Η τελετή επίδοσης του χρυσού κλειδιού στην πρώην λοχία της Αστυνομίας Κύπρου και πεφωτισμένη ποιήτρια Περσεφόνη Βοσκού ήταν αυτό που λέμε γκραν σουξέ, παρότι δεν είχε την έκβαση που προσδοκούσε ο πρόεδρος Λαυρεντιάδης.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Αργά το απόγευμα έφτασε στο σωματείο ο στιλίστας Φιτ, ο δευτερότοκος υιός της Λίτσας, κουβαλώντας το outfit της μητρός του. Της εξήγησε ότι κινήθηκε σε μια λογική ανεμπόδιστου mix and match.
Της έφερε μια ασύμμετρη σκωτσέζικη φούστα -η πίπιζα πού είναι ρώτησε η καντινιέρισσα- ένα μαύρο κοτλέ πουκάμισο με τρύπες και μια μπλε ηλεκτρίκ μπέρτα. Από δίπλα μια τσάντα γεμάτη αξεσουάρ, από σταυρούς, πέρλες, κορδέλες, ένα μικρό καναρίνι για την κεφαλή, ένα χρυσό φίδι φυσικού μεγέθους και μεταλλικές χειροπέδες.
«Αυτές τι μου τις έφερες;», «αν όλα πάνε καλά, θα σου φανούν χρήσιμες» απάντησε ο νεαρός εισπράττοντας το δηλητηριώδες βλέμμα της μάνας του.
Μετά την πήρε απ’ τη μέση και την έφερε μπροστά μου. Η ανακλαστική μου επιφάνεια παρήγαγε αυτοστιγμεί το είδωλό τους.
«Κοίτα δω χάλι» σχολίασε ο Φιτ, «θα σου βάλω μια κρέμα που θα σε τσιτώσει, μπότοξ 48 ωρών». «Αποκλείεται» απάντησε η Λίτσα, «θες να κάνεις σεξ, ναι ή όχι;» έθεσε το καίριο ερώτημα ο Φιτ.
«Αφού είναι για 48 ώρες, ας πάει στο διάολο» συμμορφώθηκε εν ριπή οφθαλμού εκείνη νιώθοντας μια απελπισία και μια προσδοκία μαζί σαν παγωτό με δύο γεύσεις: βελγική σοκολάτα και ληγμένη αντζούγια.
Έπειτα πήρε τα ρούχα, πήγε στην τουαλέτα και επανήλθε ενδεδυμένη το ευφάνταστο mix and match και με τη λύπη του ανθρώπου που θέλει διακαώς να πιαστεί από κάπου για να αντέξει τη γελοιότητα του βίου. «Μπράβο, το Λιτσάκι μου που άρχισε να συμμορφώνεται» είπε επαινετικά ο Φιτ.
«Ελπίζω να βλέπει ο Ύψιστος αυτόν τον διασυρμό και να μου δείξει λίγο έλεος», «άσε τον Ύψιστο ήσυχο, είσαι αριστερή!»
Η πρώτη επίδοση χρυσού κλειδιού κύλησε κατ’ ευχήν. Ο κόσμος πολύς, όλες οι συνιστώσες του Ζαλόγγου ήταν εκεί προκειμένου να τιμήσουν την κατά φαντασίαν αγωνίστρια και ποιήτρια Βοσκού. Εκείνη έλαβε το κλειδί συγκινημένη απαγγέλλοντας ένα ποίημά της για την κατοχή που έκανε τον πρόεδρο να δακρύσει.
Ο Λαυρεντιάδης μάλιστα γύρισε αρκούντως μελοδραματικά προς το πορτρέτο της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας ρωτώντας «μήπως δάκρυσε και η μεγάλη μας ναύαρχος από το ποίημα της αγωνίστριας;».
«Εδώ δεν δάκρυσε όταν την έπαιξε η Ντενίση, τώρα θα την πάρει ο πόνος;» μουρμούρισε η Λίτσα, ψάχνοντας εναγωνίως τον ελαμίτη Σωτήρη Θράσου που παρέμενε άφαντος, «το κωλόπαιδο… να μη σώσει να πατήσει το πόδι του, εγώ φταίω όμως που του έδωσα αξία!»
Αφού καπάρωσε το κλειδί και την περγαμηνή, η Βοσκού αποχώρησε χωρίς να προβεί σε καμία χρηματική δωρεά όπως ήλπιζε ο Λαυρεντιάδης. Και για να είμαι και δίκαιος γιατί να το έπραττε; Αυτό έκανε νόημα μόνο στο μυαλό του πρώην θεολόγου.
Υποσχέθηκε ωστόσο να στείλει όλες τις ποιητικές της συλλογές για τη βιβλιοθήκη του σωματείου με την οποία δεν ασχολείται απολύτως κανένας πλην της Λίτσας που την ξεσκονίζει με το στανιό. Ο Λαυρεντιάδης καθόταν τώρα με ανάμικτα συναισθήματα. Αφενός η εκδήλωση είχε μεγάλη ανταπόκριση, αφετέρου δεν στήριξε οικονομικά το χειμαζόμενο Ζάλογγο. Έχει όμως ο Θεός.
Μέχρι τις εννιά και τέταρτο είχαν φύγει όλοι. Η Λίτσα έκανε ένα γρήγορο σκούπισμα και έσβησε τα φώτα, βλαστημώντας το mix and match που τη μεταμόρφωσε σε σκωτσέζικη χίμαιρα, καθώς και το βραχύβιο μπότοξ που έκανε το πρόσωπό της ασάλευτο. Σαν το κρεβάτι της ένα πράμα. Καμία σύσπαση, καμία χαρά.
Όπως έψαχνε τα κλειδιά στην τσάντα της ένιωσε ένα χέρι στο αριστερό της μπράτσο. Γύρισε και είδε τον Θράσου να την κοιτάζει με το βλέμμα του κουταβιού που σου έχει κάνει τη μαλακιά, «άργησα, άλλα ήρθα».
«Κοίτα Σωτήρη, εγώ είμαι αριστερή» είπε εκείνη προσπαθώντας να βρει αυτό που πραγματικά ήθελε να πει. Που ήταν ότι δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά και πως δεν είναι ζωή αυτή τόσα χρόνια. Η φράση της όμως παρέμενε ανησυχητικά μετέωρη. Έπρεπε πάση θυσία να τη συνεχίσει και ει δυνατόν να την ολοκληρώσει, υποτυπωδώς έστω.
«Είμαι αριστερή αλλά… είμαι και πολύ απελπισμένη… θες να πάμε για ένα παγωτό;». Γιατί αυτό; Γιατί παγωτό μέσα στο καταχείμωνο; «Πάμε» απάντησε ο Σωτήρης, σαν να επρόκειτο για το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο.
Και μεταξύ μας, ήταν.
Ελεύθερα, 08.02.2026









