Η αρχή της αναλογικότητας συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών του σύγχρονου δημόσιου δικαίου και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο ελέγχου της δημόσιας εξουσίας. Η λειτουργία της, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη, ούτε αυθύπαρκτη.
Αντιθέτως, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ένταξή της σε συγκεκριμένο κανονιστικό, συνταγματικό και δικονομικό πλαίσιο, το οποίο καθορίζει τόσο το πεδίο όσο και την ένταση του δικαστικού ελέγχου.
Ιδίως στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, η αρχή της αναλογικότητας δεν συνιστά γενική ρήτρα ακυρωτικού ελέγχου, αλλά ενεργοποιείται υπό προϋποθέσεις, άμεσα συνδεδεμένες με τον έλεγχο περιορισμών συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Το πώς και πότε ενεργοποιείται αναδείχθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.128/2021, ημερ.14.01.2026. Το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο η αρχή αυτή μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή λόγο ακύρωσης διοικητικής πράξης, ελλείψει προβολής ζητήματος αντισυνταγματικότητας.
Το τέλος επί ενοικίων και η πρωτόδικη κρίση
Η υπόθεση αφορούσε ιδιοκτήτη κατοικίας που ενοικιαζόταν και στον οποίον επιβλήθηκε τέλος επί ενοικίου για συγκεκριμένο έτος από το αρμόδιο κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο αργότερα ενσωματώθηκε σε δήμο. Το τέλος καθορίστηκε με συντελεστή 2,5%, εντός του ανώτατου ορίου του 5% που προέβλεπαν οι σχετικοί Κανονισμοί.
Ο ιδιοκτήτης προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, προβάλλοντας ότι η επιβολή οδηγούσε σε διπλή φορολόγηση, ότι δεν προηγήθηκε ουσιαστική έρευνα και ότι η πράξη στερείτο επαρκούς αιτιολογίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε δεχτή την προσφυγή και ακύρωσε την επιβολή, κρίνοντας ότι, ακόμη και αν υπήρχε κανονιστική εξουσιοδότηση, η διοίκηση όφειλε να θεσπίσει ή να εφαρμόσει αντικειμενικά κριτήρια υπολογισμού και να αιτιολογήσει πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο ποσό τέλους. Η έλλειψη τέτοιας τεκμηρίωσης θεωρήθηκε ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και καθιστά την πράξη αυθαίρετη.
Η παρέμβαση του Ανώτατου
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, εξετάζοντας την έφεση, μετατόπισε το επίκεντρο της συζήτησης και δη προς τη δικογραφία. Δεν στάθηκε στο αν το τέλος ήταν εύλογο ως ποσό, αλλά στο αν το πρωτόδικο δικαστήριο μπορούσε να ακυρώσει με βάση τον τρόπο που είχε διαμορφωθεί δικονομικά η υπόθεση.
Όπως επισήμανε, ο εξεταστικός χαρακτήρας της διοικητικής δίκης «αμβλύνει το στοιχείο της αντιπαράθεσης, δεν καταργεί όμως τη δικογραφία ως μέτρο περιορισμού των επίδικων θεμάτων». Με απλά λόγια, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο δικαστής δεν μπορεί να αναζητεί αυτεπαγγέλτως νέους λόγους ακύρωσης πέραν όσων προωθήθηκαν με σαφήνεια από τον προσφεύγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είχε προωθηθεί ρητά ζήτημα αντισυνταγματικότητας, ούτε ισχυρισμός ότι οι Κανονισμοί εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Ο βασικός ισχυρισμός αφορούσε τη διπλή φορολόγηση και την έλλειψη έρευνας. Υπό αυτά τα δεδομένα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο «κινήθηκε έξω από τα δικόγραφα σε βαθμό που να μην δικαιολογείται ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης».
Πότε ενεργοποιείται η αρχή της αναλογικότητας
Επισημάνθηκε στην απόφαση, ότι η αναλογικότητα λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο ελέγχου συνταγματικότητας, όταν τίθεται ζήτημα περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων ή όταν ελέγχεται η νομιμότητα της κανονιστικής ρύθμισης που θεμελιώνει την επιβάρυνση. Δεν πρόκειται για γενική ρήτρα ακύρωσης κάθε διοικητικής πράξης που φαίνεται βαριά ή άδικη. Όταν η διοίκηση λειτουργεί κατά δέσμια αρμοδιότητα και εντός των ορίων που θέτουν οι Κανονισμοί, η αναλογικότητα δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή βάση ακύρωσης μιας μεμονωμένης πράξης. Αντίστοιχα, το επιχείρημα της διπλο-φορολόγησης θα μπορούσε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο εάν είχε τεθεί ρητά ως συνταγματικό ζήτημα, με αναφορά στην υποχρέωση συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός.
Τελικές σκέψεις
Με άλλα λόγια, η αρχή της αναλογικότητας δεν υποκαθιστά τη δικονομική ακρίβεια ούτε θεραπεύει ελλείψεις στη διατύπωση των λόγων προσφυγής. Η απόφαση έχει ξεκάθαρη πρακτική αξία. Αποτελεί σαφή υπενθύμιση ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένα από το συνταγματικό της έρεισμα ούτε να υποκαθιστά τη δικονομική υποχρέωση των διαδίκων να προσδιορίζουν με σαφήνεια τους νομικούς τους ισχυρισμούς.
Υπενθυμίζει στους δήμους και τα κοινοτικά συμβούλια την ανάγκη προσεκτικής άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, αλλά ταυτόχρονα καθιστά σαφές ότι η δικαστική προστασία δεν εξαρτάται μόνο από το αίσθημα αδικίας του πολίτη.
Ταυτόχρονα, ενισχύει τη θεσμική σαφήνεια ως προς τη διάκριση μεταξύ ελέγχου νομιμότητας και ελέγχου συνταγματικότητας, προστατεύοντας τόσο τη διοικητική δράση όσο και τη συνοχή της διοικητικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για μια νομολογιακή παρέμβαση που υπηρετεί τη νομική βεβαιότητα και εδραιώνει τη λειτουργία του κράτους δικαίου σε σταθερές δογματικές βάσεις.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα










