Στην έκθεση Ground Matter, η Μελίτα Κούτα παρουσιάζει γλυπτικές εγκαταστάσεις που συναρμολογούνται στο πάτωμα και ενεργοποιούν έναν χώρο όπου το σώμα, η αρχιτεκτονική και το υλικό περιβάλλον προσεγγίζονται ως αλληλένδετα στοιχεία σε συνεχή διαδικασία αμοιβαίας αναδόμησης.
Στο ανάμεσα του οικείου και του ανοίκειου, ο εκθεσιακός χώρος συμπληρώνεται από ένα αντικείμενο που προσομοιάζει με κεφάλι κρεμασμένο από το ταβάνι, μια μακέτα του σπιτιού της καλλιτέχνιδας τοποθετημένη σε μεταλλική βάση στο ύψος του ματιού, και μια φωτογραφία του ίδιου σπιτιού που αντιπαρατίθεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θραύσμα από πηλό και χαλίκια.
Ο χώρος φέρει μια έντονη δυναμική, εμποτισμένη από μια δημιουργική ένταση που προκύπτει μέσα από τη συνεχή ενασχόληση της Κούτα με τα υλικά, ενώ η εμπειρία του θεατή μετατοπίζει την παρατήρηση προς μια βιωματική διαδικασία εγγύτητας και προσοχής.
Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της δόμησης των εγκαταστάσεων με ετερόκλητα υλικά και της ανάδειξης ιδιαίτερων υφών – όπως η αντίθεση ανάμεσα στη σκληρότητα του τσιμέντου και την ευθραυστότητα των κεραμικών – καθώς και μέσα από τη διαρκή ανάκληση του σώματος με αφαιρετικές εικόνες: χαλκοσωλήνες που παραπέμπουν σε σπονδυλικές στήλες, κεραμικά θραύσματα που λειτουργούν ως σωματικά όργανα.
Κεντρικό θεματικό της πεδίο αποτελεί η τοπικότητα (placeness), μια πολυεπίπεδη έννοια που περιλαμβάνει τις φυσικές, κοινωνικές και συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους, διακρίνοντας τον τόπο από έναν απλό ή «χωρίς τόπο» χώρο και προσδίδοντάς του βιωματικό βάθος και ιστορική συνέχεια.
Όπως προκύπτει από τα υλικά, τη μακέτα και τις δομημένες εγκαταστάσεις, η τοπικότητα που απασχολεί την καλλιτέχνιδα είναι εκείνη που συγκροτείται μέσα σε βαθύ χρόνο. Πρόκειται για χρόνο στον οποίο, αφενός, η αρχιτεκτονική μιμείται και παράγει σώματα, όπως αντίστοιχα τα σώματα βιώνουν και επηρεάζουν την αρχιτεκτονική, και αφετέρου οι γεωλογικές διεργασίες υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινη εμπειρία και προσπάθεια περιγραφής τους μέσω γλωσσικών μεταφορών. Τόσο η αρχιτεκτονική όσο και η γλώσσα αντιμετωπίζονται εδώ ως κελύφη.
Το σπίτι της μακέτας -μια βιογραφική αναφορά- βρίσκεται στους Αγίους Ομολογητές, στις όχθες του ποταμού Πεδιαίου. Η λιτή, μοντερνιστική αρχιτεκτονική του, από την οποία απουσιάζει οτιδήποτε περιττό, χαρακτηρίζεται από καθαρές γραμμές και μεγάλα ανοίγματα -παράθυρα και πόρτες. Για την Κούτα, το σπίτι λειτουργεί ως ένα πορώδες κέλυφος: οι τοίχοι του μοιάζουν με μεμβράνες μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό χώρο.
Η μακέτα, κατασκευασμένη το 2019, κατά την περίοδο του εγκλεισμού, με εντυπωσιακή λεπτομέρεια και ακρίβεια, μεταφέρει αυτό το κατασκεύασμα, που βιώνεται ταυτόχρονα ως γνώριμο και ανοίκειο, στο επίπεδο της μικρογραφίας, αναδεικνύοντας άλλες πτυχές του: το πάτωμα αφαιρείται και στο κέντρο εισάγεται μια ακανθώδης κεραμική φόρμα.
Το σπίτι ως κέλυφος αποτελεί μια εικόνα που απαντά συχνά στη φύση και εμφανίστηκε επίσης στη βραβευμένη πρόταση Spectators in a Ghost City (2023), που δημιούργησε η Κούτα για την Εθνική Συμμετοχή της Κύπρου στην Prague Quadrennial of Performance Design and Space, όπου απέσπασε το Golden Triga Award.
Αναπόφευκτα αναδύεται η σκέψη ότι στο έργο της το σπίτι λειτουργεί ως σώμα και το σώμα ως σπίτι. Και τα δύο χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα ως προς τη συγκρότηση και τη μετακίνηση: όπως το σπίτι οργανώνει την καθημερινή ζωή, έτσι και το σώμα συγκροτεί τη ρυθμική ροή της ύπαρξης. Πρόκειται για δομές που φέρουν μνήμη, φθορά και προσαρμοστικότητα και διαμορφώνονται μέσα από συνεχή επαναδιαπραγμάτευση με το περιβάλλον.

Αν αυτές οι δύο συγκροτήσεις δεν λειτουργούν ως διακριτές οντότητες αλλά ως ένα κοινό σύστημα ανατροφοδότησης που συνδέει το οργανικό με το ανόργανο, το ορατό με το κρυμμένο και το αόρατο, τότε οι γλυπτικές εγκαταστάσεις της έκθεσης αποκτούν διαφορετική αναγνωσιμότητα.
Η Κούτα χρησιμοποιεί το πάτωμα ως δομική βάση, πάνω στην οποία οικοδομεί: αρχικά με αρχιτεκτονικά και δομικά υλικά όπως τσιμεντομπλόκ και ξύλο, και στη συνέχεια με πλακάκια τεράτσο και μάρμαρο. Έτσι διαμορφώνεται μια χωρική «κατάσταση» που φιλοξενεί χάλκινους σωλήνες και εύθραυστες κεραμικές φόρμες, οι οποίες παραπέμπουν σε φυτικά σώματα που η καλλιτέχνιδα συλλέγει σε περιπάτους – κυρίως φυτά με αγκάθια, φορτισμένα με ένταση και αμυντικότητα.
Καθώς κινούμαστε μέσα στην έκθεση, διαμορφώνεται σταδιακά η αίσθηση ότι τα γλυπτά λειτουργούν ως μηχανισμοί συντονισμού μιας αλχημικής διαδικασίας στην οποία συμμετέχουμε και εμείς. Πρόκειται για μια αλχημεία που συνδέεται με το διαρκές ενδιαφέρον της Κούτα για τις μεταμορφώσεις της ύλης στη φύση και στην κεραμική: τη διαδικασία μέσω της οποίας ανόργανα, γεωλογικά υλικά μεταβάλλονται και αποκτούν νέα μορφή.
Η μεταβολή αυτή γίνεται αντιληπτή τόσο μέσω της αφής όσο και της όρασης· οι δύο αισθήσεις λειτουργούν συμπληρωματικά στην κατανόηση των ακολουθιών των γεγονότων.
Ο περίπατος αποκαλύπτει αργές, σιωπηλές διεργασίες, όπου ο γεωλογικός χρόνος, η μετατροπή της ύλης και η σύνθετη αντιληπτική ικανότητα του σώματος συνυπάρχουν. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη σωματικής εμπλοκής και υλικής εγγύτητας, η δουλειά που παρουσιάζεται στη Ground Matter διαμορφώνει μια κριτική στάση που αναδύεται από την ίδια τη διαδικασία της υλικής και χωρικής διερεύνησης, προτείνοντας έναν τρόπο εμπειρίας που επαναφέρει την προσοχή στην υλικότητα, στη διάρκεια και στη γνώση που παράγεται μέσα από μια μη-ανθρωποκεντρική έμφαση στη διαδικασία.
Λευκωσία, Korai Project Space. Μέχρι 27 Φεβρουαρίου. Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο 4-7μ.μ. ή με ραντεβού.
Ελεύθερα, 01.02.2026










