έγκλημα. Κάποιος βγήκε στο βήμα και άρχισε να απαγγέλλει το ποίημα «Θα πάρω μιαν ανηφοριά….».«Πού βρέθηκε αυτό το ποίημα;» ρώτησα κάποιον που βρισκόταν δίπλα μου. «Αυτό το ποίημα το άφησε σ’ εμάς». Εκείνος με κοίταξε αδιάφορα και άρχισε να φωνάζει ρυθμικά με τους άλλους: «Αθάνατος!». «Ο Παλληκαρίδης θα είναι το σύμβολο της σπουδάζουσας νεολαίας, ο ήρωάς της» φώναξε από το μικρόφωνο, ένας ομιλητής. Τότε κατάλαβα πως ο Ευαγόρας, δεν ήταν πια «ο συμμαθητής μου». Είχε γίνει πια συμμαθητής όλων των Ελλήνων.Όπως είναι γνωστό, το ποίημα «Θα πάρω μιαν ανηφοριά…», το αφήνει στους συμμαθητές του και καλεί όποιον θελήσει να τον βρει «ας πάρει μιαν ανηφοριά, ας πάρει μονοπάτια…». Σε ένα ποίημά μου με την επικεφαλίδα «Απολογία», γράφω τους παρακάτω στίχους: «Για σένα οι ανηφοριές και τα ανεβάσματα, / Για μας δόλιχοι δρόμοι, κακοχαραγμένοι./ Αθάνατος εσύ μεσ’ την αιώνια ομορφιά/Και μεις με των ωραίων ιδανικών, το μοιρολόι».
–Το τέλος του Αγώνα και η Ανεξαρτησία με τι συναισθήματα σας βρήκε; Δεν υπήρξε, όπως συνέβη σε όλους τους αγωνιστές, κανένας ενθουσιασμός. Από την άλλη, θα ήταν ψέμα να ισχυριστούμε πως δεν νιώσαμε και μια ανακούφιση. Σταμάτησαν, επιτέλους, οι φυλακές, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις. Την Ανεξαρτησία την είδαμε ως σταθμό. Η Ένωση άλλαξε όνομα, έγινε προαιώνιος πόθος, αλλά μέσα μου, εγώ τουλάχιστον, ποτέ δεν την αντικατέστησα με την ανεξαρτησία. Μόνο ως σταθμό τη θεώρησα και ήλπιζα στο «κράτος του Θεού», που μας υποσχέθηκε ο Μακάριος.
–Υπήρξε ποτέ, κάποια στιγμή στη ζωή σας, που να αισθανθήκατε πως ο Αγώνας κατά των Άγγλων το 1955, έγινε τελικά χωρίς αντίκρισμα, αφού η «Ένωση» μεταβλήθηκε σε «Ανεξαρτησία»; Ξέρω ότι πολλοί λένε πως «ο Αγώνας της ΕΟΚΑ, ήταν λάθος». Ότι αργά ή γρήγορα, οι Άγγλοι θα μας παραχωρούσαν Ανεξαρτησία. Ποτέ, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «λάθος» ένας αγώνας για ελευθερία! Σίγουρα ο υπέροχος εκείνος Αγώνας, δεν έδωσε το αποτέλεσμα για το οποίο ξεκίνησε. «Η μοίρα ενός ανθρώπου που ξαστόχησε» – έτσι τουλάχιστον νιώθω εγώ. Δεν θα αποδώσω, αυτή τη στιγμή, ευθύνες. Θεωρώ, όμως, πως δε δείξαμε όση έπρεπε σοβαρότητα στους χειρισμούς μας. Παίξαμε εν ου παικτοίς. Και αποτύχαμε. Ωστόσο, ο Αγώνας εκείνος υπήρξε -και είναι- σημείο αναφοράς για τις επερχόμενες γενιές. Άφησε πίσω του, έναν Αυξεντίου, έναν Παλληκαρίδη, έναν Μάτση, έναν Καραολή και τόσους άλλους… Μεγάλη κληρονομιά για ένα μικρό νησί, όπως η Κύπρος.
–Στις οδούς «Γαλατείας και Πυγμαλίωνος» -έτσι τιτλοφορείται και το επιτυχημένο βιβλίο σας- βρισκόταν το πατρικό σας σπίτι, το οποίο καταστράφηκε από τον μεγάλο σεισμό του 1953. Πώς έχετε στο μυαλό σας εκείνα τα χρόνια, τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 στην Κύπρο, σε εκείνες τις οδούς, αλλά και γενικότερα στην Πάφο; Η Πάφος του 1940 και 1950, ήταν μια άλλη Πάφος. Μια κλειστή κοινότητα -όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας-, με ανθρώπους που αγαπούσαν πολύ τα γράμματα, ήσαν εργατικοί και λιτοδίαιτοι, φιλότιμοι και λάτρευαν την Ελλάδα. Τα δυο σημαντικά σχολεία της εποχής, Δημοτικό και Γυμνάσιο, υπήρξαν δωρεά στην πόλη και την επαρχία από τους δυο Δημάρχους, τον Νεόφυτο Νικολαΐδη και Νικόλα Νικολαΐδη, -θείο και ανιψιό-, χτισμένα σε κλασικό ρυθμό. Σπουδαίοι γυμνασιάρχες, ο Μικρασιάτης Πασχάλης Πασχαλίδης και ο Παφίτης Παύλος Παυλίδης, έπλασαν καλούς Έλληνες και τίμιους πολίτες. Ο λόγιος Λοΐζος Φιλίππου με το Γυμναστικό Σύλλογο Κινύρα, προσπαθούσε να καλλιεργήσει πνευματικά την κοινότητα. Πολλοί αξιόλογοι ομιλητές φιλοξενήθηκαν στην αίθουσα του Κινύρα, που ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη. Και τέλος, ο δήμαρχος Χριστόδουλος Γαλατόπουλος με τα έργα του, τη Βιβλιοθήκη, την πλατεία της 28ης Οκτωβρίου και την πλατεία του Έρωτα, όπου και η προτομή του Παλαμά, έκανε την πόλη, όπως έλεγαν τότε «μικρό Παρίσι». Αυτός καθιέρωσε και τις Παλαμικές Γιορτές. Ο Σωτηράκης Μαρκίδης, μαζί με τον αδερφό του, Κώστα, έγραψαν αξιόλογες επιθεωρήσεις που τις παρουσίασαν σε όλε τις πόλεις της Κύπρου. Είχε, τότε, η Πάφος μια απίστευτη πνευματικότητα.

–Είναι μια άλλη πόλη πια η Πάφος; Νομίζω πως αυτό το αποτυπώνετε και στο βιβλίο σας «Θεοδούλου Λίμιτεδ»… Η Ανεξαρτησία ανέτρεψε τα πάντα. Τα ενδιαφέροντα πια του κόσμου στράφηκαν στον πλουτισμό και την ευμάρεια. Επειδή χάθηκαν το 1974 δυο σημαντικές πόλεις της Κύπρου, η Κερύνεια και η Αμμόχωστος, αναπτύχθηκε τουριστικά η Πάφος. Με δεκάδες πολυτελή ξενοδοχεία, μέσα σε λίγα χρόνια. Κάποτε γνωρίζαμε ο ένας τον άλλο. Τώρα νιώθουμε, οι παλαιότεροι, ως ξένοι μέσα στην ίδια την πόλη μας. Χάθηκε, δυστυχώς, κι εκείνη η πνευματική ανάπτυξη. Η Πάφος είναι πια μια τουριστική πόλη, όπως και τόσες άλλες, όπου δεν μπορούμε πιά να μιλούμε για πνευματικά ενδιαφέροντα.
–Ως καθηγήτρια και σε σχολεία, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, θα ήταν ενδιαφέρον να μας κάνατε και μία σύγκριση για τους μαθητές της δεκαετίας του ’50 με εκείνους των ετών μετά την εισβολή – ή ακόμη και με τα σημερινά παιδιά. Τι διαπιστώνετε; Από το 1986 αφυπηρέτησα και δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς γίνεται στα σχολεία. Πολλοί κατηγορούν καθηγητές και μαθητές, πως δεν έχουν πια καμία σχέση με εκείνους της παλαιότερης εποχής. Δεν θέλω να το πιστέψω! Σίγουρα τα σημερινά παιδιά κρατούν ένα τηλέφωνο, κι όπου κι αν βρεθούν με εκείνο ασχολούνται. Το internet έχει κατακτήσει το σύμπαν. Οι νέοι δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για όσα συμβαίνουν στον τόπο τους και δεν τους απασχολεί το μέλλον της Κύπρου. Τι πιστεύω; Οι νέοι είναι πάντα νέοι και η καρδιά τους λαχταρά κάτι το υψηλό και ανώτερο. Εάν στο μέλλον βρεθεί κάτι που θα τους συγκινήσει και θα μιλήσει στις καρδιές τους, πιστεύω ότι θα δώσουν το «παρών», εάν τους ζητηθεί.
–Έχετε ζήσει τις μεγάλες ιστορικές περιόδους της Κύπρου. Το μέλλον του τόπου μας πώς το οραματίζεστε; Οραματίζομαι μια ελεύθερη Κύπρο, όπως και κάθε Κύπριος νομίζω. Εάν αυτό κάποτε θα επιτευχθεί, δεν ξέρω. Εκείνο που εύχομαι όμως, είναι να διατηρήσουμε την εθνική μας συνείδηση, ό,τι κι αν πρόκειται να συμβεί. Και, προπαντός, πρέπει να διαφυλάξουμε, ως κόρην οφθαλμού, την ελληνική μας γλώσσα. Για τη γλώσσα ανησυχώ, μ’ όλη αυτή τη χρήση του internet που μπήκε στη ζωή των νέων, κυρίως, ανθρώπων. Εδώ είναι που πρέπει να δείξουν τη μεγαλύτερη προσοχή Υπουργεία, Σχολεία και εκπαιδευτικοί. Αν χαθεί η γλώσσα, έχουν όλα χαθεί.
–Όση ώρα μιλάμε, αναρωτιέμαι: πώς γίνεται κανείς συγγραφέας, κυρία Σμυρλή; Είναι κάτι που «φέρει» μαζί του από τη γέννησή του ή διαμορφώνεται μέσα στα χρόνια; Δεν είμαι από τους συγγραφείς που έγραφαν ποιήματα και διηγήματα από την παιδική τους ηλικία. Η πραγματική ανάγκη να γράψω, ήρθε σε μένα μετά το 1974 και τη μεγάλη καταστροφή. Μπορεί να καταλάβει κανείς σε τι οδύνη και απελπισία οδηγήθηκε ένας άνθρωπος που, από 17 χρονών, είχε αγωνιστεί για την Ένωση. Έπρεπε κάτι να κάνω για να μπορέσω να ζήσω. Κι αυτό που βρήκα ήταν το γράψιμο. Να γράψω όσα έζησα, να τα βγάλω από μέσα μου· ίσως μπορέσω να αναπνεύσω. Κι έτσι άρχισα με «Τον καιρό του Αγώνα, μνήμες από την Πάφο του 1955-56».
–Απ’ όλα τα έργα σας, εκείνο στο οποίο βρίσκεστε πιο πολύ εσείς η ίδια μέσα του, ποιο είναι; Βρίσκομαι μέσα στον Αριστείδη, νομίζω, τον ήρωα μου στο έργο μου «Επιστροφή του Αγαπήνορα». Επιστρέφει κι εκείνος μετά από χρόνια στην Κύπρο, αφού την εγκατέλειψε όπως κι εγώ, το ‘74 και νιώθει την μεγάλη απογοήτευση, γι’ αυτό που αντικρύζει: η Κύπρος παραδομένη στον τουρισμό, και με κυρίαρχο στόχο πια το κέρδος!.
–Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι νεότεροι στο μέλλον; Θέλω να σκέφτονται τη γυναίκα που έζησε μια μοναδική εφηβεία με ωραία ιδανικά κι είχε την ατυχία να τα δει όλα να διαψεύδονται και να γκρεμίζονται, που δεν είναι, όμως, απαισιόδοξη και διατηρεί στο βάθος της ψυχής τη βεβαιότητα, πως η εθνική συνείδηση δε θα χαθεί σ’ αυτόν τον τόπο.
- Η 4η έκδοση του μυθιστορήματος της Αγγελικής Σμυρλή «Γαλατείας και Πυγμαλίωνος» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Εν Τύποις».










