Η προσοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων είναι στραμμένη στον κίνδυνο να προκληθεί τεράστια κοινωνική πίεση από τις συνεχιζόμενες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και στην ηλεκτρική ενέργεια, καθώς ήδη το πετρέλαιο καταγράφει αύξηση 50% από την περίοδο πριν τον πόλεμο και περίπου εκεί είναι και η αύξηση στο φυσικό αέριο.
Όμως, στη Σύνοδο Κορυφής την Πέμπτη δόθηκε συνέχεια στη συζήτηση για κρίσιμα ενεργειακά θέματα που προϋπήρχαν του πολέμου και αγγίζουν στόχους για θεσμικές αλλαγές.
Η ακριβή ενέργεια από συμβατικά καύσιμα παραμένει σοβαρός πονοκέφαλος για την ΕΕ από το 2022, όταν εκδηλώθηκε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μειώθηκε δραματικά το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο που έφθανε στις ευρωπαϊκές αγορές και έγινε η στροφή προς το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, σε σημαντικά υψηλότερη τιμή.
Ο περαιτέρω κλονισμός της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, σε συνδυασμό με τον δασμολογικό πόλεμο από τις ΗΠΑ ενέτειναν τη συζήτηση για φθηνότερη ενέργεια στους κόλπους της Ένωσης.
Στα συμεπράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 19/3/26 καταγράφεται έκκληση των ηγετών προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «να υποβάλει πρόταση για επανεξέταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (EU ETS – European Union Emissions Trading System) το αργότερο έως τον Ιούλιο του 2026, για τη μείωση της αστάθειας στην τιμή των εκπομπών άνθρακα και για τον μετριασμό των επιπτώσεων τής εν λόγω αστάθειας στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας».
Αρκετές χώρες της ΕΕ ζητούν μείωση της επιβάρυνσης για αγορά δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, η οποία «φορτώνει» την τελική τιμή του ηλεκτρισμού, για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Κάποιες χώρες, όπως Ιταλία και Πολωνία και σε κάποιο βαθμό η Αυστρία και η Γερμανία (της οποίας η βιομηχανία τα βρήκε μπαστούνια από την ακριβή ενέργεια) ζητούν ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του «χρηματιστηρίου ενέργειας» ή ακόμα και αναστολή λειτουργίας του.
Άλλες χώρες (π.χ. Γαλλία και Ισπανία) συμφωνούν μεν για μερική διαφοροποίηση του τρόπου πλειστηριασμού των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, ώστε κατά προτεραιότητα να μειωθεί η επιβάρυνση στις βιομηχανίες, αλλά δεν συγκατατίθενται στην αναστολή του συστήματος εμπορίας αερίων, καθώς το θεωρούν αναπόσπαστο εργαλείο για ευόδωση των στόχων για ενεργειακή μετάβαση.
Για λόγους που έχουν να κάνουν και με τη σύνθεση του ενεργειακού μείγματος για την ηλεκτροπαραγωγή τους, οι δύο μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ, Γερμανία και Γαλλία, εμφανίζονται για την ώρα να μην έχουν ταυτόσημες θέσεις. Και οι δύο ευνοούν τη διατήρηση του ETS, όχι όμως ως έχει. Η Γαλλία -έχοντας σημαντικό ποσοστό παραγωγής από πυρηνική ενέργεια- ευνοεί την εισαγωγή μηχανισμού που θα παρεμβαίνει για να ελέγχει τις τιμές ανά τόνο (αποδεχόμενη ανώφλι και κατώφλι στις τιμές CO2), ενώ η Γερμανία ευνοεί πιο ουσιαστικές αλλαγές, ώστε η βιομηχανία (της) να απολαύσει φθηνότερο ηλεκτρισμό.
Άλλες χώρες πιέζουν για παραχώρηση πρόσθετων δωρεάν δικαιωμάτων για τους ρύπους, ώστε να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα βιομηχανιών τους. Ήδη η κυβέρνηση Μελόνι στην Ιταλία έχει προωθήσει νομοθετικά μέτρα που απαλλάσσουν την ηλεκτρική ενέργεια από μεγάλο μέρος του κόστους των ρύπων (το οποίο καταβάλλει το κρατικό ταμείο, στο οποίο όμως θα εισρεύσουν αυξημένα ποσά από πρόσθετη φορολόγηση ενεργειακών επιχειρήσεων).
Δεν είναι γνωστή επίσημα η τελική θέση που θα τηρήσει η Κύπρος. Σε γενικές γραμμές τάσσεται θετικά προς την τροποποίηση του ETS και τη μείωση του κόστους των ρύπων στον τελικό καταναλωτή. Από το 2020 έως και το 2024 το κόστος των ρύπων για τις τσέπες των καταναλωτών ηλεκτρισμού στην Κύπρο υπολογίζεται σε ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Αν συνυπολογίσουμε το 2025 και 2026, θα πλησιάσουμε το 1.5 δισ., χωρίς να υπάρχουν στον ορίζοντα προοπτικές για μείωση αυτού του απεχθούς βάρους μέσω της εισαγωγής φυσικού αερίου.
Πάντως, μετά από μια σημαντική κορύφωση της τιμής του τόνου CO2 τον Γενάρη του 2026 (είχε ανέβει στα 92 ευρώ τον τόνο), σήμερα, μετά τις πρώτες επιδράσεις από τον πόλεμο κατά του Ιράν, οι τιμές έπεσαν στα 68 ευρώ.
Η στήλη εκτιμά ότι η κυπριακή Κυβέρνηση θα στηρίξει την έγκριση αλλαγών στο ETS, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου συμβιβασμού, για τη διατήρηση μεν του ETS, αλλά με νομικά φρένα για χαμηλότερες τιμές CO2, ώστε να αναπνεύσουν τα κυπριακά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.









