Μετά από ανώνυμη καταγγελία που λήφθηκε τον Αύγουστο του 2023 και αφορούσε στην πώληση, κατά την περίοδο 2015-2017, υπό κατασκευή ακινήτου «Α», ιδιοκτησίας γνωστού επιχειρηματία, ο Γενικός Ελεγκτής διενήργησε έρευνα για το κόστος ανέγερσης και την τιμή πώλησης του ακινήτου και καταλήγει σήμερα στο συμπέρασμα ότι έλαβε χώρα παραπλανητική εμφάνιση της τιμής πώλησης του ακινήτου, με τρόπο ώστε να εμφανιστεί ζημιά κατά τις αγοραπωλησίες που έγιναν μεταξύ εταιρειών και να απαλλαγεί από φορολογίες ο ιδιοκτήτης.
Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας που κυκλοφόρησε σήμερα για την υπόθεση αυτή επικεντρώνεται σε ελλιπείς ελέγχους του Τμήματος Φορολογίας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, από την εξέταση των φορολογικών φακέλων προκύπτει ότι ενώ υπήρξαν σε αρκετά χρονικά σημεία προειδοποιητικά σημάδια ενδεχόμενης μη τήρησης της νομοθεσίας, εντούτοις το Τμήμα Φορολογίας δεν φαίνεται να εντόπισε ή/και να εξέτασε δεόντως τις εν λόγω συναλλαγές ώστε να λάβει σχετικές διορθωτικές ενέργειες.
Σύμφωνα με την έκθεση, η αρχική συμφωνία πώλησης (το 2015) αποτιμούσε το ακίνητο σε περίπου €19,35 εκ. Έξι μήνες αργότερα, το 2016, οι συμφωνίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέες, μειώνοντας την τιμή πώλησης του ακινήτου κατά €8,5εκ. (μείωση περίπου 44%), με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι «χαρίστηκε» από τους πωλητές το ποσό αυτό, χωρίς λογική και επαρκή εξήγηση. Με την εν λόγω αλλαγή, τελικά προέκυψε ζημιά €7,7εκ., ενώ θα προέκυπτε κέρδος. Η ζημιά των €7,7εκ. αξιοποιήθηκε λογιστικά, για την εξάλειψη φορολογητέων κερδών του επιχειρηματία το 2016.
Παράλληλα υπήρξε και φούσκωμα στο κόστος ανέγερσης του ακινήτου, ώστε να διασφαλιστεί η εμφάνιση ζημιάς στο τέλος. Ενώ στον Φορολογικό Φάκελο καταγράφηκε, για το έτος 2013, κόστος γης και κόστος ανέγερσης περίπου €9,3εκ., στους λογαριασμούς αναγνωρίστηκε κόστος €15,8 εκ. Το συνολικό κόστος του ακινήτου, κατά την πώληση του, το 2016, λογίστηκε σε €18,6 εκ., συναλλαγή η οποία κατέληξε σε ζημιά. Το κόστος €18,6 εκ. κατά την πώληση του ημιτελούς ακινήτου περιλάμβανε αισθητά αυξημένη κεφαλαιοποίηση τόκων, καθώς και κεφαλαιοποίηση τόκων σε περίοδο αδράνειας.
Εκτιμάται στην έκθεση ότι το κέρδος από την πώληση του ακινήτου το 2016 με βάση διάφορα στοιχεία που εξετάστηκαν ανερχόταν σε €7,26 εκ., αντί της ζημιάς των €7,74 εκ. που αναγνωρίστηκε τελικά.
Επιπλέον, το συνολικό κόστος του έργου με την ολοκλήρωση του το 2018, υπολογίστηκε σε περίπου €47,7 εκ., ενώ, για άλλο παρόμοιο έργο με τη συμμετοχή του ίδιου επιχειρηματία στην ίδια περιοχή, αντίστοιχης ποιότητας, το οποίο ολοκληρώθηκε 4 χρόνια αργότερα (2022), σχεδόν διπλάσιου μεγέθους, υπολογίστηκε κόστος περίπου €42,9εκ., σχεδόν €5 εκ. χαμηλότερο κόστος. Τα γεγονότα αυτά, αναφέρεται στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς τη ρεαλιστικότητα του κόστους που αναγνωρίστηκε και την ορθότητα του φορολογικού χειρισμού του από το Τμήμα Φορολογίας.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει ότι η πλειοψηφία των συναλλαγών που σχετίζονται με την αγοραπωλησία, κατασκευή και αξιοποίηση του ακινήτου (το οποίο κατέληξε τελικά στον αρχικό ιδιοκτήτη), διενεργήθηκαν με συνδεδεμένα μεταξύ τους πρόσωπα. «Τέτοιες συναλλαγές, εκ προοιμίου, θα έπρεπε να θεωρούνται από το Τμήμα Φορολογίας υψηλού κίνδυνου για δέουσα φορολογική εξέταση» τονίζεται. Κάτι που δεν έγινε.
Κατά την Ελεγκτική Υπηρεσία, το Τμήμα Φορολογίας είχε, σε τουλάχιστον τέσσερα χρονικά σημεία, ενημέρωση και εμπλοκή στη συγκεκριμένη υπόθεση, εντούτοις δεν φαίνεται να διενέργησε επαρκή σχετική έρευνα. Τα σημεία αυτά αφορούν (1) τη μεταβίβαση του ακινήτου, (2) την υποβολή φορολογικών δηλώσεων και την επιβολή φορολογίας στις εμπλεκόμενες εταιρείες, και (3) όταν συγκεκριμένη εμπλεκόμενη εταιρεία ενεπλάκη στο ανακριτικό έργο της Αστυνομίας για τις υποθέσεις πολιτογραφήσεων στο πλαίσιο του ΚΕΠ. Επιπλέον, (4) έλαβε γνώση των πιο πάνω, με τη λήψη της σχετικής επιστολής ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ημερ. 23 Μαΐου 2025, ωστόσο μέχρι και σήμερα δεν δόθηκαν στην Ελεγκτική αποτελέσματα διερεύνησης της υπόθεσης από το Τμήμα Φορολογίας.
Και καταλήγει η έκθεση: «Ως Ελεγκτική Υπηρεσία, θεωρούμε ότι το Τμήμα Φορολογίας οφείλει να εξετάσει τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά γενικότερα οφείλει να λαμβάνει μέτρα και να εφαρμόζει διαδικασίες για στοχευμένους ελέγχους, καθώς και εφαρμογή δικλίδων ασφαλείας για έγκαιρο εντοπισμό φορολογουμένων που πραγματοποιούν σημαντικές συναλλαγές και ενδέχεται να θεωρηθούν υψηλού κινδύνου, με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των εμπλεκομένων φορολογουμένων με την εν ισχύ νομοθεσία και κατ’ επέκταση να διαφυλαχθούν τα δημόσια έσοδα».









