Νέα έρευνα του Ινστιτούτου Κύπρου, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών, προειδοποιεί ότι η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη θερμική καταπόνηση στα ζώα, γνωστή ως θερμικό στρες, δημιουργώντας σημαντική πρόκληση για την παγκόσμια κτηνοτροφία.
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση το Ινστιτούτο Κύπρου, χωρίς ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, οι επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν εμφανείς από το 2050 και να ενταθούν μέχρι το τέλος του αιώνα, επηρεάζοντας άμεσα την παραγωγικότητα και την επιβίωση των ζώων.
Το θερμικό στρες, εξηγεί, αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας βάρους και προβλημάτων γονιμότητας στα βοοειδή, μειώνοντας επίσης την ποσότητα και ποιότητα του γάλακτος και σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε θάνατο.
Τα ασφαλή όρια θερμικού στρες για τα βοοειδή είναι αντίστοιχα ή υψηλότερα από άλλα είδη εκτροφής, οπότε οι επιπτώσεις μπορεί να επηρεάσουν και άλλα παραγωγικά ζώα, όπως κατσίκες, πρόβατα, χοίρους και πουλερικά, σημειώνει.
Στο πλαίσιο της μελέτης, που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό PLOS Climate, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προηγμένες μεθόδους μηχανικής μάθησης για να εκτιμήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την προβλεπόμενη έκθεση των βοοειδών σε θερμικό στρες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι επεισόδια έντονου θερμικού στρες, που ήταν εξαιρετικά σπάνια πριν το 2020, θα γίνουν ολοένα και πιο συχνά τις επόμενες δεκαετίες.
Όπως δήλωσε ο Δρ. Marco Neira, Ερευνητής στο Κέντρο Αριστείας για την Κλιματική και Ατμοσφαιρική Έρευνα του Ινστιτούτου Κύπρου και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, οι προβλέψεις υποδηλώνουν σημαντικές πιθανές συνέπειες για την κτηνοτροφία, την γαλακτοπαραγωγή και τα ευρύτερα συστήματα παραγωγής τροφίμων. Πρόσθεσε ότι η ουσιαστική μείωση των εκπομπών, και η εφαρμογή μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή για αυτούς τους τομείς αποτελεί πλέον παγκόσμια προτεραιότητα.
Στην ανακοίνωση σημειώνεται ότι στην Κύπρο, όπου τα κύματα καύσωνα είναι ήδη πιο συχνά και έντονα, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πέρα από βασικά μέτρα, όπως η επαρκής σκίαση και τα συστήματα δροσισμού των ζώων, η προσαρμογή απαιτεί μακροπρόθεσμες, στρατηγικές λύσεις.
Έμφαση δίνεται στη γενετική βελτίωση για την εκτροφή ζώων με αυξημένη αντοχή στη ζέστη, ως μία οικονομικά αποδοτική λύση που μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της κτηνοτροφίας και να στηρίξει τη συνέχιση της παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το χαλούμι, καταλήγει.
ΚΥΠΕ









