Τρία χρόνια μετά, ο πόνος δεν έχει καταλαγιάσει. Συγγενείς των θυμάτων ζητούν δικαίωση για τις 57 ψυχές που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Ανάμεσά τους και οι οικογένειες δύο παιδιών από την Κύπρο, που επιβιβάστηκαν στο μοιραίο εκείνο τρένο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Ο Κυπριανός και η Αναστασία.
Δύο νέοι με όνειρα, ένα τραγικό τέλος στα Τέμπη. «Έτσι χάσαμε τα παιδιά μας».
Ο Κυπριανός Παπαϊωάννου, μόλις 23 ετών, φοιτητής Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, είχε επισκεφθεί την αρραβωνιαστικιά του στην Αθήνα και επέστρεφε στη βάση του. Τα όνειρά του για το μέλλον σταμάτησαν απότομα εκείνο το βράδυ. Η οικογένειά του, συντετριμμένη, τον αποχαιρέτησε στο Αυγόρου, ζητώντας από όσους παραβρέθηκαν να φορούν λευκά, σαν μια ύστατη ένδειξη αγνότητας και ειρήνης.
Ο πατέρας του, Πατήρ Χριστόδουλος, είχε συγκλονίσει τους πάντες με την απίστευτη ψυχική του δύναμη και την πίστη με την οποία αντιμετώπισε την τραγωδία. Μιλώντας στην Αθηνά Χαλκού στο ΡΙΚ, λίγο καιρό μετά το δυστύχημα, είχε δηλώσει:
«Αυτό που συνέβη μου έχει προκαλέσει ανθρώπινο πόνο, αλλά μου έχει δώσει και εφόδια για να μπορώ να μην συντριβώ από αυτό το πράγμα…Για να περάσει το πένθος, πρέπει να το δεις κατάματα. Τι έμεινε; Αυτό που έμεινε πρέπει να το δεις. Για να μην έχεις κενά στην ψυχή σου. Είναι ένα γεγονός ο θάνατος. Από μικρά παιδιά μαθαίνουμε να ζούμε και με τη ζωή και με τον θάνατο.»
Σε συνέντευξή του πέρσι, στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», μοιράστηκε τις θλιβερές εκείνες αναμνήσεις από τη στιγμή που αντίκρισε το σώμα του γιου του:
«Εγώ, όταν παρέλαβα το σώμα του Κυπριανού και το έφερα εδώ, στο σπίτι μου, έβλεπα κάποια εγκαύματα στο σώμα του. Το σώμα του το πήρα ολόκληρο, δεν τεμαχίστηκε», περιέγραψε.
Συνέχισε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες: «Τα δύο του χέρια ήταν κόκκινα, όπως πας στη θάλασσα και στέκεσαι στον ήλιο και καίγεσαι. Είχε κάποια εγκαύματα στο κορμί του έτσι όπως σε πιάνει όταν ανάψει απότομα μια φωτιά και σε πιάσει και σε καψαλίσει λίγο…»
Το κοσμποσκοίνι του δεν είχε καεί, ήταν πάνω στο χεράκι του. Είχε κοκκινίλες στα χέρια του… Μύριζε πολύ έντονα χημικά. Είχα απορία πώς αυτό το πράγμα μύριζε τόσο έντονα χημικά. Όταν μου φέραν το σακάκι του, ήταν κάπως καψαλισμένο και μύριζε κι αυτό έντονα χημικά», δήλωσε.

Η Αναστασία Αδαμίδου, 24 ετών, ήταν απόφοιτη της Οδοντιατρικής του ΑΠΘ και συνέχιζε τις σπουδές της σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Είχε μεταβεί στη Βουλγαρία, για την ορκωμοσία μίας φίλης της και εκείνο το βράδυ είχε πάρει το (μοιραίο) τρένο της επιστροφής. Μια νεαρή γυναίκα γεμάτη όνειρα, με αγάπη για τον κλάδο της ιατρικής και ένα λαμπρό μέλλον μπροστά της. Οι φίλοι και η οικογένειά της την περιέγραφαν ως έναν ευγενικό, δοτικό και γεμάτο ζωντάνια άνθρωπο, που ήθελε να προσφέρει στους συνανθρώπους της.
Τη νύχτα του δυστυχήματος, ο πατέρας του φίλου της Αναστασίας έψαχνε απεγνωσμένα για εκείνη. Είχε τηλεφωνήσει σε νοσοκομεία, είχε μιλήσει με διασώστες και εθελοντές, προσπαθώντας να βρει κάποιο σημάδι της. Όλη η Κύπρος ήλπιζε πως είχε μεταφερθεί τραυματισμένη σε κάποιο νοσοκομείο, αφού βρισκόταν στο τρίτο βαγόνι και από εκεί έβγαιναν ακόμη ζωντανοί επιβαίνοντες. Υπήρχε ελπίδα… έσβησε όμως μερικές ώρες αργότερα.
Δύο χρόνια μετά το χαμό της, το Δημοτικό Συμβούλιο Πάφου, στην τελευταία του συνεδρίαση, αποφάσισε ομόφωνα την ονοματοδοσία ενός πάρκου της πόλης στη μνήμητης Αναστασίας Αδαμίδου, από την Πάφο, η οποία έχασε τη ζωή της στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Πρόκειται, όπως ανέφερε το Δημοτικό Συμβούλιο Πάφου, για έναν ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη της Αναστασίας, αλλά και για μια συμβολική υπενθύμιση της ανάγκης να μην ξεχαστούν ποτέ τα θύματα αυτής της τραγωδίας.
Τρία χρόνια μετά ο αγώνας για δικαιοσύνη συνεχίζεται. Και η μνήμη των 57 ψυχών παραμένει ζωντανή – σαν ένα τραύμα ανοιχτό, που δεν επουλώνεται, γιατί η αλήθεια ακόμα αναζητείται.










