Γενικός Διευθυντής, Chief Business Officer στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου)
Η κυπριακή οικονομία εισέρχεται στο 2026 από θέση ισχύος. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και επιβράδυνσης, η χώρα συνεχίζει να καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν σταθερά τον μέσο όρο της ευρωζώνης, επιβεβαιώνοντας ότι η ανθεκτικότητα των τελευταίων ετών έχει πλέον μετατραπεί σε μια πιο ώριμη αναπτυξιακή δυναμική.
Τα νούμερα καταδεικνύουν ότι η πορεία της οικονομίας δεν είναι συγκυριακή αλλά αποτέλεσμα σταδιακών και ουσιαστικών μεταβολών: Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις και τις μελέτες του τμήματος Ερευνών & Οικονομικών Μελετών του Ομίλου της Εθνικής Τράπεζας, η ανάπτυξη διαμορφώνεται κοντά στο 3,0% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, πάνω από διπλάσια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Άλλωστε, την περίοδο 2022-24, η κυπριακή οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 4,5%, ενώ το 2025 η ανάπτυξη παρέμεινε ισχυρή, στο 3,5% το εννεάμηνο.
Η διάρθρωση αυτή της ανάπτυξης επιβεβαιώνει τη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Οι υπηρεσίες αντιστοιχούν πλέον στο 83% του ΑΕΠ – ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ – με τον τομέα της τεχνολογίας και των ψηφιακών υπηρεσιών να συμβάλει άνω του 10% του ΑΕΠ. Παράλληλα, ο τουρισμός και η ναυτιλία παραμένουν κρίσιμοι πυλώνες, συνεισφέροντας περίπου 13% και 7% αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία πιο διαφοροποιημένη, με το δυνητικό της αναπτυξιακό δυναμικό να έχει αυξηθεί κοντά στο 3%, όταν μόλις πριν από λίγα χρόνια ήταν κάτω του 2,5%.
Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι αν η κυπριακή οικονομία διαθέτει δυναμική, αλλά αν το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να στηρίξει με συνέπεια και υπευθυνότητα τη μετάβαση αυτή, διαχειριζόμενο παράλληλα τόσο τους παραδοσιακούς όσο και τους νέους κινδύνους.
Σήμερα, το κυπριακό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε μία από τις ισχυρότερες φάσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η κερδοφορία είναι ενισχυμένη και η ποιότητα του ενεργητικού έχει βελτιωθεί ουσιωδώς. Το πλέον σημαντικό, όμως, είναι πως το σύστημα αυτό έχει αφήσει πίσω του παθογένειες του παρελθόντος και λειτουργεί πλέον σε ένα σαφώς πιο ώριμο και απαιτητικό εποπτικό πλαίσιο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εικόνα του ιδιωτικού τομέα. Το χρέος των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων έχει περιοριστεί στο 80% του ΑΕΠ, σχεδόν στο μισό σε σχέση με τα επίπεδα του 2015 και κοντά στο μέσο όρο της ευρωζώνης. Πρόκειται για εξέλιξη που δημιουργεί πραγματικό χώρο για νέες χρηματοδοτήσεις, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως εργαλείο στήριξης βιώσιμων επενδύσεων. Η επιτάχυνση της υλοποίησης έργων στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – με τη χώρα μας να έχει απορροφήσει περίπου το 46% των διαθέσιμων πόρων – σε συνδυασμό με άμεσες ξένες επενδύσεις και ευνοϊκότερες χρηματοδοτικές συνθήκες δημιουργούν άμεσα ένα περιβάλλον αυξημένων προσδοκιών αλλά και ευθύνης για τον τραπεζικό τομέα.
Άλλωστε, όπως είπε ο Winston Churchill, «Το να βελτιώνεσαι είναι να αλλάζεις· το να τελειοποιείσαι είναι να αλλάζεις συχνά». Στην κατεύθυνση αυτή, οι τράπεζες καλούνται να λειτουργήσουν όχι απλώς ως διαχειριστές ρευστότητας, αλλά ως στρατηγικοί εταίροι της πραγματικής οικονομίας με άμεσα αντανακλαστικά. Για την Εθνική Τράπεζα, η κατεύθυνση στην Κύπρο είναι σαφής: στήριξη επενδύσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας.
Ως τραπεζικός οργανισμός, με μακρά ιστορία στη χώρα και ξεκάθαρο προσανατολισμό, θεωρείται ότι η περίοδος που διανύουμε δεν επιτρέπει εφησυχασμό αλλά απαιτεί στρατηγικές επιλογές.
Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι παρά τη θετική εικόνα, οι κίνδυνοι παραμένουν υπαρκτοί: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα, κοντά στο 8%-9% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω επαναπατρισμού κερδών από ξένες εταιρείες. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η υψηλή συγκέντρωση – έως εξάρτηση – στις υπηρεσίες και οι μακροπρόθεσμες κλιματικές προκλήσεις απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση.
Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μία ουσιαστική επιλογή: να κεφαλαιοποιήσει την ανθεκτικότητα των τελευταίων ετών και να τη μετατρέψει σε βιώσιμη, ποιοτική ανάπτυξη. Το τραπεζικό σύστημα με τη σειρά του έχει την ευθύνη, αλλά και την ικανότητα, να στηρίξει αυτή τη μετάβαση, λειτουργώντας με σύνεση, στρατηγική στόχευση και μακροπρόθεσμη βιώσιμη στρατηγική.










