Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του νέου του (δίτομου) έργου, ο βετεράνος πολιτικός και αγωνιστής αποτυπώνει, με τις γνώσεις του, την βαθιά κριτική του σκέψη και την μεγάλη του εμπειρία, σε μία σπάνιά του πια συνέντευξη, όσα πολύ καλά γνωρίζει -και μπορεί να προβλέψει- σε σχέση με την Ιστορία του τόπου μας, τις αιτίες και τα πραγματικά γεγονότα.
-Έχοντας προηγηθεί τα βιβλία σας «Κύπρος 1950-1959. Το τέλος του αλυτρωτισμού», «Κυπριακή δημοκρατία 1959-1964», και «Κυπριακή Δημοκρατία 1964-1967: Από την στρατικοποίηση στη στρατοκρατία», πού θα τοποθετούσατε την αρχή όλων των δεινών για την Κύπρο, τα οποία με τόση λεπτομέρεια περιγράφετε στις 1000 περίπου σελίδες του νέου δίτομού σας έργου – το «σημείο μηδέν»; Μήπως από την αρχή κιόλας της «γέννησης» της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960; Το πραξικόπημα της χούντας και η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο ήταν ό,τι πιο τραγικό συνέβη στα 11000 χρόνια της Ιστορίας της. Γιατί, μέσα από περιπέτειες, δυστυχίες και κατοχές παρέμενε πάντα ένα νησί όπου συμβίωναν άνθρωποι και πολιτισμοί.
Αυτό που τώρα συμβαίνει με τη διαίρεση σε βορρά και νότο και το φυλετικό και θρησκευτικό διαχωρισμό, δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία της – μια διαίρεση που την προκάλεσαν Έλληνες αξιωματικοί που έστρεψαν τα όπλα της κυπριακής Εθνοφρουράς εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας· πράξη που επέτρεψε στην Τουρκία να εισβάλει και να κατακτήσει το 37% του εδάφους της, ν’ αλλοιώσει τη δημογραφική της σύνθεση και να συρρικνώσει τον κυπριακό ελληνισμό στο νότο, αποτελεί μοναδικό και πρωτοφανές γεγονός στην Ιστορία της: Οι Ελληνοκύπριοι ν’ αποτελούν πια ένα θύλακα στην Ανατολική Μεσόγειο, μακριά από τις εστίες τους που τις ρίζες τους ανιχνεύουμε από την εποχή του Τρωικού πολέμου.
Ό,τι, όμως, συνέβη δεν ήταν ένα μεμονωμένο συμβάν, δεν ηταν ένας κεραυνός που έπληξε την Κύπρο και το λαό της. Ήταν το αποκορύφωμα μιας διαδρομής, με μια συσσώρευση απωλειών από τη δεκαετία του 1950 και που κατέληξε στην καταστροφή του 1974. Δεν αντιληφθήκαμε το αμετακίνητο των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και δεν στηρίξαμε την Κυπριακή Δημοκρατία . Σίγουρα δεν είναι γι’ αυτό που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν τα παιδιά του λαού μας. Γιατί οι αγώνες και οι θυσίες γίνονται για ένα ιδανικό, όμως το αποτέλεσμα είναι πάντα συμβατό με το «δυνατόν γενέσθαι». Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου πρόσφεραν τη δυνατότητα της ανεξαρτησίας για δεύτερη φορά στα 2000 χρόνια της Ιστορίας της Κύπρου, όμως περιλάμβαναν και υπαρξιακούς κινδύνους. Μια διαπίστωση που καλούσε λαό και ηγεσία να τους αντιμετωπίσει με ρεαλισμό και φαντασία. Αντί γι’ αυτό, νομίσαμε ότι η καταστροφή των Συνθηκών θα ήταν νίκη. Με τη συνταγματική κρίση και τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, η Κύπρος μπήκε σε μια περιπέτεια που ως αποτέλεσμα έχει τη σημερινή τραγική κατάληξη. Θα μπορούσαμε να υπερβούμε τις αδυναμίες των Συνθηκών και να επιβιώσει το δικοινοτικό κράτος του 1960. Χαρακτηριστικό αυτής της δυνατότητας είναι το γεγονός ότι σε ώρες κρίσης ή νηφάλιας κρίσης, οι ηγέτες αναζήτησαν την επιστροφή στις Συμφωνίες. Ήταν, όμως, αργά πια και ο χρόνος έφθειρε τις δυνατότητες και άλλαξε τα δεδομένα.
-Ξέρετε, μελετώντας όσα γράφετε, δεν σας κρύβω πως σε πολλά κεφάλαια μου ερχόταν στο μυαλό ο στίχος εκείνος του Σαββόπουλου, που λέει: «Το άδειο μας πρόσωπο / η Κύπρος το πληρώνει». Κι αναρωτιέμαι: Χωρίς τις «εξωτερικές» παρεμβάσεις των Αθηνών και των εδώ συμμάχων τους, ήταν προδιαγεγραμμένο πως η Κύπρος θα οδηγείτο στην καταστροφή του 1974, έτσι κι αλλιώς, λόγω των διαχρονικών σχεδίων της Τουρκίας; Ναι! Ήταν γνωστές τόσο οι αδυναμίες του ελληνικού παράγοντα λόγω του εμφυλίου και των ξένων εξαρτήσεων και ήταν γνωστές οι θέσεις της Τουρκίας, η αντίθεσή της στην Ένωση και οι επεκτατικές της βλέψεις στην Κύπρο. Το ερώτημα που εγείρεται είναι: Τι κάναμε για να τα υπερβούμε και να διαφυλάξουμε την Κύπρο; Αντίθετα, Ελλάδα και Κύπρος, παραγνωρίζοντας την προηγούμενη εμπειρία, μείναμε προσκολλημένοι και μετά τις διακοινοτικές ταραχές σε μια ανεδαφική πολιτική Ένωσης. Παραγνωρίσαμε τον κίνδυνο από την Τουρκία και προσδεθήκαμε πιο πολύ στο ελληνικό σύστημα και μάλιστα στο πιο αδύναμό του σημείο, το στρατιωτικό.

-Σε μια ειλικρινή αυτοκριτική του «υλικού» από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, θα λέγατε πως αυτό που μας κόστισε και μας οδήγησε στα τραγικά γεγονότα του 1974 ήταν, τελικά, η μη ρεαλιστική εκτίμηση των γεγονότων -η σχεδόν, «αφέλειά» μας-, ο βαθύς συναισθηματισμός μας, οι αιθεροβάμονες βλέψεις μας και οι εκτός πραγματικότητας προσεγγίσεις μας; Αυτό είναι ομολογημένο. Δεν αντιληφθήκαμε ότι το δικτατορικό καθεστώς της Ελλάδας ήταν μια εκτροπή που απομόνωνε και εξασθένιζε τη χώρα. Θεωρήσαμε τη δικτατορική στρατιωτική κυβέρνηση ως μια ακόμη ελληνική κυβέρνηση με την οποία έπρεπε να «συνεργαστούμε». Πράγμα που δεν ήταν δυνατό. Γνωστή ηταν η υπονομευτική συμπεριφορά των στρατιωτικών πριν από το πραξικόπημα και έγινε απόλυτα αισθητή αμέσως μετά την 21η Απριλίου 1967. Έκδηλη ήταν η εχθρότητά της έναντι του Αρχ. Μακάριου Γ’ και της αδέσμευτης πολιτικής του. Με δηλώσεις και απειλές επεζήτησε την επιβολή των δικών της, εκτός πραγματικότητας, αντιλήψεων. Οι θέσεις της ότι η Ένωση επίκειται φανέρωνε πολιτική ακρισία και αδυναμία κατανόησης της κυπριακής ιδιαιτερότητας.

-Επομένως, έχοντας βιώσει όλα τα ιστορικά γεγονότα από το 1967 έως το 1974, τα οποία αναφέρετε με λεπτομέρειες στο δίτομο έργο σας, η κύρια ευθύνη μας, ως Ελληνοκύπριοι, σε όσα ακολούθησαν, μήπως ήταν ότι υποτιμήσαμε τους κινδύνους – των Χουντικών, του κυπριακού προβλήματος, των ξένων συμφερόντων, της Τουρκίας; Και τα δύο σημεία που αναφέρετε είναι τεκμηριωμένα. Ο Αρχ. Μακάριος Γ’ πίστευε ότι δε θα έκαναν πραξικόπημα γιατί, όπως επανειλημμένα δήλωσε, πίστωνε τους χουντικούς αξιωματικούς με περισσότερο πατριωτισμό. Δεν θεωρούσε, ακόμη, πιθανή την τουρκική εισβολή γιατί θα την εμπόδιζαν οι Η.Π.Α., ώστε να προλάβουν ελληνοτουρκικό πόλεμο μεσούντος του ψυχρού πολέμου. Θεωρούσε, ακόμη, πιθανή και τη Σοβιετική παρέμβαση, για να αποφευχθεί διπλή νατοποίηση της Κύπρου.
-Από την άλλη όμως, αδικείτε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση για την πολυπόθητη «ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα, που ξαφνικά «αναγκάστηκαν» να βιώσουν σε μια «Κυπριακή Δημοκρατία» την οποία ουδέποτε ονειρεύτηκαν κι έτσι όταν κάποιοι τους επέστρεψαν το όραμα της Ένωσης, θέλησαν να συνδράμουν σ’ αυτό; Ακούστε. Το να έχει αισθήματα, μνήμες, ακόμη και πικρίες και απογοητεύσεις ένας λαός όταν βλέπει να ανατρέπονται τα όνειρά του, είναι φυσικό, είναι αναπόφευκτο. Όμως, εκείνο που βάρυνε περισσότερο την κατάσταση ήταν η απουσία μιας ηγεσίας που θα αντιμετώπιζε τα προβλήματα με ρεαλισμό και φαντασία και θα αντιλαμβανόταν ότι αμυντική και όχι διεκδικητική θα ήταν η συνέχιση της Ιστορίας της Κύπρου στα χρόνια της ανεξαρτησίας. Υπήρχε όμως και ένα δεύτερο, απόλυτα επιβαρυντικό στοιχείο: Η χούντα προπαγάνδιζε και έστηνε παράνομες οργανώσεις για την Ένωση, ενάντια σε κάθε άλλη διαδικασία ή προοπτική. Όλα αυτά υπονόμευσαν το εσωτερικό μέτωπο με πράξεις βίας και φόνους κατά τη διάρκεια των Διακοινοτικών συνομιλιών που άρχισαν το 1968. Μέθοδοι και ενέργειες που ούτε την Ένωση προωθούσαν, ούτε την ανεξαρτησία στήριζαν.

-Μήπως, ως λαός, «ατυχήσαμε» σε ηγετικές φυσιογνωμίες, με διορατικότητα και, κυρίως, μακροπρόθεσμο πλάνο για τον τόπο μας -σε αντίθεση με τους Τούρκους-, όλα αυτά τα χρόνια, κύριε Χατζηδημητρίου; Είναι αλήθεια οτι οι ευθύνες της ηγεσίας ήταν μεγάλες και ουσιαστικές. Αντί να στήσουμε κράτος δικαίου μετά την ανεξαρτησία, απαντήσαμε σε τουρκικές προκλήσεις με τη δημιουργία παρακράτους. Μια τακτική που είχε ως μοιραίο αποτέλεσμα τις διακοινοτικές του 1963, με την οργάνωση «Ακρίτας» από τη μια μεριά, και την ΤΜΤ από την άλλη. Και, ακόμη χειροτέρα, αντί να επιζητήσουμε τη συνεννόηση, μεγεθύναμε το πρόβλημα με τη στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης. Νομίσαμε, ελληνική και κυπριακή ηγεσία, ότι ξεκινούσαμε το Κυπριακό από την αρχή. Επαναφέραμε την «Ένωση» και, ως δεύτερη γραμμή διεκδίκησης, την πλήρη αλλαγή των Συνθηκών με την κατάργηση του δικοινοτικού κράτους και τη δημιουργία ενός ελληνοκυπριακού με μειονοτικά δικαιώματα για τους Τουρκοκύπριους. Αντίθετα, η τουρκική πλευρά υποστήριζε είτε τον πλήρη διαχωρισμό, εδαφικό και πληθυσμιακό, είτε επιστροφή στο καθεστώς του 1960 με συμφωνημένες συνταγματικές αλλαγές. Η πολιτική της συνταγματικής ρύθμισης τύγχανε διεθνούς αναγνώρισης, ενώ η πλήρης ανατροπή των Συνθηκών παρέμενε μετέωρη.

-Δημοσιογράφοι και πολιτικοί σήμερα -κάποιους από τους οποίους κι εσείς ο ίδιος εκτιμάτε για τις δημοκρατικές τους απόψεις- λένε, πίσω από κλειστές πόρτες και όχι δημόσια: «Ας είμαστε ρεαλιστές επιτέλους: Το κυπριακό λύθηκε. Απομένει ο τολμηρός εκείνος ελληνοκύπριος πολιτικός που θα βάλει πλέον την υπογραφή του». Τρομάζετε με αυτό ή μήπως είναι εντέλει η νέα μας πραγματικότητα; Είναι αλήθεια ότι ύστερα από 58 χρόνια συνομιλιών και 52 από το 1974 έχουν συζητηθεί τα πάντα και δεν ήταν σπάνιες οι φορές που οι ηγέτες μας είπαν ότι φτάσαμε σε σημείο επίλυσης. Κορυφαία στιγμή ήταν το Μόντ Πελεράν, το 2016, όταν ο Ακιντσί κατάθεσε και χάρτη που σχεδόν ικανοποιούσε την ελληνοκυπριακή πλευρά. Ακολούθησε, το 2017, το Γκραν Μοντανά και οι προτάσεις του Γενικού Γραμματέα που απαντούσαν σε πολλές από τις ανησυχίες της ελληνοκυπριακής πλευράς. Και στις δύο περιπτώσεις διακόπηκαν οι συνομιλίες, με ελληνοκυπριακή ευθύνη. Εκείνο πραγματικά που έλειψε ήταν η ανάληψη ευθύνης για την υπογραφή των συμφωνιών. Χαρακτηριστικό είναι ότι τώρα ζητούμε συνέχιση των συνομιλιών, εκεί που σταμάτησαν. Αλήθεια, γιατί τότε σταμάτησαν; Κοιτάξτε, δεν μπορώ να προβλέψω λεπτομέρειες μιας μελλοντικής λύσης, όμως ο ρεαλισμός λέγει ότι η Κύπρος, ο κυπριακός λαός, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, χρειάζονται την επανένωση του νησιού και την ειρήνη για να επιβιώσουν.

-Αλήθεια, ελπίζετε ακόμη σε λύση του κυπριακού και επανένωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, κύριε Χατζηδημητρίου; Πώς; Με ποιες προοπτικές; Η Ιστορία δεν είναι προβλέψιμη. Απροσδόκητα συμβάντα αλλάζουν τα δεδομένα. Η σημερινή απογοητευτική κατάσταση δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμη. Η επανένωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε ένα νησί συνάντησης ανθρώπων και πολιτισμών, αποτελεί ιστορική παρακαταθήκη. Είναι υπόθεση αλληλένδετη με την ύπαρξή τους. Είναι, όμως, μια υπόθεση που δεν πρόκειται να έρθει ούτε ως «δωρεά» ούτε ως «αποκάλυψη». Οικοδομείται. Θα πρέπει να εργαζόμαστε συστηματικά προς την κατεύθυνση αυτή κι όταν δοθεί η ευκαιρία να είμαστε έτοιμοι να την αξιοποιήσουμε. Αυτή τη δυνατότητα πρέπει να υπηρετήσουμε με συνέπεια και πίστη, ακόμη και όταν όλα γύρω μάς φαίνονται ζοφερά.
-Έχετε θυσιάσει χρόνο με την οικογένειά σας -με τα παιδιά και τη σύζυγό σας-, προσωπικές και επαγγελματικές φιλοδοξίες, μία «κανονική» ζωή και καθημερινότητα γι’ αυτό τον τόπο. Σήμερα, στα 92 σας χρόνια, αναρωτιέμαι μήπως, τελικά, ήταν όλα αυτά μάταια και πώς, αν γυρίζατε το χρόνο πίσω, όλα θα τα είχατε κάνει αλλιώς στη ζωή σας… Στην πορεία μου είχα την συμπαράσταση της συζύγου μου, Κάτιας, αλλα κα την πικρία των παιδιών μου, Χριστίνας και Ευστάθιου, λόγω των πολλών απουσιών μου. Ο τρόπος, όμως, της ζωής μου ήταν επιλογή. Δεν μου τον επέβαλε κανείς και, μπορώ να πω, ότι έδινε σκοπό στη ζωή μου. Ο πόνος που τη συνόδεψε ηταν η τραγωδία της πατρίδας μας και των ανθρώπων της.

-Είστε ένας άνθρωπος που πρόσφερε πολλά στην Κύπρο, δημοκράτης, ευπατρίδης, που «ουδένα μισθόν έλαβεν» για πολλούς αγώνες του -ας αναφέρουμε μόνο το πιο πρόσφατο, το σπουδαίο σας έργο στην Τεχνική Δικοινοτική Επιτροπή Πολιτιστικής Κληρονομιάς-, που εισπράττετε σήμερα πια εκτίμηση από ανθρώπων διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων. Πώς θα θέλατε εσείς, όμως, να σας θυμούνται στο μέλλον; Τι να γράφει για εσάς η Ιστορία; Είμαι πολύ «μικρός» για να ασχοληθεί μαζί μου η Ιστορία, όμως πραγματικά θεωρώ σημαντικό το έργο που η Τεχνική Επιτροπή επιτέλεσε και εξακολουθεί να επιτελεί. Κάθε μνημείο έχει τη δική του Ιστορία, που τελικά είναι η αληθινή ιστορια της Κύπρου. Η συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς για τους μέλλοντες αιώνες αποτελεί ελπίδα και δίνει προοπτική για ένα κοινό και ειρηνικό μέλλον.
-Και κάτι για το τέλος, τιμής ένεκεν: Παρά τις απογοητεύσεις που εισπράξατε και την απομάκρυνσή σας από ένα κόμμα που συνδημιουργήσατε από γενέσεώς του, «κυλάει» ακόμη στο αίμα σας, σαν δεύτερο DNA σας, η ΕΔΕΚ; Δεν διαγράφω ούτε στιγμή από τη ζωή και τη δράση μου μέσα στην ΕΔΕΚ, που συνεχίστηκε από την ίδρυσή της μέχρι τη στιγμή που διάβασα στις εφημερίδες ότι με διέγραψαν το 2004. Διαφυλάσσω από την περίοδο εκείνη τους δύσκολους και σκληρούς αγώνες ενάντια στη χούντα και στην ΕΟΚΑ Β’. Είναι ξεχωριστή ικανοποίηση, για μένα, όταν συναντώ συναγωνιστές της εποχής εκείνης, με κοινές ιστορίες στη μεγάλη προσπάθεια της διάσωσης της πατρίδας μας. Πίκρα και λύπη όμως αισθάνομαι, για το γεγονός ότι μας συνόδεψε τελικά, η ανείπωτή τραγωδία της.
- Το νέο δίτομο έργο του Τάκη Χατζηδημητρίου «Κυπριακή Δημοκρατία 1967-1974» (με τα υποκεφάλαια: «Στα χρόνια της Χούντας», «Συνωμοσίες και εγκλήματα», «Πραξικόπημα και εισβολή», «Συρρίκνωση και κατοχή»), κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «24 Γράμματα».
Φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο κ. Χατζηδημητρίου.
Ελεύθερα, 22.03.2026









