Στην αρχή, λες «χάλια». Μετά, το ανέχεσαι. Στο τέλος, για έναν εξαιρετικά περίεργο λόγο, το λατρεύεις. Τι είναι αυτό που έχει κάνει τον Akylas και το «Ferto» του, πρώτο στα στοιχήματα και στις προτιμήσεις του κοινού τραγούδι, για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στον φετινό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision;
Το πρώτο άκουσμα του «Ferto» δίνει την εντύπωση ενός ακόμη «τραγουδιού-τσίχλα», που σκοπό έχει να «προκαλέσει» την προσοχή με τον πιο έντονο και δεικτικά περιπαικτικό τρόπο – όπως πολλά άλλα, ακόμη χειρότερα, στην σύγχρονη τραγική καθημερινή -πολιτικά και οικονομικά- πραγματικότητα των τεκταινόμενων γύρω μας. Μετά, κάπου πιάνεις τον εαυτό σου να σου «κολλάει» στο αφτί και κάπως η μελωδία να είναι «ανεκτή» (επιεικώς).
Στο repeat φτάνεις πια να εκτιμήσεις πως, αν μη τι άλλο, ο 26χρονος Σερραίος είναι ένα από τα πιο αυθεντικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα (κυρίως του ίδιου του του εαυτού, τον οποίο εφηύρε με πολύ κόπο) που δεν γίνεται να παραλείψεις να χειροκροτήσεις (ακόμη και στα κρυφά) για την τόλμη του να θες να εξωτερικεύσεις ό,τι υπάρχει στον εσωτερικό σου κόσμο (αυτά που άλλοτε ήταν και τα πιο βαθιά σου τραύματα, όπως ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει μιλήσει κατά καιρούς για το ανελέητο bullying που είχε δεχτεί στην παιδική του ηλικία) χωρίς οποιουδήποτε είδους λογοκρισία ή παρωπίδες – μόνο με το ταλέντο και την ψυχή σου.
Το «Ferto», άλλωστε, μοιάζει απλό στην κατανόηση των στίχων του θίγοντας μία πτυχή της σημερινής σύγχρονης πραγματικότητας (όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρου του πλανήτη) που ταλανίζει τους ανθρώπους οδηγώντας τους στην υπερβολή και στην αποξένωση: Τον υπερκαταναλωτισμό, την αλαζονεία, την απληστία ενός τραυματισμένου κενού που «θίγεται» όταν οι άλλοι συνεχίζουν να κατέχουν και να αυξάνουν τα υλικά αγαθά που, για τους πλείστους, είναι ελλιπή – πλέον, δεν μας φτάνει τίποτα· θέλουμε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, πιο μεγάλα, πιο αστραφτερά· κι άλλα υλικά. Τίποτα δεν μας ικανοποιεί πια («Θέλω ένα στέµµα κι έναν θρόνο να κάτσω/ Ένα µπλοκ επιταγών και check σε όλους να γράψω», λέει ο Akylas στους στίχους του).
Το «Ferto», όπως έχει πει και ο ίδιος ο Akylas, αντλεί έμπνευση από τα απωθημένα της παιδικής του ηλικίας και της διαδρομής προς την επιτυχία, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη έλλειψη ευχαρίστησης – γιατί, στην τελική, τίποτα δεν θα καταλήξει στην ευτυχία· μόνο για λίγο, μέχρι να ξεκινήσει, ξανά, ο ατέρμονος κύκλος της επόμενης αναζήτησης νέων, πιο μεγάλων, πιο περίπλοκων, πιο εξειδικευμένων υλικών αγαθών· σε μια κοινωνία που δεν χορταίνει -κι ούτε χορταίνεται- από τίποτα. Ούτε από συναισθήματα, φυσικά! Αυτά που ποτέ δεν θα μπορέσουν να καλύψουν το εσωτερικό, το μεγάλο και το πιο βαθύ, κενό – «Real estate, φέρτο / Sashimi tuna, φέρτο / Χρυσό ρολόι, γυαλί designer, σου λέω φέρτο / Leather παλτό, φέρτο!».
Υπάρχει «μήνυμα» πίσω από το μήνυμα του τραγουδιού; Σαφώς! Αν οι ενέργειες του Trump, η Γροιλανδία κι η Βενεζουέλα (για να απομονώσουμε τα πιο επίκαιρα) δεν είναι ικανά για να αποτυπώσουν το τέλμα ενός πλανήτη που φυλλοροεί, τότε μάλλον ζεις στο λιβάδι με τις πεταλούδες κι ειν’ η στιγμή να επανέλθεις επιτέλους στον πραγματικό κόσμο· τον επικίνδυνο πια για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους σ’ αυτόν.
Από το ανελέητο μπούλινγκ στην αποθέωση
Όσοι χαρακτήρισαν ήδη το «Ferto» έναν «μουσικό αχταρμά» που, στις πρώτες ακροάσεις του -ειδικά αν το αφτί δεν είναι «εκπαιδευμένο» και δεν ανήκεις στην GenZ- δεν είσαι βέβαιος αν σε ενοχλεί, αν σε διασκεδάσει, αν σε τρελαίνει ή «αν αποθεώνει το autotune και το τρολάρισμα», όπως έχει επισημάνει η συνάδελφος Ζωή Δημητρίου, δεν μπορούν παρά να παραδεχτούν πως αυτό είναι το τραγούδι που μας αξίζει πραγματικά· όχι υπό την αρνητική οπτική, αλλά γιατί αυτό επιτάσσει η -ολότελα παράδοξη πια- σουρεαλιστική ζωή μας, το 2026.
Πάντως, ο 26χρονος Ακύλας Μυτιληναίος από τις Σέρρες, ο οποίος ήδη φιγουράρει πρώτος στα στοιχήματα για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην επόμενη Eurovision (οι eurofans ανά την Ευρώπη ήδη εκφράζουν την βεβαιότητα πως, αν αυτός επικρατήσει των «αντιπάλων» του την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, στον «εσωτερικό» Διαγωνισμό της Αθήνας, είναι ικανός να φέρει ακόμη και τη νίκη στην Ελλάδα, 22 χρόνια μετά το «My Number One» και την Έλενα Παπαρίζου) έχει πολλούς λόγους για να είναι υπερήφανος στη ζωή του, ως «επιζήσας»: Δεν ένιωθε ποτέ ότι ανήκει στις Σέρρες, τελείωσε το Μουσικό Γυμνάσιο, πήγε στη Θεσσαλονίκη «για να είναι ο εαυτός του», δούλευε ως μάγειρας, έδωσε εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο (ξανά και ξανά, μέχρι να περάσει), έγραφε τραγούδια «για το φθηνόκρασο που μπορούσα να αγοράσω με την παρέα μου», όπως έχει δηλώσει, εργάστηκε για δύο χρόνια ως τραγουδιστής σε κρουαζιερόπλοια ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο, μα, κυρίως, είναι ο άνθρωπος που έχει υποστεί έναν οχετό ομοφοβίας και άκρατου μίσους, από άγνωστούς του, διά ζώσης, αλλά και απ’ τα social media – γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Που τον πλήγωσε αλλά και τον ενδυνάμωσε ατσαλώνοντάς τον.
Έτοιμος για τη νίκη;
Για όσους πάντως έχουν εντρυφήσει στα Γιουροβιζιονιστικά, το «Ferto» θυμίζει το «Rim Tim Tagi Dim» του Baby Lasagna, τον Joost Klein με το «Europapa» και τον Käärijä με το «Cha Cha Cha» – έχει και τσιφτετέλι, και techno pop και trap και rap· είναι απ’ όλα, μία αλλ’ αντ’ άλλων μίξη, όπως και όλοι οι 20άχρονοι της εποχής μας που ακούνε (εναλλάξ κι απενοχοποιημενα) και Μαρίνα Σάττι και Νίκο Οικονομόπουλο και Ματούλα Ζαμάνη και Κατερίνα Λιόλιου και Θανάση Παπακωνσταντίνου και Tranno – με την ίδια θέρμη. Μα, είναι αυτό υγιές; Και ποιος το καθορίζει στ’ αλήθεια; Ή, καλύτερα, τι είναι τόσο υγιές γύρω μας, δίπλα μας, κοντά μας, μέσα στο σπίτι μας, ώστε αυτό να είναι «άρρωστο»;
Το «Ferto ως «guilty pleasure
Ας το παραδεχτούμε: Το «Ferto» είναι ένα club anthem άκουσμα για μια γενιά -τη σύγχρονη γενιά- που, για να επιβιώσει στον κόσμο που της παραδίδουμε (αλλά τον αποστρέφει), έμαθε να αυτοσαρκάζεται και να αυτοτρολάρεται. Άλλωστε, για τους πιο, ας πούμε, «ψαγμένους», υπάρχει κι ένα κομματάκι, μέσα σ’ αυτό το μουσικό multi culti που, αν μη τι άλλο, αγγίζει και τις πιο μύχιες πτυχές μας προκαλώντας συγκίνηση – η μουσική «γέφυρα» του τέλους: «Κοίτα μαμά / Όσα στερηθήκαμε παλιά / Νιώθω πως θα καταφέρω / Να προσφέρω μη μας λείψει κάτι ξανά / Δες με μαμά / Αγοράζω να κλείσω κενά!».
Κρίμα για τον Good Job Nicky που είναι ένας αδιανόητα ταλαντούχος καλλιτέχνης, μία αυτόνομη υπέροχη καλλιτεχνική προσωπικότητα, και θα ήταν το αδιαφιλονίκητο -και δικαίως- φαβορί, ως η πιο ολοκληρωμένη μουσική «πρόταση» των προκριματικών, που είχε την ατυχία να πέσει στη «λάθος», για την περίπτωσή του, χρονιά όπου όλοι συζητάνε γι’ αυτό τον «κομήτη» που στο διάβα του σαρώνει τα πάντα ανελεήτως, ως ο πιο σαρωτικός μουσικός τυφώνας των τελευταίων ετών.
Ελεύθερα, 1.2.2026









