Η πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και βασικό εργαλείο σύγχρονης διακυβέρνησης. Σε μια εποχή όπου οι αποφάσεις για την ενέργεια, τις μεγάλες υποδομές και τη βιομηχανική ανάπτυξη επηρεάζουν άμεσα τόσο το περιβάλλον όσο και την οικονομική σταθερότητα, η διαφάνεια δεν λειτουργεί απλώς ως δικαίωμα ενημέρωσης αλλά ως μηχανισμός λογοδοσίας, πρόληψης θεσμικών στρεβλώσεων και ενίσχυσης της κοινωνικής συμμετοχής. Η δυνατότητα πρόσβασης σε αξιόπιστα δεδομένα συμβάλλει στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών και στη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας συζήτησης.
Ωστόσο, η διαφάνεια δεν ασκείται σε διοικητικό κενό. Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η ευκολία υποβολής αιτημάτων με ελάχιστο κόστος και η αυξανόμενη σύνδεση περιβαλλοντικών ζητημάτων με οικονομικά συμφέροντα υψηλής αξίας ανέδειξαν νέες προκλήσεις. Το σοβαρό ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν το δικαίωμα πρόσβασης πρέπει να προστατεύεται, αυτό θεωρείται δεδομένο στο ενωσιακό δίκαιο, αλλά πώς μπορεί να ασκείται χωρίς να οδηγεί σε κατάχρηση, διοικητική υπερφόρτωση ή υπονόμευση της ασφάλειας δικαίου, ειδικά σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.
Η απόφαση του ΔΕΕ
Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση του, της 15ης Ιανουαρίου 2026 (υπόθεση C-129/24), κλήθηκε να απαντήσει σε ένα ιδιαίτερα σύγχρονο και πρακτικό ζήτημα. Αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επεξεργάζονται αιτήματα πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες όταν αυτά υποβάλλονται ανώνυμα ή με ψευδώνυμο, χωρίς πραγματικά στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνσης του αιτούντος.
Η υπόθεση προέκυψε στην Ιρλανδία. Η Coillte, μεγάλη δασοκομική επιχείρηση που ανήκει εν μέρει στο ιρλανδικό δημόσιο, έλαβε σε σύντομο χρονικό διάστημα 130 αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. Σημαντικός αριθμός (97) υποβλήθηκε ανώνυμα ή με ψευδώνυμα, με πανομοιότυπη ή σχεδόν πανομοιότυπη μορφή και χωρίς φυσική διεύθυνση. Η εταιρεία θεώρησε ότι πρόκειται για συντονισμένη πρακτική που επιβάρυνε τη λειτουργία της και ζήτησε επιβεβαίωση πραγματικού ονόματος και τρέχουσας διεύθυνσης. Εφόσον δεν έλαβε απάντηση, απέρριψε τις αιτήσεις ως άκυρες.
Ακολούθησε διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης και στη συνέχεια προσφυγές ενώπιον του Επιτρόπου Περιβαλλοντικών Πληροφοριών, ο οποίος έκρινε ότι η απόρριψη ως «άκυρων» δεν ήταν δικαιολογημένη. Το ζήτημα έφτασε στο High Court, το οποίο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ για την έννοια του «αιτούντος» και για το κατά πόσο επιτρέπεται, βάσει της Οδηγίας 2003/4/ΕΚ και της Σύμβασης του Aarhus, να τίθεται ως προϋπόθεση η γνωστοποίηση πραγματικού ονόματος και διεύθυνσης.
Το «ποιος» χωρίς το «γιατί»
Το ΔΕΕ επιβεβαίωσε τον πυρήνα του δικαιώματος. Η πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες είναι ευρεία και δεν εξαρτάται από επίκληση έννομου συμφέροντος ή αιτιολόγηση του αιτήματος. Καμία δημόσια αρχή δεν μπορεί να απαιτήσει από τον πολίτη να εξηγήσει «γιατί» ζητά την πληροφορία ή να αξιολογήσει τα κίνητρά του.
Η ουσιαστική συμβολή της απόφασης βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα στο «γιατί ζητείται η πληροφορία» και στο «ποιος τη ζητεί».
Το πρώτο παραμένει εκτός ελέγχου. Το δεύτερο, όμως, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμένης ρύθμισης. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια του «αιτούντος» στην Οδηγία 2003/4 δεν απαιτεί, ως ζήτημα ενωσιακού ορισμού, να δηλώνεται πραγματικό όνομα και διεύθυνση. Παράλληλα όμως αποφάνθηκε ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιβάλλει τέτοια ταυτοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Δηλαδή ότι ο κανόνας δεν είναι δυσμενέστερος από αντίστοιχους εσωτερικούς κανόνες και δεν καθιστά πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος.
Θεσμικές και οικονομικές προεκτάσεις
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία σε τομείς όπου η περιβαλλοντική πληροφόρηση συνδέεται με μεγάλες επενδύσεις και έργα στρατηγικής σημασίας. Η ανεξέλεγκτη υποβολή μαζικών, πανομοιότυπων ή πλήρως ανώνυμων αιτημάτων μπορεί να προκαλέσει διοικητική παράλυση, καθυστερήσεις, αβεβαιότητα και πραγματικό οικονομικό κόστος, χωρίς ανάλογο όφελος για την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος. Το ΔΕΕ επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο ισορροπίας, η διαφάνεια παραμένει ο κανόνας, αλλά δεν αποσυνδέεται από τη λειτουργική αντοχή της διοίκησης και την ανάγκη ασφάλειας δικαίου.
Καταληκτικά
Η απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2026 δεν περιορίζει την περιβαλλοντική δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τη θωρακίζει θεσμικά, υπενθυμίζοντας ότι η διαφάνεια είναι δικαίωμα που απαιτεί κανόνες για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Για τα κράτη μέλη, και για κάθε έννομη τάξη που εφαρμόζει την Οδηγία 2003/4, το ζητούμενο είναι σαφές. Να διασφαλίζουν ουσιαστική πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, χωρίς να υπονομεύεται η διοικητική αποτελεσματικότητα και η οικονομική σταθερότητα. Εκεί, τελικά, θα κριθεί η ποιότητα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης τα επόμενα χρόνια.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα










