Πλησιάζει ένας μήνας από την πρεμιέρα του «Καποδίστρια» και η σκόνη γύρω από το φιλμ δεν λέει να κάτσει: το «θάψιμο» των κριτικών ακολούθησε η απογείωση των εισιτηρίων. Εξ αφορμής, θα αποτολμήσω μία ψύχραιμη, καθαρά κινηματογραφική προσέγγιση της πολυσυζητημένης ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή, την οποία χαρακτηρίζω ως ένα συμβατικό, ιστορικό μελόδραμα.
Αναληθοφάνεια, κιτς και υπερβολές
Ενώ διαφωνώ με τη συγκεκριμένη επιλογή του σκηνοθέτη, τη σέβομαι και δεν τη σαρκάζω. Και αυτό, παρά το γεγονός πως οι πειρασμοί επί της οθόνης είναι αρκετοί. Αναφέρω ενδεικτικά: Τις επαναλαμβανόμενες σκηνές «πλήθους» στην Ελβετία που στερούνται αληθοφάνειας (με τους κομπάρσους ντυμένους πρόχειρα για την περίσταση). Την «προφητική» (και εντελώς αντι-κινηματογραφική) παρουσία του μοναχού (;) Νικόδημου. Τη χλιαρή και αδιάφορη φιγούρα του Κολοκοτρώνη. Το φινάλε που φλερτάρει ανερυθρίαστα με το κιτς.
Κάποιες από τις αστοχίες οφείλονται στη στενότητα της παραγωγής, άλλες στις σκηνοθετικές εμμονές. Για παράδειγμα, δεν θα ψάξετε πολύ για τον κακό της υπόθεσης. Ο βλοσυρός Μέτερνιχ θα σας το υπενθυμίζει συνεχώς, με τα γουρλωμένα μάτια και τις μανιασμένες γροθιές απάνω στα τραπέζια. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό δραματουργικό πλαίσιο (του άσπρου και του μαύρου) λειτούργησαν αναγκαστικά και οι ηθοποιοί. Ενώ όμως ο Φίνμπαρ Λιντς υποδύθηκε παθιασμένα ένα στερεότυπο (τον κατά Σμαραγδήν Καγκελάριο της Αυστρίας), η Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη δεν προσκόμισε -δυστυχώς- ανάλογη ψυχική ένταση ως η γλυκύτατη Ρωξάνδρα Στούρτζα.
Συγκίνηση, ερμηνευτικές αξίες και φωτογραφία
Το ίδιο άνιση, αλλά με θετικό πρόσημο, η ερμηνεία του Καποδίστρια – Αντώνη Μυριαγκού. Ας σταθούμε λίγο στις σπουδαίες στιγμές του. Σε εκείνη τη συγκλονιστική, βουβή κραυγή στα χιόνια, όταν μαθαίνει πως χάνει την αγαπημένη του για πάντα. Ή στην αλησμόνητη σκηνή με το πάμφτωχο ζευγάρι χωρικών που δεν έχει τι να τρατάρει τον «μπαρμπα-Γιάννη» και του βάζει στο χέρι μια χούφτα ελιές. Είναι αλήθεια πως μια ταινία-πατάτα δεν σου χαρίζει συναισθηματικές κορυφώσεις αυτού του τύπου. Ούτε διαθέτει τέτοια φωτογραφία, διά χειρός Άρη Σταύρου.
Μα πώς θα μπορούσε να ήταν μέτρια η εικόνα, όταν τη φώτισε ο ίδιος άνθρωπος που συνεργάστηκε με τον Νίκο Νικολαϊδη για την εμβληματική «Γλυκειά Συμμορία»; Προσοχή, δεν συγκρίνω «μήλα και πορτοκάλια». Η συγκεκριμένη ταινία απέχει έτη φωτός από την τολμηρή, πειραματική γραφή τέτοιων αριστουργημάτων. Ακολουθεί την πεπατημένη, δηλαδή την ίδια συντηρητική και αφελή αφηγηματικότητα που είδαμε να συντελείται (πολύ πιο «επαγγελματικά» και επιτυχημένα) σε εκατοντάδες χολιγουντιανά ιστορικά έπη και βιογραφίες.
Ιστορικότητα και καλλιτεχνική ανορθογραφία

Ο Καποδίστριας δεν είναι ο πρώτος που «αγιογραφείται» επί της οθόνης. Ας μην ξεχνάμε πως το σινεμά δεν αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο. Κατά καιρούς ενδίδει στο συναίσθημα, εξιδανικεύοντας τον βιογραφούμενο κατά κόρον, είτε πρόκειται για τον «εργατοπατέρα» Χόφα, είτε για τον «πατέρα του έθνους» Αβραάμ Λίνκολν. Όπως λέει κι ένα γνωστό ρητό: «η ομορφιά είναι στο βλέμμα του παρατηρητή». Στο σινεμά ο παρατηρητής είναι ο σκηνοθέτης -και μέσω αυτού, ο θεατής- όχι ο ιστορικός ερευνητής.
Ο Σμαραγδής επέλεξε ήδη το δικό του βλέμμα, εκείνο που οδηγεί κατευθείαν στο θυμικό του ελληνικού κοινού. Μήπως δεν έπραξε το ίδιο και με τις προηγούμενες κινηματογραφικές του προσωπογραφίες; Με τον Καβάφη, τον Ελ Γκρέκο, τον Ιωάννη Βαρβάκη, τον Νίκο Καζαντζάκη; Γιατί λοιπόν ξενίζει η μονοδιάστατη, υπεραπλουστευμένη κινηματογραφική ιστοριογραφία του «Καποδίστρια»; Τι άλλο περιμέναμε, πέρα από ένα φιλμ φτιαγμένο με πολύ αδρές, συναισθηματικές γραμμές; Αυτό εν τέλει υπηρέτησαν όλοι οι συντελεστές -ως όφειλαν- ακολουθώντας το όραμα του σκηνοθέτη.
Αλλά, ανάμεσα στην επική μουσική του Μίνωα Μάτσα, τα βαριά «αυτοκρατορικά» σκηνικά των (μη πειστικών) τσάρων και τους απίθανους κομπάρσους-τσολιάδες που τρέχουν στα αγκάθια φτιάχνοντας πρόχειρα μια επανάσταση, υπάρχει ένα μικρό χάος. Εκεί βρίσκονται οι καλλιτεχνικές ανορθογραφίες της ταινίας, η οποία ώρες-ώρες λυγίζει από τις φιλοδοξίες της.
Ο φιλόδοξος «Καποδίστριας» και ο ταπεινός «κυρ Αλέξανδρος»

Ο προϋπολογισμός, το σενάριο, το ταλέντο, ή κάτι άλλο, δεν έφτασαν επαρκώς για να γεννηθεί μια πειστική, ακόμα και σπουδαία ταινία. Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης, κάπου ανάμεσα στο πάθος, την κούραση και την προσωπική απογοήτευση, έχασε μερικές αναπάντεχες ευκαιρίες για να λάμψει. Για παράδειγμα, η Μαντώ Μαυρογένους (της πολύ καλής Μαίρης Βιδάλη) εμφανίζεται από το πουθενά και συγκινεί με την παρουσία της. Κρίμα που δεν της δόθηκε περισσότερος χρόνος για να ανθίσει.
Προσωπικά, αν μπορούσα να κρατήσω κάτι από τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, θα ήταν το τηλεοπτικό «Καλή σου νύχτα κυρ Αλέξανδρε», από το μακρινό 1980. Αλήθεια, πόσοι από τους επικριτές γνωρίζουν αυτό το μικρό διαμαντάκι, αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον κοσμοκαλόγερο των ελληνικών γραμμάτων;
Δυστυχώς, ακόμα και ο ίδιος ο Σμαραγδής μοιάζει να το ξέχασε. Από τότε, μάλλον αδικεί τον εαυτό του, επιμένοντας πεισματικά να κουβαλάει στις πλάτες την ιστορική μνήμη ενός έθνους. Ξεχνώντας, ίσως, πως μονάχα κινηματογραφικοί «τιτάνες» μπορούν να το καταφέρουν. Άτσαλο και ατυχές λοιπόν το τόλμημα, μα σίγουρα δεν θα τον λοιδορήσω γι’ αυτό.
Ελεύθερα, 18.1.2026










