Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την ποινική έφεση καταδικασθέντα, επικυρώνοντας τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για σωρεία σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων σε βάρος ανηλίκου και για αδικήματα παιδικής πορνογραφίας. Σημειώνεται ότι τα σεξουαλικά αδικήματα τελέστηκαν με τη συμμετοχή και τρίτου προσώπου, το οποίο πάσχει από νοητική στέρηση.
Η απόφαση εκδόθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2026 υπό τη σύνθεση των δικαστών Σταύρου, Κονή και Παπαδοπούλου.
Ο εφεσείων είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως σε 17 κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, εξαναγκασμό παιδιού κάτω των 13 ετών σε σεξουαλικές πράξεις, πρόκληση συμμετοχής σε πορνογραφικές παραστάσεις, παραγωγή και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και διανομή σχετικού υλικού μέσω εφαρμογών επικοινωνίας. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 2014–2020, με βασικό θύμα ανήλικο που εργαζόταν ως εκπαιδευόμενος στο υποστατικό του κατηγορουμένου.
Για τις κατηγορίες 2 και 4 το Κακουργιοδικείο είχε επιβάλει συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών, ενώ για τις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 συντρέχουσες ποινές 12 ετών. Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι οι ποινές ήταν έκδηλα υπερβολικές, επικαλούμενος περιορισμένο ρόλο στη διάπραξη των αδικημάτων και ισχυριζόμενος συνεργασία με τις διωκτικές αρχές.
Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αβάσιμους. Όπως τονίζεται στην απόφαση, ο εφεσείων δεν είχε περιορισμένη εμπλοκή, αλλά υπήρξε ο ενορχηστρωτής και οργανωτής των εγκλημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν για ίδιο διαστροφικό όφελος. Το γεγονός ότι οι σεξουαλικές πράξεις τελέστηκαν με τη συμμετοχή τρίτου προσώπου, το οποίο έπασχε από νοητική υστέρηση, όχι μόνο δεν μετριάζει την ευθύνη του, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιβαρυντικό στοιχείο.
Αναφορικά με την επικαλούμενη συνεργασία, το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση του Κακουργιοδικείου ότι η συγκατάθεση σε έρευνες που διενεργήθηκαν βάσει ενταλμάτων και η παροχή αντικρουόμενων καταθέσεων δεν συνιστούν ουσιαστική συνεργασία. Αντιθέτως, επισημάνθηκε η προσπάθεια του κατηγορουμένου να επηρεάσει μάρτυρα, γεγονός που καταδείκνυε απουσία μεταμέλειας.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα επισύρουν ποινές μέχρι και ισόβιας κάθειρξης και ότι απαιτείται αυστηρότητα για εγκλήματα που πλήττουν παιδιά, προκαλώντας δια βίου ψυχικά τραύματα. Έκρινε ότι οι ποινές, αν και αυστηρές, είναι πλήρως αιτιολογημένες, εντός των πλαισίων της νομολογίας και δεν συνιστούν σφάλμα αρχής ή έκδηλη υπερβολή.
Καταληκτικά, και οι δύο λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν και η καταδίκη καθώς και οι ποινές φυλάκισης παρέμειναν σε ισχύ.









