«Το έθνος στο οποίο θα μάθαιναν να σχεδιάζουν όπως μαθαίνουν να γράφουν, πολύ γρήγορα θα είχε την πρώτη θέση στις τέχνες του γούστου». Ντενί Ντιντερό, Αισθητικά
Αν επιχειρούσα μια κοινότυπη ερμηνεία της έννοιας του περιγράμματος, θα το όριζα ως την εξωτερική γραμμική διατύπωση μιας οντότητας. Το περίγραμμα, αν αυτο-κλείνεται τότε ορίζει κάποιο σχήμα στην ολότητα του.
Αν απολύει τη ροή του και υπόκειται σε παύσεις, τότε το σχήμα – μέσα από ανοίγματα – κοινωνεί τον χώρο που το περιβάλλει χωρίς παρόλα αυτά να απολύει την αληθοφάνεια του. Το περίγραμμα ενός αντικειμένου αποτελεί αναμφίβολα την αφηγηματική ή περιγραφική εκδοχή του με όρους όσο γίνεται καταθετικούς. Σκιαγραφεί μια παρουσία χωρίς εντούτοις να υπαγορεύει απαραίτητα περιεχόμενο, υλικότητα ή βαθύτερη φύση.
«Η γραμμή είναι το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την επίδραση του φωτός πάνω στα αντικείμενα. Στη φύση όμως όπου τα πάντα είναι πλήρη δεν υπάρχουν γραμμές: μόνο όταν πλάθουμε μόνο τότε σχεδιάζουμε, δηλαδή αποσπούμε τα πράγματα άπ’ τον χώρο όπου βρίσκονται (…) Γι’ αυτό και δεν τόνισα τις γραμμές. Σκόρπισα πάνω στα περιγράμματα ένα σύννεφο…» λέει ο μαιτρ Frenhofer στο Άγνωστο αριστούργημα (1831) του Balzac, απευθυνόμενος στους Franz Porbus και Nicolas Poussin. Αρνείται εντούτοις τη καταλυτική συμβολή ενός περιγράμματος στην απόδοση του φυσικού.
Η μορφή, σύμφωνα με τον ίδιο, οφείλει το φανέρωμα της στο φως. Το σχέδιο – πιο συγκεκριμένα το περίγραμμα – δεσμεύει τη μορφή αποξενώνοντάς την από οτιδήποτε την περιβάλλει. Σύμφωνα με το ζωγράφο, καταλληλότεροι να χαράξουν και να διαχειριστούν γραμμικές διατυπώσεις είναι οι γλύπτες και όχι οι ζωγράφοι. Επισημαίνει λοιπόν: «Στον τομέα των γραμμών, οι γλύπτες μπορούν να πλησιάσουν την αλήθεια περισσότερο από μας τους ζωγράφους».
Το 1898 ο Rodin, μετά από ανάθεση παρουσιάζει στο Σαλόνι του Παρισιού γύψινη – ανατομικά ανίσχυρη – προτομή του Balzac η οποία δεν εκτιμάται ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο του γλύπτη η εν λόγω προτομή – σε μπρούντζο πλέον – τοποθετείται σε κεντρικό σημείο του Παρισιού. Άξιες αναφοράς είναι εντούτοις οι θέσεις του γλύπτη γύρω από το ζήτημα του περιγράμματος, ιδιαίτερα εμφανείς στην περίπτωση της προτομής του Γάλλου συγγραφέα.
Την εναντίωσή του στο περίγραμμα διατυπώνει μάλιστα στη Διαθήκη του απευθυνόμενος σε νέους δημιουργούς: «Να θυμάστε τούτο: δεν υπάρχουν γραμμές. Μονάχα όγκοι υπάρχουν. Όταν σχεδιάζετε να μη σας απασχολεί ποτέ το περίγραμμα αλλά το ανάγλυφο. Το ανάγλυφο καθορίζει το περίγραμμα (…) Στα μνημεία που υπάρχουν στους δημόσιους χώρους μας δεν ξεχωρίζει κανείς τίποτ΄ άλλο παρά ρεντιγκότες (…) Καθόλου εσωτερική αλήθεια, άρα καθόλου τέχνη».
Λίγο καιρό αργότερα, ο Naum Gabo στο Μανιφέστο του ρεαλισμού (1920) εμφανίζεται απορριπτικός όσον αφορά στο ρόλο και τη σημασία της εξωτερικής γραμμής. Οι θέσεις του συγκλίνουν με αυτές του Rodin, η στόχευση του όχι. Η γραμμή και συνεπώς ο ρυθμός συμβάλλουν στην εσωτερική σύσταση μιας φόρμας.
Γράφει: «Ξέρουμε πως όλα έχουν μια δική τους ουσιαστική εικόνα: η καρέκλα, το τραπέζι, η λάμπα, το τηλέφωνο, το βιβλίο, το σπίτι, ο άνθρωπος. Όλα είναι ολοκληρωμένοι κόσμοι, με τους ρυθμούς τους και τις τροχιές τους (…) Αρνιόμαστε τη γραμμή σαν περιγραφική αξία (…) Η περιγραφικότητα είναι ένα στοιχείο γραφικής εικονογράφησης, είναι διακόσμηση (…) Βεβαιώνουμε ότι η γραμμή έχει αξία μόνο σαν κατεύθυνση των στατικών δυνάμεων και των ρυθμών τους μέσα στα αντικείμενα». Η γραμμή αποτελεί για τους Κονστρουκτιβιστές συστατικό εσωτερικής δομής και λειτουργίας. Ενεργοποιείται στο εσωτερικό των αντικειμένων χωρίς να γίνεται αισθητή στο βλέμμα.
Η θέση αυτή μοιάζει να συγκλίνει με αντίστοιχη αλλά προγενέστερη, αυτήν του Balzac σύμφωνα με την οποία «η φύση εμπεριέχει μια αλληλουχία από καμπυλότητες που περικλείουν οι μεν τις δε». O Gabo, όπως και ο ήρωας του Βalzac, εμφανίζονται απαξιωτικοί απέναντι στο ζήτημα της ζωγραφικής. Σύμφωνα με τον ίδιο, το χρώμα αποτελεί εξωτερική εντύπωση. «Είναι ένα γεγονός που δεν έχει τίποτα να κάνει με την πιο εσωτερική ύπαρξη του αντικειμένου…» συμπληρώνει.
Στην περιοχή της τέχνης το ζήτημα του περιγράμματος εγείρεται ακατάπαυστα. Το δίλημμα παραμένει το ίδιο. Αποτελεί άραγε ένα περίγραμμα σχηματική γραμμική διατύπωση, ικανή να προσδώσει στο αντικείμενο χαρακτήρα, ύφος, αναγνωρισιμότητα, μορφή;
Ή μήπως πρόκειται για κάτι που υπάρχει και δεν βλέπεται αλλά μπορεί να οργανώσει την εσώτερη δομή της φόρμας όντας αρθρωτικό; Είναι το περίγραμμα το όργανο που εσωκλείει και καθιστά εσωστρεφές οτιδήποτε δεσμεύει; Ή μήπως πρόκειται για κάλεσμα σε στοχασμό πάνω στις έννοιες του μέσα και του έξω ορίζοντας περιεχόμενο και χώρο;
Μπορεί στις μέρες μας να γίνει λόγος για μια κουλτούρα περιγράμματος. Αυτή συνεπάγεται χωρίς αμφιβολία πλαίσιο ή συνθήκες σιγουριάς αλλά και στενότητας, καταπραϋντικές σε κάθε τι που διανοίγεται απέναντι ή δίπλα μας χαοτικά.
Το περίγραμμα εντούτοις δεσμεύει το συναίσθημα: απομακρύνει τη ψυχή απ΄ την πληρότητα. Ο Georg Simmel το καθιστά σαφές: «Όλα, όπως η τέχνη, είναι ένα, από τη στιγμή που ανυψώνονται πάνω από το φυσικό, ή ακόμη πάνω από τη θρησκευτικότητα, από τη στιγμή που απελευθερώνονται από τον φόβο και την ελπίδα».
Πηγές
- Ντενί Ντιντερό, Αισθητικά, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Εστία, Αθήνα, 2002
- Honoré de Balzac, Το άγνωστο αριστούργημα, μτρφ. Δημήτρης Δημητριάδης, Άγρα, Αθήνα, 2004.
- Auguste Rodin, Διαθήκη, μτφρ. Α. Αδαμόπουλος, Άγρα, Αθήνα, 2005.
- Μάριο ντε Μικέλι, Οι πρωτοπορίες της τέχνης του εικοστού αιώνα, μτφρ. Λένα Παπαματθεάκη Λένα, Οδυσσέας, Αθήνα, 1992.
- Γκεόργκ Ζίμμελ, Του Έρωτος το Είναι, μτφρ. Ρεβέκκα Πέσσαχ, Ηριδανός, Αθήνα, 2025.
Ελεύθερα, 18.01.2026










