Όταν ο Γιώργος Βασιλείου εκλέγηκε στην προεδρία της Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο του 1988 ήταν πλήρως κατατοπισμένος και ενημερωμένος για τις ανύπαρκτες ουσιαστικά θετικές εξελίξεις στο Κυπριακό και δεν κάθισε, χωρίς να γνωρίζει το θέμα, ως μη πολιτικός, στην προεδρία του Εθνικού Συμβούλιου για να προεδρεύσει μιας πλειάδας από παλιές καραβάνες της πολιτικής όπως ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ο Σπύρος Κυπριανού τον οποίο διαδέχθηκε στην προεδρία, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, ο Βάσος Λυσσαρίδης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος.
Ήλθε απόλυτα προετοιμασμένος και γνωρίζοντας τόσο την ιστορία του Κυπριακού όπως προκύπτει από τα όσα έκαμε όσο και τις θέσεις και απόψεις των πολιτικών κομμάτων και του Ραούφ Ντενκτάς
Ήταν ακόμα δυο σημαντικοί παράγοντες, έστω και αν δεν ήταν πολιτικοί: Ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης, τότε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η Στέλλα Σουλιώτη, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, πρώην σύμβουλοι του συνομιλητή με τεράστια γνώση γύρω από την πορεία του Κυπριακού.
Για μας την εποχή εκείνη ήταν τα ιερά τέρατα της πολιτικής που βλέπαμε κάθε μέρα στην τηλεόραση να μιλούν και να αναλύουν τις εξελίξεις ή να αντιπροσωπεύουν την Κύπρο στις συνομιλίες είτε με τον Ραούφ Ντενκτάς είτε να μιλούν από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών και να συγκρούονται με τους αντιπροσώπους της κατοχικής Τουρκίας είτε να στέκονται πλάι στους Έλληνες διπλωμάτες.
Και ακόμα τους βλέπαμε να μπαίνουν στο Λευκό Οίκο για συνομιλίες με τους Αμερικανούς προέδρους. Ο Μακάριος είχε φύγει από το 1977 και αυτοί αποτελούσαν την πολιτική ηγεσία του τόπου. Έτσι ο οικονομολόγος Γιώργος Βασιλείου, χωρίς προηγούμενη πολιτική πείρα, όταν ανέλαβε την προεδρία ήξερε με ποιους είχε να κάνει.Την περίοδο εκείνη είχε διαλυθεί ουσιαστικά και το Εθνικό Συμβούλιο, που αποτελούσε όργανο συζήτησης των πολιτικών δεδομένων.
Ο Γιώργος Βασιλείου, λοιπόν, μπήκε δυναμικά στην προεδρία και το πρώτο πράγμα που προώθησε ήταν η επαναλειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου, η συζήτηση όλων όσων αφορούσαν το Κυπριακό και η τοποθέτηση στόχων γύρω από το πρόβλημα.
Ήθελε λύση του Κυπριακού μέσα σε έξη μήνες (ή χθες όπως χαρακτηριστικά έλεγε) κι έτσι στρώθηκε στη δουλειά. Αφού συγκάλεσε επανειλημμένες συνεδρίες του Εθνικού κάλεσε τους Εθνικούς Συμβούλους, δηλαδή τους πρώην πολιτικούς ηγέτες και ιδιαίτερα τους Κληρίδη, Κυπριανού, Παπαϊωάννου και Λυσσαρίδη και τους ζήτησε να του καθορίσουν με τη μεγάλη πείρα που είχαν πώς έβλεπαν να προωθείται το Κυπριακό.
Λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της προεδρίας του, στα τέλη δηλαδή του 1988 συγκάλεσε ολοήμερες συνεδρίες του Εθνικού και κατάφερε να επιτύχει μια μίνιμουμ συμφωνία όλων των πολιτικών ηγεσιών στους στόχους και επιδιώξεις για επίλυση του Κυπριακού.
Αυτό που πέτυχε ονομάστηκε Ομόφωνες Αποφάσεις του Ιανουαρίου του 1989 (30/1/1989). Στις αποφάσεις τονιζόταν ότι αυτές έχουν ως σκοπό “να προωθήσουν την προσπάθεια για επίτευξη, μέχρι την 1η Ιουνίου, 1989, μιας συμφωνημένης διευθέτησης όλων των πτυχών του κυπριακού προβλήματος”.
Η λύση που προτεινόταν ήταν η Ομοσπονδιακή λύση και με αυτές θα ζητείτο στις συνομιλίες: Αποστρατικοποίηση της Κύπρου με την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και των εποίκων και διασφάλιση των αρχών της ελευθερίας διακίνησης, της ελευθερίας εγκατάστασης και του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Στις προτάσεις τονιζόταν επίσης ότι αυτές “είναι σύμφωνες με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ για την Κύπρο» και είναι επίσης μέσα στα πλαίσια των Συμφωνιών Υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979 προς τις οποίες οι δυο πλευρές επαναβεβαίωσαν τη δέσμευση τους κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων με τον Ραούφ Ντενκτάς, στις 24 Αυγούστου, 1988″ υπό τον Γιώργο Βασιλείου
Mετά την έγκριση των ομόφωνων προτάσεων του Εθνικού Συμβουλίου για το Κυπριακό, ο Πρόεδρος Βασιλείου στρώθηκε στη δουλειά και άρχισε προετοιμασία για τις επικείμενες συνομιλίες με τον τουρκοκύπριο ηγέτη.
Ταυτόχρονα το Εθνικό Συμβούλιο συνέχισε να συνεδριάζει και να εξετάζει διάφορες πτυχές του Κυπριακού, πέρα από το πολιτικό όπως ήταν η επαναπροσέγγιση η ουδέτερη ή πράσινη γραμμή που χώριζε τις αντιμαχόμενες πλευρές και η απαγκίστρωση από φυλάκια της Εθνικής Φρουράς και των Τουρκοκυπρίων, ώστε ο στρατός και από τις δυο πλευρές να μη είναι σε συνεχή αντιπαράθεση, ιδιαίτερα όπου τα φυλάκια ήταν πολύ κοντά το ένα με το άλλο.
Στην πρώτη μάλιστα από τις συνεδρίες αυτές το Εθνικό συζήτησε την μη παράδοση από τον Γιώργο Βασιλείου στα υπόλοιπα μέλη του Εθνικού που το περιβάλλον και η εφημερίδα του Σπύρου Κυπριανού κατήγγειλε ότι ο Πρόεδρος Βασιλείου ενήργησε με τρόπο που αποτελούσε σκάνδαλο.

Το έγγραφο κατά τον Γλαύκο Κληρίδη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Εθνικού, δεν ήταν κάτι σημαντικό, όμως αυτό αποτέλεσε θάλεγα την πρώτη μικρή κρίση στο Εθνικό, καθώς όπως παραπονέθηκε ο Γιώργος Βασιλείου η εφημερίδα που στήριζε τον Σπυρο Κυπριανού τον ειχε αποκαλέσει ουσιαστικά απατεώνα.
Ανάμεσα στα άλλα θέματα που συζητούσε το Εθνικό σε νεότερες συνεδρίες του ήταν το θέμα της υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μια τέτοια αίτηση αποτελούσε σχεδόν κόκκινο πανί για το ΑΚΕΛ που του έδωσε όλη την υποστήριξη του και τον εξέλεξε Πρόεδρο με την κομματική του μηχανή.
Έτσι ο μήνας του μέλιτος δεν κράτησε για πολύ.
Σύμφωνα με τα πρακτικά αλλά και τις αναμνήσεις του Γιώργου Βασιλείου στο βιβλίο του «Οικοδομώντας το μέλλον» τα πράγματα δεν κύλησαν στις συνομιλίες όπως φιλοδοξούσε και τα ήθελε…
Από τη μια ο Ραούφ Ντενκτάς επέμενε να παρατραβά τις συνομιλίες με στόχο να εμπεδώνει τα τελεσμένα της εισβολής και να στήνει καλύτερα το ψευδοκράτος του έχοντας το στήριγμα Τουρκία.
Από την άλλη το Εθνικό Συμβούλιο άρχισε να διχάζεται και κτύπησε καίρια τις φιλοδοξίες του Γιώργου Βασιλείου έστω και αν παρουσιαζόταν να μη απογοητεύεται και να συνεχίζει τις προσπάθειές του.
Έτσι με το Εθνικό να παρουσιάζεται διχασμένο πριν ακόμα περάσουν οι πρώτοι έξι μήνες από την καταγραφή των ομόφωνων αποφάσεων και με τον ίδιο να βάλλεται από τους λεγόμενους απορριπτικούς η μεγάλη αισιοδοξία του Γιώργου Βασιλείου άρχισε να κάμπτεται. Ένα άλλο πλήγμα στις φιλόδοξες προσπάθειες του ήταν ότι άρχισε να δέχεται και τα πυρά των λεγόμενων απορριπτικών Σπύρου Κυπριανού, Βάσου Λυσσαρίδη και Τάσσου Παπαδόπουλου που είχαν και τη στήριξη μάλιστα Ελλήνων διπλωματών και κυρίως του Μιχάλη Δούντα που υποστήριζαν το στάτους κβο, και η μη λύση ήταν προτιμότερα από μια κακή όπως την θεωρούσαν λύση ομοσπονδίας και μάλιστα διζωνική.
Ο μόνος σταθερός υποστηρικτής του Γιώργου Βασιλείου ήταν ο Εζεκίας Παπαϊωάννου ο οποίος σε όλες τις συνεδρίες του Εθνικού επέμενε να βλέπει πάντοτε συνέχιση των προσπαθειών για λύση και επαναπροσέγγιση με τους Τουρκοκύπριους.
Έφθανε μάλιστα, σύμφωνα με τα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου, να εισηγείται στα Ηνωμένα Έθνη, να συγκαλούν δικοινοτικές συγκεντρώσεις τουλάχιστον στο Λήδρα Πάλας.
Από την άλλη ο Γλαύκος Κληρίδης που είχε χάσει ακόμα μια φορά την προεδρία και έβλεπε αυτό το ενδεχόμενο να εκλεγεί στην προεδρία, ενώ συμφωνούσε με πολλές από τις θέσεις που προωθούσε ο Γιώργος Βασιλείου μαζί με τον Εζεκία Παπαϊωάννου, το έπαιζε μπορώ να πω, διπλοπόρτι.
Έτσι όταν τα πράγματα δεν προχώρησαν και ήλθαν οι Ιδεες Γκάλι θεώρησε ότι ήλθε η στιγμή που ανέμενε κι έτσι στις παραμονές των προεδρικών του 1993, όταν ο Γιώργος Βασιλείου πίστευε ότι είχε προωθήσει αρκετά τις προσπάθειες για λύση ο Γλαύκος Κληρίδης τον κτύπησε εκεί που πονούσε: Τον κατηγόρησε ότι είχε δεχθεί τις Ιδέες του Γενικού Γραμματέα Μπούτρος Γκάλι ως βάση λύσης του Κυπριακού, ενώ ο Γιώργος Βασιλείου επέμενε ότι τις είχε δεχθεί ως βάση για συζήτηση.
Μέσα στον προεκλογικό κυκεώνα, όμως, που ακολούθησε και με τους άλλους να πολιτικούς αντιπάλους του Γιώργου Βασιλείου και κυρίως το Βάσο Λυσσαρίδη και τον Σπύρο Κυπριανού, να έβλεπαν ότι έφθασε η ώρα που έπρεπε να φύγει από τη μέση ο Γιώργος Βασιλείου, δεχθηκαν όσα του καταμαρτυρούνταν και στράφηκαν κι αυτοί εναντίον του.
Ο Γλαύκος Κληρίδης έπαιξε έξυπνα το πολιτικό του παιχνιδι του κι έτσι κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη του ΔΗΚΟ και πολλών μακαριακών πρώην υπουργών και παραγόντων. Η νίκη του και η απομάκρυνση του Γιώργου Βασιλείου ήταν πλέον γεγονός έστω και αν ο ίδιος πίστευε ότι δεν κινδύνευε η προεδρία και δεν έδωσε όση σημασία χρειαζόταν και δεν κινητοποιήθηκε όσο έπρεπε φερνοντας και φοιτητές από το εξωτερικό.
Αυτή η σιγουριά του, του στοίχισε την προεδρία αλλά δεν τάβαλε κάτω αλλά έμεινε στο προσκήνιο.
Είχε ήδη υποβάλει αίτηση για ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κάποιο στάδιο όταν ο Κληρίδης χρειάστηκε τις υπηρεσίες του δεν τις αρνήθηκε και έγινε ο άνθρωπος που πέτυχε να οδηγήσει με τον Κληρίδη πλέον επικεφαλής τα πράγματα σε σημείο που η Ευρώπη να μην πει όχι στην ένταξη της Κύπρου.
Τα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου του 1979
Είχα την ευκαιρία να διατρέξω τα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου από το 1979 μέχρι το 1990 και αργότερα τουλάχιστον ευρύτατη περίληψη τους.
Αν λοιπόν, διατρέξει κανείς αυτά τα πρακτικά θα διαπιστώσει από την πρώτη ματιά ένα πρωτοφανές αλαλούμ θέσεων και απόψεων που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από ό,τι συνέβαινε και συμβαίνει ακόμα και σήμερα στην κυπριακή κοινωνία, ανάμεσα στα κόμματα-και τον λαό-ανάλογα με το ποιο κόμμα ή ποιος βρίσκεται στην εξουσία και ιδιαίτερα στην προεδρία.
Τα πρακτικά που μελέτησα μέσα από τις καταγραφές των Αντρέα Τζιωνή και Γιώργου Χριστοδουλίδη δίνουν πραγματικά ανάγλυφη την εικόνα της κυπριακής κοινωνίας.
Όταν στην εξουσία βρισκόταν ο Πρόεδρος Μακάριος όλοι στο Εθνικό προσπαθούσαν σχεδόν να ταυτιστούν με τις θέσεις του ή στη χειρότερη περίπτωση να μη φανεί ότι διαφωνούσαν με αυτές.
Η ομοφωνία με τις θέσεις Μακαρίου ξεκινούσε από την επομένη της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η πολιτική ισχύς του, αλλά και η επιρροή του δεν επέτρεπαν ή κανένας δεν ήθελε να διαφωνεί μαζί του. Αρκεί να αναφέρω ότι όταν υπέβαλε τα 13 σημεία στον Φαζίλ Κουτσιούκ για τροποποίηση του Συντάγματος, το Νιόβρη του 1963, δεν ακούστηκε αντίθετη φωνή, παρά εκ των υστέρων.
Το ίδιο συνέβη και με την γραμμή υπέρ της Ένωσης για μια σχεδόν δεκαετία μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου που γραπτώς δεχθήκαμε από το 1959 να την αποκηρύξουμε.
Μόνο όταν ο Πρόεδρος Μακάριος έκρινε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 να ακολουθήσει τη γραμμή του εφικτού και να εγκαταλείψει το ευκταίο, δηλαδή την Ένωση, τα διάφορα κόμματα που λίγο νωρίτερα ψήφιζαν στη Βουλή υπέρ της Ένωσης, άλλαξαν πορεία.
Το ίδιο και στο Εθνικό Συμβούλιο γύρω από τις αλλαγές θέσεων πρώτα στην Ομοσπονδία, ύστερα στην πολυπεφερειακή Ομοσπονδία και τελικά στη Διζωνική Ομοσπονδία και την παραδοχή ότι ηττηθήκαμε από την Τουρκία και έπρεπε να κάνουμε τη μεγάλη κίνηση με την υποβολή προτάσεων στην τουρκική πλευρά επί χάρτου, ώστε να την ενημερώσουμε πόσα εδάφη θα θέλαμε να βρίσκονται υπό τον έλεγχό της και θα ανήκαν στην τουρκική οντότητα που θα δημιουργείτο.
Ήταν τότε που υπήρξε και πάλι ταυτόσημη θέση των κομμάτων με εκείνη του Μακαρίου.
Ο Μακάριος είχε τον δικό του τρόπο να εξασφαλίζει τη στήριξη των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων στις αποφάσεις του.
Έλεγε, περίπου, στο Εθνικό: Εμένα η άποψη μου είναι ότι πρέπει να προτείνουμε Διζωνική γιατί σήμερα κρίνω ότι είναι η καλύτερη που μπορούμε να επιτύχουμε υπό τις περιστάσεις. Ακόμα λέγω ότι θα πρέπει να υποβάλουμε χάρτη.
Εσείς τι λέτε;
Οι Εθνικοί Σύμβουλοι, μηδενός εξαιρουμένου, αρχικά έλεγαν τις απόψεις τους και τις διαφωνίες τους.
Αλλά στο τέλος συμφωνούσαν με τις θέσεις του Μακαρίου.
Και η συμφωνία αυτή αφορούσε την επιδίωξη συμφωνίας για Διζωνική Ομοσπονδία ως λύση-συμβιβασμό για το κυπριακό.
Η λύση αυτή δεν ήταν άγνωστη στον Κυπριακό λαό, αλλά ποτέ στο παρελθόν του είπε η ηγεσία του ότι θα αποτελούσε την ύστατη υποχώρηση της προσπάθειας για επίλυση του Κυπριακού.
Με τον Μακάριο διαφωνούσε στην ονομασία της πρότασης του ως διπεριφερειακής, ο Γλαύκος Κληρίδης, ο οποίος υποστήριζε ότι όπως και αν την αποκαλούσε, τόσο αυτός, όσο και ο συνομιλητής Τάσσος Παπαδόπουλος, επρόκειτο για Διζωνική Ομοσμονδια.
Η Διζωνική ήταν μια θέση που αποδέχθηκαν πρώτοι οι βασικοί πολιτικοί ηγέτες της Κύπρου, Γλαύκος Κληρίδης και Εζεκίας Παπαϊωάννου, λίγο μετά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, το 1974.
Ωστόσο ο Γλαύκος Κληρίδης, είχε την τόλμη πρώτος να την αναφέρει δημόσια σε αντιδιαστολή προς το ενιαίο κρατος, στις 6 Νοεμβρίου 1974.
Είχαν περάσει μόλις τέσσερις μήνες από τον μαύρο Ιούλιο του 1974 και τρεις από την ολοκλήρωση του Αττίλα και την κατάληψη του σαράντα τοις εκατό του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία.
Απέμενε ακόμα ένας μήνας πριν επιστρέψει ο Πρόεδρος Μακάριος από την αυτοεξορία του μετά το πραξικόπημα και προφανώς είχε τη σκοπιμότητά του. Ίσως ο Κληρίδης να σκόπευε να προετοιμάσει τον λαό αλλά και τον Αρχιεπίσκοπο για το τι θα συναντούσαν με τη νέα πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί.
Ουσιαστικά ο Κληρίδης που προήδρευε της Δημοκρατίας, έκαμε αναφορά στη Διζωνική και την Πολυπεριφερειακή λύση που πίστευε ότι θα ζητούσαν με τις νέες πραγματικότητες οι Τούρκοι.
Αλλά κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Κληρίδης έκαμε αναφορά στην Ομοσπονδία προφανώς για να προβληματίσει τον Κυπριακό λαό μετά τη λαίλαπα του Αττίλα, καθώς ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε ήδη τις απόψεις του Ραούφ Ντενκτάς, με τον οποίο είχε επαφές και είχε συζητήσει πολλά θέματα κυρίως ανθρωπιστικής φύσης, που είχαν προκύψει μετά την εισβολή.
Μιλώντας στις 6 Νοεμβρίου 1974 στην γκαλερί “Αργώ” έπειτα από πρόσκληση του ιδιοκτήτη της δημοσιογράφου Κώστα Σερέζη, ο Γλαύκος Κληρίδης είπε ότι με τα νέα δεδομένα είναι εκτός πραγματικότητας λύση ενιαίου κράτους και πρόσθεσε ότι η Τουρκία θα ζητήσει Ομοσπονδία, με προτίμηση τη διζωνική.
Την ίδια περίοδο όπως διαπιστώνεται από τα έγγραφα του ΑΚΕΛ η ίδια άποψη για διζωνική άρχισε να ωριμάζει και στις σκέψεις του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου.
Σύμφωνα με έγγραφο του ΑΚΕΛ με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 1974 το ΑΚΕΛ είχε μελετήσει το θέμα της διζωνικής και ήταν της γνώμης «ότι θα ήτο δυνατόν να δηλώσουμε στην τουρκική πλευρά ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε οιανδήποτε πρόταση για γεωγραφική ομοσπονδία, σαν μια πιθανή λύση του Κυπριακού…».
Όλα τα πρακτικά παρατίθενται όπως τα διάβασαν, τα ανέλυσαν και τα κατέγραψαν ένας δημοσιογράφος και ένας πολιτικός, ο Ανδρέας Τζιωνής και ο Γιώργος Χριστοδουλίδης του ΑΚΕΛ και τα αναδημοσιεύω με δικά μου σχόλια στον 28ο τόμο της σειράς για την Ιστορία της Κυπριακής Δημοσιογραφίας.










